Η πρόσφατη επίθεση της Αλ Κάιντα και του FLA[1] στο Μάλι απαιτεί να μελετήσουμε την περιοχή για να κατανοήσουμε την πραγματική κατάσταση.

Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Πριν την ενδιαφέρουσα ανάλυση της κατάστασης στο Μάλι από τον Χοακίν Φλόρες, είναι χρήσιμο και κατατοπιστικό να δώσουμε μια εικόνα της σημερινής (30/04/2026) στρατιωτικής κατάστασης. Και ποιος κατατοπιστικότερος από τον παλιό μας φίλο Μαράτ Χαϊρουλλίν, που μας παρέχει κι έναν αναλυτικό χάρτη της κατάστασης σε όλο το Σαχέλ. Πολύ σημαντική επισήμανση: Η εικόνα που βλέπετε στο χάρτη δεν δημιουργήθηκε κατά τις πρόσφατες μάχες. Η κατάσταση αυτή υφίσταται σχεδόν από το 2012 και την έναρξη του πολέμου στο Μάλι. Η σημερινή εικόνα είναι απείρως καλύτερη, καθώς μέχρι το 2021, οι τρομοκρατικές οργανώσεις έλεγχαν σχεδόν το σύνολο των εδαφών των τριών χωρών -για σύγκριση παρατίθεται και ο αντίστοιχος χάρτης του 2020. Επίσης, παρατίθενται τα επίσημα ανακοινωθέντα των
African Corps (Ρωσικά Αφρικανικά Σώματα).

Χάρτης Εδαφικού Ελέγχου στο Σαχέλ το 2020.

Χάρτης Εδαφικού Ελέγχου στο Σαχέλ το 2026.

Υπόμνημα:
Κίτρινο: FLA (υπό την ηγεσία Τουαρέγκ)
Γκρι ανοιχτό: JNIM (συνδεόμενο με την Αλ Κάιντα)
Γκρι σκούρο: ISSP (Ισλαμικό Κράτος – Παράρτημα Σαχέλ)
Κόκκινο: Κυβέρνηση Μάλι
Πράσινο: Κυβέρνηση Μπουρκίνα Φάσο
Πορτοκαλί: Κυβέρνηση Νίγηρα

Στρατιωτικό Χρονικό: Όπως αναμενόταν, χωρίς την κατάληψη του Μπαμακό και την εγκαθίδρυση ελέγχου σε ολόκληρη την περίμετρο της χώρας, η επιτυχής ολοκλήρωση της επιχείρησης για τους αντικαθεστωτικούς είναι αδύνατη. Ωστόσο, η κλίμακα της συντονισμένης επίθεσης που εξαπολύθηκε στις 25 Απριλίου [με δύναμη περίπου 12.000] δείχνει ότι οι τρομοκρατικές και αυτονομιστικές δυνάμεις έχουν μεταστραφεί από τακτικές ανταρτοπολέμου σε μια στρατηγική απομόνωσης κομβικών σημείων, την οποία και σκοπεύουν να συνεχίσουν.

Η συντονισμένη επίθεση που εξαπολύθηκε στις 25 Απριλίου ήταν μια απόπειρα ολοκληρωτικής κατάρρευσης του κράτους, η οποία τελικά απέτυχε στον πρωταρχικό της στόχο. Ενώ ο συνασπισμός JNIM-FLA πέτυχε εδαφικά κέρδη στην περιφέρεια, το κέντρο βάρους —το κράτος του Μάλι και η στρατιωτική του ηγεσία στο Μπαμακό— παραμένει άθικτο. Αποκρούοντας επιτυχώς τις επιθέσεις στη στρατιωτική βάση του Κάτι και στα κυβερνητικά ιδρύματα, η σύμπραξη μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων του Μάλι και του Αφρικανικού Σώματος μετέτρεψε μια δυνητικά ολοκληρωτική ήττα σε μια διαχειρίσιμη περιφερειακή κρίση ασφαλείας.

Η αποχώρηση από το Κιντάλ και άλλους βόρειους κόμβους ήταν μια τακτική σύμπτυξη δυνάμεων και όχι μια στρατιωτική πανωλεθρία. Οι τεράστιες αποστάσεις και το εχθρικό έδαφος του βόρειου Μάλι καθιστούν τη διατήρηση απομονωμένων αστικών κέντρων εφοδιαστικό βάρος όταν απειλείται η πρωτεύουσα. Μειώνοντας τις γραμμές επικοινωνίας και υποχωρώντας σε πιο υπερασπίσιμες νότιες θέσεις, οι Ρώσοι ειδικοί και τα στρατεύματα του Μάλι συγκέντρωσαν την ανώτερη ισχύ πυρός τους. Η τοπική αεροπορική υπεροχή χρησιμοποιήθηκε για να προκαλέσει βαριές απώλειες και φθορά στους προελαύνοντες αντάρτες, οι οποίοι ουσιαστικά θυσίασαν μεγάλους αριθμούς αναντικατάστατου προσωπικού με τον συμβολικό έλεγχο περιοχών στην έρημο.

Η μετάβαση από τις τακτικές ανταρτοπολέμου τύπου «χτύπα και φύγε» σε συντονισμένους ελιγμούς μεγάλης κλίμακας υποδηλώνει εξωτερική εκπαίδευση και υποστήριξη σε επίπεδο πληροφοριών, υποδεικνύοντας συγκεκριμένα την εμπλοκή των ουκρανικών ειδικών υπηρεσιών και τη χρήση δυτικού εξοπλισμού. Αυτή η επιχειρησιακή αναβάθμιση αποδεικνύει την εμπλοκή ξένων κρατών ως τον κύριο μοχλό πίσω από τις δυνατότητες των αντικαθεστωτικών.

Τελικά, ο θάνατος του Στρατηγού Σαντίο Καμαρά αποτέλεσε ένα τραγικό αλλά συσπειρωτικό γεγονός που στερεοποίησε τη δέσμευση μεταξύ Μόσχας και Μπαμακό. Αντί να πυροδοτήσει την αναμενόμενη κατάρρευση της κυβέρνησης, η απώλεια χαλύβδωσε τη στρατιωτική ελίτ και ευθυγράμμισε τη δομή διοίκησης υπό τον Πρόεδρο Ασσίμι Γκόιτα. Η παρούσα κατάσταση αποδεικνύει ανθεκτικότητα: το αποτυχημένο πραξικόπημα ανάγκασε τους αντάρτες να εκτεθούν σε ανοιχτό πεδίο, όπου είναι πιο ευάλωτοι σε αεροπορικά πλήγματα και επιθέσεις πυροβολικού, ενώ ο αναφερόμενος αποκλεισμός του Μπαμακό αποτελεί ένα απελπισμένο, μη βιώσιμο μέτρο που θα σπάσει με μια συντονισμένη αντεπίθεση από το νότο.
Πηγή: EastCalling

ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ — African Corps, Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις

Κατάσταση στην περιοχή Μενάκα, Δημοκρατία του Μάλι

Στις 28 Απριλίου 2026, δυτικά μέσα ενημέρωσης και ξένες πηγές OSINT[2] —συνεχίζοντας τη διαρκή εκστρατεία πληροφοριακού πολέμου κατά του Αφρικανικού Σώματος και των Ενόπλων Δυνάμεων του Μάλι— άρχισαν να αναπαράγουν ισχυρισμούς του Ισλαμικού Κράτους της Μεγάλης Σαχάρα (ISGS), σύμφωνα με τους οποίους οι μαχητές του κατέλαβαν την πόλη Μενάκα και ο στρατός του Μάλι την εγκατέλειψε.
Επισημαίνουμε, χωρίς να εκπλησσόμαστε, άλλον έναν κύκλο παραπληροφόρησης — σχεδιασμένο να υπονομεύσει το ηθικό και το μαχητικό πνεύμα των Μαλινών και Ρώσων στρατιωτών.
Κατά τη διάρκεια των προγραμματισμένων βραδινών περιπολιών στη Μενάκα στις 28 Απριλίου 2026, προσωπικό του Αφρικανικού Σώματος που επιχειρεί από κοινού με τις Ένοπλες Δυνάμεις του Μάλι πραγματοποίησε εκκαθαριστικές ενέργειες για τον εντοπισμό μαχητών του ISGS που ισχυρίζονταν δημόσια ότι βρίσκονταν στην πόλη. Δεν βρέθηκε κανένας. Κατά τη διάρκεια της περιπολίας έγιναν αρκετές βιντεοσκοπήσεις. Όπως δείχνουν ξεκάθαρα τα πλάνα, η κανονική πολιτική ζωή συνεχίζεται στους δρόμους της Μενάκα.
Οι μονάδες του Αφρικανικού Σώματος συνεχίζουν να εκπληρώνουν τους στόχους τους στο πλευρό των Ενόπλων Δυνάμεων του Μάλι και να διεξάγουν πολεμικές επιχειρήσεις κατά των τρομοκρατικών δυνάμεων.
Πηγή: DDGeopolitics

ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ — African Corps, Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις

Τρέχουσα κατάσταση στη Δημοκρατία του Μάλι στις 30/04/2026

Η κατάσταση στη Δημοκρατία του Μάλι παραμένει περίπλοκη. Μαχητές των τρομοκρατικών ομάδων «JNIM» και «FLA» υπό κοινή διοίκηση συνεχίζουν να ανασυντάσσονται και να διενεργούν αναγνώριση των θέσεων των μονάδων του Αφρικανικού Σώματος και του Στρατού του Μάλι. Οι μαχητές της τρομοκρατικής ομάδας «ISSP», μετά την αποτυχημένη απόπειρά τους να διεκδικήσουν τον έλεγχο της πόλης Μενάκα, δεν παρουσιάζουν δραστηριότητα.
Ο εχθρός, με δυτικό συντονισμό, χρηματοδότηση και βοήθεια από δυτικά μέσα ενημέρωσης, διεξάγει μια εκστρατεία παραπληροφόρησης που στρέφεται κατά του Στρατού του Μάλι και του Αφρικανικού Σώματος.
Μονάδες του Στρατού του Μάλι στον οικισμό Σεμπαμπούγκου (Sébabougou) απέκρουσαν επιτυχώς επίθεση μαχητών της τρομοκρατικής ομάδας «JNIM».
Το Αφρικανικό Σώμα διατηρεί την παρουσία του στην πρώην βάση του ΟΗΕ κοντά στην πόλη Κιντάλ.
Η κατάσταση στην πρωτεύουσα Μπαμακό είναι σταθερή. Δεν υπάρχουν αναφορές συγκρούσεων τις τελευταίες 48 ώρες.
Στην περιοχή Κολοκάνι (βόρεια του Μπαμακό), εξουδετερώθηκαν ομάδες ανταρτών που υποχώρησαν από τα προάστια της πρωτεύουσας μετά από τις πρόσφατες απόπειρες αποσταθεροποίησης. Κοντά στο χωριό Κουάλα, ρωσικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια περιπολίας ανακάλυψαν και κατέστρεψαν κινητή ομάδα ανταρτών με μοτοσικλέτες.
Μια μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση έχει επίσης ξεκινήσει στο κεντρικό τμήμα της χώρας. Οι φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές εκκαθάρισαν τα περίχωρα του Σεβάρε, ενώ μονάδες εφόδου του Αφρικανικού Σώματος εντόπισαν μαχητές που υποχωρούσαν και κατέστρεψαν ένα μεγάλο στρατόπεδο του συνασπισμού.
Παρά τη σοβαρή κατάσταση στο Κιντάλ, η διοίκηση δεν χαλαρώνει την πίεση στο «νότιο μέτωπο». Η στρατηγική είναι απλή: να αποτραπεί ο εχθρός από το να ανασυνταχθεί και να απειλήσει τις πιο πυκνοκατοικημένες και οικονομικά σημαντικές περιοχές της χώρας. Η εκκαθάριση του νότου από «πυρήνες εν υπνώσει» είναι το κλειδί για να διασφαλιστεί ότι ο στρατός θα διαθέτει ασφαλή μετόπισθεν για μια ρεβάνς στο βορρά.
Οι μονάδες του Αφρικανικού Σώματος, από κοινού με τις Ένοπλες Δυνάμεις του Μάλι, συνεχίζουν να εκτελούν τα ανατεθέντα καθήκοντα, να διενεργούν ενεργή αναγνώριση και να καταστρέφουν εντοπισμένους εχθρικούς στόχους.
Πηγή: rybar

του Joaquin Flores*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Strategic-Culture, 29/04/2026

Στα δυτικά επιχειρηματικά μέσα ενημέρωσης και στον ακαδημαϊκό λόγο, ο αγώνας για ανεξαρτησία στην Υποσαχάρια Αφρική αναφέρεται συχνά σε παρελθόντα χρόνο, ωστόσο η μεγάλης κλίμακας και συντονισμού επίθεση της Αλ Κάιντα και του FLA στο Μάλι στις 25 Απριλίου, μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα στην περιοχή για να κατανοήσουμε την πραγματική κατάσταση. Πρόκειται για μια ευρύτερη, βραδύκαυστη εναλλακτική σε ένα κρίσιμο θέατρο επιχειρήσεων, που διαφορετικά θα μπορούσε να αποτελεί έναν παγκόσμιο πόλεμο του Τρίτου Κόσμου. Ένας πόλεμος όπου η εξέγερση, ο ανταγωνισμός για τους πόρους και τα εδραιωμένα εξωτερικά οικονομικά συμφέροντα που αντιτίθενται στην απελευθέρωση, συγκρούονται με αυξανόμενη ένταση. Και όλα αυτά μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αρκετών περιφερειακών πολέμων που εμπλέκουν τις ίδιες χώρες, εταιρικές σχέσεις και συμμαχίες.

Ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση στην Κεντρική και Δυτική Αφρική δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ζήτημα, αλλά ένας αγώνας ζωντανός και ενεργός, εδώ και τώρα. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι ολόκληρη η πρώην γαλλική αποικιακή Κεντρική και Δυτική Αφρική συνέχιζε, μέχρι πριν από λίγα μόλις χρόνια, να λειτουργεί μέσα στις διαρκείς δομές του γαλλικού οικονομικού και πολιτικού ιμπεριαλισμού, με μια ανεξαρτησία καθαρά βιτρίνας, προτού ένας αριθμός κρατών εισέλθει τελικά σε μια φάση ανοιχτής εξέγερσης κατά του Παρισιού, αμφισβητώντας μακροχρόνιες δομές εξωτερικής εξάρτησης και περιφερειακής ευθυγράμμισης.

Είναι απαραίτητη μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν. Ο πόλεμος των ΗΠΑ στη Λιβύη το 2011, όταν υποστήριξαν δομές της Αλ Κάιντα και μισθοφορικές ομάδες για να ανατρέψουν τη Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία[3], δημιούργησε μια ολοένα βαθύτερη ζώνη αστάθειας (που παραμένει άλυτη μέχρι σήμερα), μια σαλαφιστική[4] ιδεολογική διολίσθηση και ένα δίκτυο λαθρεμπορίου όπλων μέσω της Σαχάρας προς την Κεντρική και Δυτική Αφρική. Η Γαλλία εφάρμοσε στη συνέχεια ένα σενάριο παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποίησαν προηγουμένως οι ΗΠΑ στη Συρία: εργαλειοποίησε το πρόσχημα της δράσης τύπου Αλ Κάιντα για να αναπτύξει γαλλικές δυνάμεις σε εκείνες τις χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Αφρικής όπου υπήρχε παρουσία της Αλ Κάιντα ή/και του Ισλαμικού Κράτους.

Κινήματα και ομάδες που υποστηρίζουν την κυρίαρχη ηγεσία στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και τον Νίγηρα παραπονούνταν όλο και περισσότερο ότι η γαλλική στρατιωτική παρουσία υπό πλαίσια όπως η Επιχείρηση Μπαρχάν[5] —αν και τυπικά βασιζόταν στη διμερή συνεργασία— στην πράξη περιόριζαν την άσκηση εθνικής κυριαρχίας. Αυτό συνέβαινε καθώς οι προτεραιότητες ασφαλείας, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός και η στρατηγική στοχοθεσία αγνοούσαν τις εγχώριες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Το δόγμα της αντιτρομοκρατίας εκλαμβανόταν ευρέως ως κάτι που διαμορφώθηκε εξωτερικά και στη συνέχεια εφαρμόστηκε μέσω άνισων μηχανισμών συντονισμού, στους οποίους το τοπικό κράτος λειτουργούσε απλά ως εκτελεστής.

Γάλλοι στρατιώτες του 126ου Συντάγματος Πεζικού και στρατιώτες από το Μάλι, 17 Μαρτίου 2016.

Επομένως, η συνεχιζόμενη παρουσία των γαλλικών δυνάμεων στην εθνική επικράτεια ερμηνεύτηκε από αυτές τις αναδυόμενες ηγετικές ομάδες ως απόδειξη μιας απροκάλυπτης νεοαποικιακής αλαζονείας, ιδιαίτερα καθώς οι εθνικές δυνάμεις στερούνταν τον πλήρη έλεγχο ολόκληρων περιοχών της χώρας. Αυτό το επιχείρημα επεκτάθηκε στη συνέχεια και σε νομισματικές ρυθμίσεις, όπως το πλαίσιο του φράγκου CFA (Colonies Françaises d’Afrique-φράγκο Γαλλικών Αποικιών της Αφρικής), οι οποίες, σε συνδυασμό με τη συνεχή εξωτερική στρατιωτική εμπλοκή, δημιούργησαν μια κατάσταση που οι κυβερνήσεις αυτές χαρακτήρισαν ως κυριαρχία κατ’ όνομα, αλλά όχι πλήρης πρακτική εφαρμογή της στρατηγικής κυριαρχίας τους.

Αυτά τα κινήματα για εθνική κυριαρχία, ιδιαίτερα στους κόλπους του στρατού, προχώρησαν πέρα από την παλαιότερη έμμεση κριτική, υποστηρίζοντας με πολύ πιο οξύ τρόπο ότι οι γαλλικές δυνάμεις στην πράξη δεν αντιμετώπιζαν την τζιχαντιστική απειλή για την οποία είχαν επισήμως αναπτυχθεί. Αντιθέτως, οι συνεχιζόμενες επιχειρήσεις όπως η Μπαρχάν ενσωματώνονταν σε ένα ευρύτερο περιβάλλον “διαχειριζόμενης αστάθειας”. Η αντοχή οργανώσεων όπως η Jama’at Nusrat al-Islam wal-Muslimin (JNIM)[6] δεν εκλαμβανόταν ως επιχειρησιακή αποτυχία, αλλά ως απόδειξη ότι η αντιτρομοκρατική παρέμβαση ήταν απλώς ένα προκάλυμμα για μια παρατεταμένη εξωτερική στρατιωτική εμπλοκή, όπου η συνεχιζόμενη περιφερειακή ανασφάλεια και η παρουσία των ξένων δυνάμεων αλληλοτροφοδοτούνταν.

Εν ολίγοις, η Γαλλία στην πράξη υποστήριζε σε κάποιο βαθμό —ή ήταν σύμμαχος των δυτικών δυνάμεων που υποστήριζαν— ακριβώς αυτές τις ομάδες της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους που υποτίθεται ότι βρισκόταν εκεί για να εξουδετερώσει. Η ουσία της επιχείρησης ήταν η διασφάλιση της αστάθειας και η παράταση της γαλλικής στρατιωτικής κατοχής, ώστε να εμποδιστούν αυτές οι χώρες από το να αναπτυχθούν οικονομικά και να ασκήσουν μια πολυμερή και εθνικά κυρίαρχη διπλωματία. Τελικά, ηγέτες του στρατού με εθνική συνείδηση άρχισαν να καταστρώνουν σχέδιο, την ώρα που οι κατ’ όνομα πολιτικές κυβερνήσεις λειτουργούσαν ως απλά φερέφωνα αυτού που είχε εξελιχθεί σε γαλλική επανακατοχή. Αυτοί οι αξιωματικοί είπαν τελικά “ως εδώ” και τότε, το φάντασμα του Τόμας Σανκάρα[7] πήρε σάρκα και οστά.

Κατά συνέπεια, οι ηγετικές ομάδες που υποστηρίζουν την εθνική κυριαρχία, ιδιαίτερα μέσα στο ίδιο το στράτευμα, πήραν τον έλεγχο όσων είχαν απομείνει από τις εθνικές κυβερνήσεις στο Μάλι (2020–2021), την Μπουρκίνα Φάσο (2022) και τον Νίγηρα (2023). Σταδιακά διέκοψαν τους δεσμούς τους με τους θεσμούς της ECOWAS (Οικονομική Κοινότητα των Κρατών της Δυτικής Αφρικής), ερχόμενες αντιμέτωπες με κυρώσεις και αναστολή της συμμετοχής τους, ενώ σχημάτισαν τη Συμμαχία των Κρατών του Σαχέλ (Alliance des États du Sahel – AES). Παράλληλα, διέκοψαν τις συνεργασίες τους στον τομέα της ασφάλειας με την Επιχείρηση Μπαρχάν, στρεφόμενες όλο και περισσότερο προς τη ρωσική στρατιωτική βοήθεια, αρχικά μέσω της Ομάδας Wagner και, αργότερα [μετά τη διάλυση της Wagner από τη Ρωσία], μέσω του πλαισίου των African Corps (Αφρικανικών Σωμάτων) του Ρωσικού Υπουργείου Άμυνας.

Όσα εκτυλίχθηκαν τις τελευταίες ημέρες σε ολόκληρο το Μάλι, από την ανήσυχη περιφέρεια του Μπαμακό μέχρι τους από καιρό αμφισβητούμενους βόρειους διαδρόμους, αναφέρονται ως “συντονισμένες επιθέσεις”: ένοπλοι σχηματισμοί που συνδέονται με την οργάνωση Jama’at Nusrat al-Islam wal-Muslimin (JNIM-παρακλάδι της Αλ Κάιντα), σε επιχειρησιακή ευθυγράμμιση με το —κυριαρχούμενο από Τουαρέγκ— Μέτωπο Απελευθέρωσης του Αζαβάντ, εξαπέλυσαν μια ευρεία γεωγραφικά επίθεση που έπληξε σχεδόν ταυτόχρονα το Κάτι, τη Σεβαρέ, την Γκάο και το Κιντάλ. Πυροβολισμοί και εκρήξεις καταγράφηκαν ακόμη και σε κοντινή απόσταση από το Διεθνές Αεροδρόμιο Μοντίμπο Κέιτα και, πιο στοχευμένα, γύρω από το ίδιο το Κάτι, όπου η κύρια στρατιωτική βάση και η κατοικία του Προέδρου του Μάλι, Ασσίμι Γκόιτα, βρίσκονται σε συμβολική εγγύτητα — μια υπενθύμιση ότι στο Μάλι, η γεωγραφία και η εθνική κυριαρχία τείνουν να επικαλύπτονται με τρόπο μάλλον άβολο

Οι Ένοπλες Δυνάμεις του Μάλι αρχικά χαρακτήρισαν τους επιτιθέμενους ως «άγνωστες τρομοκρατικές ομάδες», δηλώνοντας στη συνέχεια ότι η κατάσταση τελεί υπό έλεγχο, σημειώνοντας όμως πως οι επιχειρήσεις παρέμεναν σε εξέλιξη. Ορισμένες ανεπιβεβαίωτες αναφορές υπέδειξαν ότι έως και χίλιοι μαχητές της οργάνωσης JNIM και συμμάχων της σκοτώθηκαν από πλήγματα των Αφρικανικών Σωμάτων — κάτι που, αν και καθησυχαστικό «στα χαρτιά», ελάχιστα συγκαλύπτει τον ουσιαστικό χαρακτήρα του επεισοδίου: ότι πολλαπλοί κόμβοι του κράτους δοκιμάστηκαν ταυτόχρονα. Περιλαμβάνει τον αναφερόμενο θάνατο του Υπουργού Άμυνας του Μάλι, Σαντίο Καμαρά (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της JNIM που επιβεβαιώθηκαν αργότερα από το Reuters), καθώς και τη στοχοποίηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Κάτι και αεροπορικών υποδομών στο Μπαμακό — μια επιχείρηση που υποδηλώνει σχεδιασμό που δεν συνδέεται συνήθως με μια αυτοσχέδια εξέγερση.

Μέλος των Αφρικανικών Σωμάτων με τη Σοβιετική σημαία: «Θυμόμαστε!»

Ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, άφησε να εννοηθεί ότι δυτικοί παράγοντες και ειδικότερα η Γαλλία, συμμετέχουν στις προσπάθειες αποσταθεροποίησης των κυβερνήσεων στο Μπαμακό, την Ουαγκαντούγκου και το Νιαμέι, οι οποίες αποδείχθηκαν ανεπαρκώς ενδοτικές σε σχέση με τις προηγούμενες. Την ίδια στιγμή, οι ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών προχώρησαν ακόμη περισσότερο, ισχυριζόμενες ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν ενέκρινε σχέδια για την εξόντωση αυτών που τόσο κομψά αποκαλούν «ανεπιθύμητους ηγέτες» — μια διατύπωση που καταφέρνει να συμπυκνώσει σε δύο λέξεις ολόκληρο το πρόβλημα της μετα-αποικιακής κυριαρχίας. Οι γαλλικές αρχές, αναμενόμενα, αρνούνται οποιονδήποτε ρόλο στην τρομοκρατική εξέγερση στο Μάλι, παρά την ανοιχτά εκπεφρασμένη επιθυμία τους να εξουδετερώσουν πρόσωπα που ταιριάζουν ακριβώς στο προφίλ ανδρών όπως ο Υπουργός Άμυνας Καμαρά.

Το αν αποδέχεται κανείς αυτούς τους ισχυρισμούς, είτε από τη ρωσική είτε από τη γαλλική πλευρά, είναι στην πράξη δευτερεύον μπροστά στη διαπίστωση: την επιμονή ενός χρηματοπιστωτικού και νομισματικού συστήματος στο οποίο μεγάλα τμήματα της γαλλόφωνης Αφρικής παραμένουν —μέσω κληροδοτημένων μηχανισμών και τραπεζικών εξαρτήσεων— προσδεδεμένα σε παρισινά ιδρύματα, τα οποία με τη σειρά τους είναι ενταγμένα στο ευρύτερο περιβάλλον ρευστότητας της Wall Street και του City του Λονδίνου. Πρόκειται για μια δομή που αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική όσο και εκμεταλλευτική, κυρίως επειδή συνοδεύεται, εδώ και δεκαετίες, από μια σχεδόν τελετουργική επανάληψη της ρητορικής περί απελευθέρωσης, ανάπτυξης και εταιρικής σχέσης, έτσι ώστε η αντίφαση μεταξύ μορφής και ουσίας επιτράπηκε να διατηρηθεί αρκετά, ώστε να αποκτήσει το λούστρο της κανονικότητας.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την κατάσταση, οι δυνάμεις εθνικής απελευθέρωσης στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και τον Νίγηρα ανήλθαν στην εξουσία και συμμάχησαν με τη Ρωσική Ομοσπονδία η οποία, από την πλευρά της, τήρησε τη δέσμευσή της να υποστηρίζει τέτοιου είδους αγώνες ανεξαρτησίας στον αναπτυσσόμενο κόσμο και στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο, όπως είχε πράξει και σε προγενέστερη εποχή, με τη μορφή της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, αυτό το κεφάλαιο στην αναδυόμενη ιστορία της Αφρικής είναι ταυτόχρονα στραμμένο προς το μέλλον αλλά και στις μνήμες του παρελθόντος, προκαλώντας επίσης και μια δόση νοσταλγίας.

Από αυτή την άποψη, το τρέχον κύμα βίας προσλαμβάνει μια κάπως διαφορετική προοπτική: αντικαθεστωτικές ομάδες όπως η JNIM και οι περιστασιακές τακτικές συγκλίσεις τους με αυτονομιστικούς σχηματισμούς όπως το FLA, λειτουργούν ως προκλήσεις ασφαλείας μέσα σε μια ευρύτερη αναμέτρηση των κρατών του Σαχέλ για να αποσπαστούν ουσιαστικά από τα γαλλικά οικονομικά και πολιτικά κυκλώματα που ιστορικά τα καθόριζαν — ή αν τέτοιες προσπάθειες θα αντιμετωπιστούν, όπως έχει συμβεί σε άλλες εποχές και μέρη, με ένα μείγμα πίεσης, αποσταθεροποίησης και, αν αποδεχθεί κανείς τις πιο αιχμηρές καταγγελίες, με στοχευμένη εξόντωση ανεπιθύμητων ηγεσιών.

Η αναφορά σε εξωτερικούς παράγοντες δεν σταματά στη Γαλλία. Υπάρχουν επίσης επαναλαμβανόμενες κατηγορίες που στρέφονται κατά του Ουκρανού Προέδρου Ζελένσκι, που φέρεται να παρέχει πληροφορίες ή ικανότητα χρήσης drones σε αντικαθεστωτικά στοιχεία που πρόσκεινται στην Αλ Κάιντα και το ISIS[8]. Αυτοί οι ισχυρισμοί συμβάλλουν στο να καταστεί όλο και πιο πυκνός ο γεωπολιτικός χαρακτήρας αυτού που κάποτε περιγραφόταν, κάπως αφελώς, ως μια περιφερειακή σύγκρουση. Φαίνεται επίσης να υπάρχουν Δυτικοί μαχητές —Ευρωπαίοι ή της ομάδας A5[9]— ανάμεσα σε αυτές τις τρομοκρατικές ομάδες, όπως απεικονίζεται στην εικόνα (φωτο δεξιά) του νεκρού τρομοκράτη/μισθοφόρου από τις πρόσφατες μάχες στο Μάλι.

Κι όμως, παρά τους συνεχείς αντικρουόμενους ισχυρισμούς, μια ορατή μετατόπιση βρίσκεται σε εξέλιξη: τρεις αφρικανικές χώρες, αφού εκδίωξαν τις γαλλικές δυνάμεις και αποστασιοποιήθηκαν από την ECOWAS, οικοδομούν —άνισα αλλά με επιμονή— εναλλακτικές εταιρικές σχέσεις ασφαλείας. Όπως προείπαμε, αυτή η προσπάθεια εκδηλώνεται εμφανώς μέσω της Ρωσίας και των Αφρικανικών Σωμάτων —που προέκυψαν από τη Wagner- και η οποία, όποιους περιορισμούς κι αν έχει, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια συγκρότησης ενός πλαισίου ασφαλείας που δεν υποτάσσεται άμεσα στα παλιά μητροπολιτικά κέντρα των αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που τρέφονταν σαν βαμπίρ από τις φλέβες της Αφρικής. Όμως, όπως δήλωσε ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν μόλις πριν δύο χρόνια: «…Υπάρχει μια πολύ ισχυρή επιθυμία στις δυτικές ελίτ να “παγώσουν” την τρέχουσα άδικη κατάσταση στα διεθνή πράγματα. Πέρασαν αιώνες γεμίζοντας τις κοιλιές τους με ανθρώπινη σάρκα και τις τσέπες τους με χρήμα. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι ο χορός των βρικολάκων τελειώνει».

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως η υπόσχεση της αφρικανικής απελευθέρωσης των μέσων του 20ού αιώνα γνώρισε μια ασυνήθιστα μακρά περίοδο επώασης, κατά την οποία το τυπικό τέλος της αποικιακής διοίκησης συνυπήρξε αρκετά άνετα —αν και αξιοθρήνητα— με τη διατήρηση της οικονομικής ιεραρχίας που διέφερε περισσότερο στη γλώσσα παρά στο αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι αυτή η δομή συναντά τώρα αντιστάσεις δεν προκαλεί έκπληξη, αν και ο τρόπος με τον οποίο ξηλώνεται είναι, όπως πάντα, λιγότερο κομψός από ό,τι θα προτιμούσαν οι υποστηρικτές της. Αλλά όπως λένε, δεν μπορείς να φτιάξεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά.

Έτσι, υπάρχουν ενδείξεις ότι η παρούσα στιγμή δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμα κύκλο του ίδιου μοτίβου, αλλά την αρχή μιας πιο ουσιαστικής αναδιάταξης. Μιας αναδιάταξης όπου η ικανότητα των Γάλλων, αλλά και των Βρετανών παραγόντων να υπαγορεύουν όρους μειώνεται δραματικά —παρότι το εμπόριο μαζί τους συνεχίζεται και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αυξηθεί— και όπου η ιδέα της αφρικανικής ανεξαρτησίας, το πολυτραγουδισμένο όνειρο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων για αρκετούς αιώνες, αρχίζει να αποκτά νόημα. Πρόκειται για μια εξέλιξη η οποία, αν συνεχιστεί, ίσως τελικά αχρηστεύσει τα πιο προσχηματικά και τυπικά στοιχεία της μετα-αποικιακής ρητορικής, αντικαθιστώντας τα με την πραγματική ουσία.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Front de Libération de l’Azawad (FLA – Μέτωπο Απελευθέρωσης του Αζαβάντ). Πρόκειται για ένα από τα δύο ένοπλα κινήματα των Τουαρέγκ στο βόρειο Μάλι (την περιοχή που αποκαλούν Αζαβάντ). Το FLA ήταν μέρος ενός ευρύτερου συνασπισμού που από το 2012 διεκδικεί την αυτονομία ή την ανεξαρτησία της περιοχής από την κεντρική κυβέρνηση του Μάλι, αν και οι συμμαχίες στο πεδίο (τόσο μεταξύ των εθνικιστών Τουαρέγκ, όσο και με τις τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα) είναι συχνά ρευστές και περίπλοκες. Το FLA ήταν ενταγμένο στο Στρατηγικό Πλαίσιο για την Άμυνα του Λαού του Αζαβάντ (γαλλικά: Cadre stratégique pour la défense du peuple de l’Azawad· CSP-DPA), ένα συνασπισμό πολιτικών και στρατιωτικών κινημάτων στο βόρειο Μάλι που σχηματίστηκε στις 6 Μαΐου 2021, ως συμμαχία μεταξύ του Συντονισμού των Κινημάτων του Αζαβάντ (CMA) και της Πλατφόρμας. Τον Σεπτέμβριο του 2023, η Πλατφόρμα αποχώρησε από το CSP-PSD λόγω του πολέμου του CMA με τη σημερινή κυβέρνηση του Μάλι.
Ο Συντονισμός των Κινημάτων του Αζαβάντ (γαλλικά: Coordination des mouvements de l’Azawad -CMA) είναι ένας συνασπισμός ανεξάρτητων εθνικιστικών ομάδων Τουαρέγκ που σχηματίστηκε στο Μάλι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στο Βόρειο Μάλι το 2014.
Η Πλατφόρμα των Κινημάτων της 14ης Ιουνίου 2014 στο Αλγέρι (γαλλικά: Plateforme des mouvements du 14 juin 2014 d’Alger), επίσης γνωστή ως Πλατφόρμα Κινημάτων Αυτοάμυνας ή Πλατφόρμα, αποτελεί μια συμμαχία ένοπλων ομάδων Τουαρέγκ φιλικών με την παρούσα κυβέρνηση του Μάλι που σχηματίστηκε μετά την έναρξη του πολέμου στο Μάλι (κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στις 14 Ιουνίου 2014 στο Αλγέρι).
Ο Πόλεμος στο Μάλι αποτελεί μια συνεχιζόμενη σύγκρουση που ξεκίνησε στις 16 Ιανουαρίου 2012 με μια εξέγερση των Τουαρέγκ στο βόρειο Μάλι και τον βόρειο Νίγηρα. Στους αντάρτες περιλαμβανόταν και το Εθνικό Κίνημα για την Απελευθέρωση του Αζαβάντ (MNLA), μια ομάδα που αγωνιζόταν για μεγαλύτερη αυτονομία της περιοχής. Το MNLA αρχικά συμμάχησε με την τζιχαντιστική οργάνωση Ansar Dine, η οποία, με τη σειρά της, συμμάχησε με άλλες σαλαφιστικές τζιχαντιστικές οργανώσεις, όπως η Αλ Κάιντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ.
Στην ουσία, ο πόλεμος στο Μάλι και το Νίγηρα είναι συνέπεια της διάλυσης από τη Δύση του κράτους της Λιβύης και της δολοφονίας του Καντάφι. Από τον Φεβρουάριο του 2011, μετά την κατάρρευση της Λιβύης, εκατοντάδες Τουαρέγκ μαχητές που συμμετείχαν στις εξεγέρσεις εναντίον του Καντάφι και έμειναν μετά άνεργοι, επέστρεψαν στο Μάλι με μεγάλα αποθέματα όπλων. Εισήλθαν επίσης στο Μάλι οι αντάρτες του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου, ωθούμενοι από οικονομικούς λόγους και με ξένη χρηματοδότηση. Τον Οκτώβριο του 2011, οι μαχητές αυτοί ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις στο Ζακάκ με τοπικούς ηγέτες της περιοχής, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό του Εθνικού Κινήματος για την Απελευθέρωση του Αζαβάντ (MNLA), που αποτελεί συνιστώσα του FLA.
Το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο (NTC) ήταν μια μεταβατική κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης το 2011. Αφού οι δυνάμεις των ανταρτών ανέτρεψαν την Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία του Μουαμάρ Καντάφι τον Αύγουστο του 2011, το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο κυβέρνησε με φωτιά και τσεκούρι τη Λιβύη για άλλους δέκα μήνες και αποχώρησε τον Ιούλιο του 2012, οπότε και εντάθηκαν οι συγκρούσεις στο Μάλι.
Το FLA χρηματοδοτείται από τη Γαλλία, την Αλγερία, το Κατάρ και την Ουκρανία (!), μέσω της χρηματοδότησης που της παρέχει η ΕΕ από τις τσέπες μας. Η κυβέρνηση του Μάλι το χαρακτηρίζει επίσημα ως τρομοκρατική οργάνωση. Διεθνείς οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και η FIDH κατηγορούν τις συνιστώσες του (κυρίως το MNLA) για εγκλήματα πολέμου, ομαδικούς βιασμούς, βασανιστήρια, εκτελέσεις και στρατολόγηση παιδιών.

[2] Η Open-Source Intelligence (OSINT), στα ελληνικά “Πληροφορίες Ανοιχτών Πηγών”, είναι η πρακτική της συλλογής, ανάλυσης και κατανόησης πληροφοριών από δημόσια διαθέσιμες πηγές για την παραγωγή αξιοποιήσιμων πληροφοριών.

[3] Τζαμαχιρία: Το πολιτικό σύστημα της Λιβύης από το 1977 έως το 2011. Προέρχεται από την αραβική λέξη jamahir (μάζες) και μεταφράζεται συνήθως ως «κράτος των μαζών». Σύμφωνα με το «Πράσινο Βιβλίο» του Καντάφι, το σύστημα αυτό καταργούσε τα κόμματα και το κοινοβούλιο υπέρ της «άμεσης δημοκρατίας» μέσω λαϊκών συνεδρίων και επιτροπών.

[4] Ο όρος Σαλαφιστής (ή Σαλάφι) αναφέρεται σε έναν οπαδό του Σαλαφισμού, ενός υπερσυντηρητικού, μεταρρυθμιστικού κινήματος εντός του Σουνιτικού Ισλάμ που υποστηρίζει την επιστροφή στις πρακτικές και τις πεποιθήσεις των Σαλάφ αλ-Σάλιχ («ευσεβών προκατόχων»), των τριών πρώτων γενεών Μουσουλμάνων (περίπου 610–710 μ.Χ.). Οι Σαλαφιστές στοχεύουν να μιμηθούν ένα υποτιθέμενα καθαρό, ανόθευτο Ισλάμ εκείνης της εποχής, απορρίπτοντας τις μεταγενέστερες καινοτομίες (μπιντά) και δίνοντας έμφαση στην αυστηρή προσήλωση στο Κοράνι και τη Σούννα (τις παραδόσεις του Προφήτη) και σε μια κυριολεκτική ερμηνεία των ισλαμικών κειμένων. Ο Τζιχαντιστικός Σαλαφισμός αποτελεί μια μαχητική μειονότητα που δικαιολογεί τη βία για την εγκαθίδρυση ισλαμικής διακυβέρνησης, συχνά συνδεδεμένη με ομάδες όπως η Αλ Κάιντα ή το ISIS. Χρησιμοποιούν σαλαφιστική ρητορική, αλλά καταδικάζονται από άλλους Σαλαφιστές για εξτρεμισμό και τακφίρ (ως αποστάτες του Ισλάμ).

[5] Η Επιχείρηση Μπαρχάν (Operation Barkhane) ήταν μια ευρείας κλίμακας γαλλική στρατιωτική επιχείρηση κατά των τζιχαντιστικών οργανώσεων στην περιοχή του Σαχέλ (Μάλι, Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρας, Τσαντ και Μαυριτανία).
Ξεκίνησε την 1η Αυγούστου 2014, διαδεχόμενη την επιχείρηση Serval στο Μάλι, με στόχο την καταπολέμηση τρομοκρατικών ομάδων όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, σε συνεργασία με τις τοπικές δυνάμεις (G5 Sahel). Παρά κάποιες στρατιωτικές νίκες, η βία όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά εξαπλώθηκε από το βόρειο Μάλι προς το κέντρο και στις γειτονικές χώρες (Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρας). Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αποικιακή συμπεριφορά των Γάλλων και τις «παράπλευρες απώλειες αμάχων» που προκάλεσαν (όπως τον βομβαρδισμό ενός γάμου στο Bounti το 2021) τροφοδότησε έντονες λαϊκές διαμαρτυρίες και στρατιωτικές εξεγέρσεις. Η επιχείρηση Μπαρχάν τερματίστηκε επίσημα τον Νοέμβριο του 2022, οι Γάλλοι εκδιώχθηκαν κι από τα τρία κράτη (Μάλι, Νίγηρα, Μπουρκίνα Φάσο), τα οποία στη συνέχεια ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από τη Ρωσία.

[6] Η Jama’at Nusrat al-Islam wal-Muslimin (JNIM) είναι η κύρια τζιχαντιστική συμμαχία στο Σαχέλ και το επίσημο παρακλάδι της Αλ Κάιντα στην περιοχή.
Ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2017 μέσω της συγχώνευσης τεσσάρων οργανώσεων: της Ansar Dine, της Al-Mourabitoun, του Μετώπου Απελευθέρωσης της Macina και του παραρτήματος της Αλ Κάιντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ (AQIM) με στόχο την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους υπό τον νόμο της Σαρία. Επικεφαλής της είναι ο Iyad Ag Ghaly, ένας ιστορικός ηγέτης των Τουαρέγκ που μετατράπηκε σε σκληροπυρηνικό ισλαμιστή. Ευθύνεται για τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις στο Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και τον Νίγηρα, ενώ επεκτείνεται πλέον και προς τις χώρες του Κόλπου της Γουινέας.

[7] Ο Τόμας Σανκάρα (1949 – 1987) ήταν στρατιωτικός αξιωματικός από την Μπουρκίνα Φάσο, μαρξιστής και επαναστάτης του παναφρικανικού κινήματος, ο οποίος, μετά την ανάληψη της εξουσίας με πραξικόπημα, παρέμεινε ως ο πρώτος Πρόεδρος της Μπουρκίνα Φάσο από το 1983 μέχρι τη δολοφονία του το 1987. Σε ηλικία 33 ετών, ο Σανκάρα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας του Άνω Βόλτα και ξεκίνησε μια άνευ προηγουμένου σειρά κοινωνικών, οικολογικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων που αποτελούσαν μέρος αυτού που αποκαλούσε λαϊκή δημοκρατική επανάσταση. Το 1984, ο Σανκάρα επέβλεψε την μετονομασία της χώρας σε Μπουρκίνα Φάσο («γη των έντιμων ανθρώπων») και έγραψε προσωπικά τον εθνικό της ύμνο.
Η εξωτερική του πολιτική επικεντρώθηκε στον αντιιμπεριαλισμό και απέρριψε δάνεια και κεφάλαια από οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δημιούργησε στενές σχέσεις με την Κούβα, τη Λιβύη και υποστήριξε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Πολισάριο της Δυτικής Σαχάρας, την Παλαιστίνη, τη Νικαράγουα και το Νοτιοαφρικανικό Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC) στην πάλη του κατά του καθεστώτος απαρτχάιντ.
Οι εσωτερικές του πολιτικές περιλάμβαναν την πρόληψη της πείνας, την αγροτική μεταρρύθμιση και την αναστολή των αγροτικών κεφαλικών φόρων, καθώς και μια πανεθνική εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού και ένα πρόγραμμα εμβολιασμού για τη μείωση της μηνιγγίτιδας, του κίτρινου πυρετού και της ιλαράς. Τα προγράμματα υγείας του Σανκάρα διένειμαν εκατομμύρια δόσεις εμβολίων σε παιδιά σε όλη την Μπουρκίνα Φάσο. Η κυβέρνησή του επικεντρώθηκε επίσης στην κατασκευή σχολείων, κέντρων υγείας, δεξαμενών νερού και έργων υποδομής. Καταπολέμησε την ερημοποίηση του Σαχέλ φυτεύοντας περισσότερα από 10 εκατομμύρια δέντρα. Κοινωνικά, η κυβέρνησή του επέβαλε την απαγόρευση της γυναικείας περιτομής, των αναγκαστικών γάμων και της πολυγαμίας.
Στις 15 Οκτωβρίου 1987, ο Σανκάρα δολοφονήθηκε από στρατεύματα του πραξικοπηματία Μπλεζ Κομπαορέ, που ανέλαβε την ηγεσία της χώρας λίγο αργότερα. Η ανατροπή και η δολοφονία του Σανκάρα είχε ως κύριο υποκινητή τη Γαλλία (του σοσιαλιστή Μιττεράν) και σχεδιάστηκε από τη CIA με τη συμμετοχή του γαλλικού προτεκτοράτου της Ακτής Ελεφαντοστού ως βάση των επιχειρήσεων. Ο Κομπαορέ ανέτρεψε αμέσως τις εθνικοποιήσεις και σχεδόν όλες τις πολιτικές του Σανκάρα, επανεντάχθηκε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα για να συγκεντρώσει «απεγνωσμένα απαραίτητα» κεφάλαια για την αποκατάσταση της «διαλυμένης» οικονομίας και τελικά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομιάς του Σανκάρα. Η δικτατορία του Κομπαορέ παρέμεινε στην εξουσία για 27 χρόνια μέχρι την ανατροπή της από λαϊκές διαμαρτυρίες το 2014. Το 2021, κατηγορήθηκε επίσημα από στρατιωτικό δικαστήριο για τη δολοφονία του Σανκάρα , κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

[8] ISIS: Ισλαμικό Κράτος.

[9] Α5: Οι Five Eyes (Πέντε Μάτια) είναι μια συμμαχία μυστικών υπηρεσιών της Αγγλόσφαιρας που περιλαμβάνει την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

* Ο Χοακίν Φλόρες είναι Μεξικανο-Αμερικανός δημοσιογράφος και αναλυτής. Εκπαιδεύτηκε στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων και της Διεπαγγελματικής Εκπαίδευσης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες. Στο παρελθόν διετέλεσε επιχειρηματίας και οργανωτής για το συνδικάτο SEIU [το μεγαλύτερο συνδικάτο υγειονομικών και δημοσίων υπαλλήλων στις ΗΠΑ, Καναδά και Πουέρτο Ρίκο, με 2 εκατομμύρια μέλη]. Δημοσιεύει διεθνώς σε θέματα γεωπολιτικής, πολέμου και διπλωματίας. Είναι διευθυντής του Κέντρου Συγκρητικών Σπουδών με έδρα το Βελιγράδι και Αρχισυντάκτης στο Fort Russ News.

Πηγή: strategic-culture.su