Όπως δείχνει περίτρανα η ιστορία, παλιά και νέα, η Αυτοκρατορία και ο Σιωνιστής ‘μπροστινός’ της υποτίμησαν τους Άνσαρ Αλλάχ, τη Χεζμπολλάχ, το Ιράν και την ευρύτερη Αντίσταση με τεράστιο κίνδυνο για τους ίδιους —αλλά επιμένουν να συνεχίζουν. (Εικονογράφηση της Zeinab elHajj για το AlMayadeen English).

Ο Κιτ Κλάρενμπεργκ υποστηρίζει ότι η ανθεκτικότητα της Χεζμπολλάχ στο πεδίο της μάχης καταστρέφει τις φιλοδοξίες για το «Μεγάλο Ισραήλ», εκθέτοντας την ισραηλινή υπερεπέκταση και τη στρατηγική εξάντληση. Ο πόλεμος του «Ισραήλ» αποκαλύπτει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο λανθασμένων υπολογισμών, όπου η στρατιωτική κλιμάκωση παράγει μειωμένα οφέλη για το Τελ Αβίβ.

Δείτε επίσης του Kit Klarenberg:
Καταρρέουσα Αυτοκρατορία: Η Αντίσταση Αφοπλίζει το Ισραήλ

του Kit Klarenberg*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Almayadeen, 15/04/2026

Στις 8 Απριλίου, η σιωνιστική οντότητα κατάφερε δαιμονικά πλήγματα στην καρδιά της Βηρυτού, ρίχνοντας βόμβες βάρους μισού τόνου σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, σκοτώνοντας αμέτρητους αμάχους και τραυματίζοντας πολλούς περισσότερους. Συνιστώντας μία από τις πιο ειδεχθείς μαζικές δολοφονίες στον Λίβανο από το τέλος της ισραηλινής επιθετικότητας του 2024, σηματοδότησε την επανέναρξη της δηλωμένα γενοκτονικής εισβολής του «Ισραήλ». Με τις βόμβες να πέφτουν βροχή την ώρα που διεξάγονται σπάνιες δια ζώσης συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών, οι έποικοι υποστηριζόμενοι από τις Σιωνιστικές Δυνάμεις Κατοχής κινούνται γρήγορα για να εγκαταστήσουν μια μόνιμη παρουσία στο νότιο τμήμα της χώρας.

Η απότομη παύση του πολέμου κατά του Ιράν, που συντηρείται από τους αντιμαχόμενους αποκλεισμούς του Στενού του Ορμούζ, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της μακροχρόνιας απόφασης της σιωνιστικής οντότητας να προσαρτήσει λιβανέζικα εδάφη, για το σκοπό του «Μεγάλου Ισραήλ». Η εγκληματική εισβολή του Τελ Αβίβ ξεκίνησε στις 16 Μαρτίου, βαφτισμένη οργουελιανά από τους αξιωματούχους του ως «στοχευμένη χερσαία επιχείρηση εναντίον βασικών στόχων». Πέρασαν 10 ημέρες μέχρι τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία να δεήσουν να την ονομάσουν εισβολή.

Στις 23 Μαρτίου, ο υπουργός Οικονομικών του Τελ Αβίβ, Μπεζαλέλ Σμότριτς —που αυτοαποκαλείται φασίστας— κατέστησε τους στόχους του «Ισραήλ» αναμφισβήτητους. Προέτρεψε τις Σιωνιστικές Δυνάμεις Κατοχής (ΣΔΚ) να προσαρτήσουν επίσημα τον νότιο Λίβανο. Έκτοτε, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, χιλιάδες έχουν σκοτωθεί και οι μη στρατιωτικές υποδομές ισοπεδώνονται μαζικά. Παρόλο που ένα σημαντικό τμήμα της χώρας τελεί πλέον υπό κατοχή, το κόστος για το Τελ Αβίβ ήταν δυσβάσταχτο. Τα αδιάκοπα πυρά της Χεζμπολλάχ προκάλεσαν βαριές απώλειες και ρεκόρ απωλειών σε εξοπλισμό και οχήματα, συμπεριλαμβανομένων 21 αρμάτων μάχης Μερκάβα σε μία μόνο ημέρα, στις 26 Μαρτίου.

Στις 2 Απριλίου, τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης διαφήμισαν ανοιχτά την επικείμενη κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο κατά του Ιράν. Αποκαλύφθηκε ότι η σιωνιστική οντότητα ετοιμαζόταν να εντείνει την αεροπορική της εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου, λόγω της τεράστιας ζημιάς που προκλήθηκε στις ΣΔΚ από την Αντίσταση. Το Τελ Αβίβ φέρεται να σχεδίαζε να «[μειώσει] την τρέχουσα εστίαση στο Ιράν», προκειμένου να υποστηρίξει «τις ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις που επιχειρούσαν να καταλάβουν λιβανέζικο έδαφος». Αν δεν είχε εξαπολυθεί κόλαση από τους ουρανούς, οι ΣΔΚ θα αντιμετώπιζαν αυτή τη στιγμή μεγάλο πρόβλημα.

Στις 5 Απριλίου, ο επικεφαλής της Βόρειας Διοίκησης των ΣΔΚ παραδέχτηκε ότι το Τελ Αβίβ είχε υπερεκτιμήσει κατάφωρα τη ζημιά που προκλήθηκε στη Χεζμπολλάχ κατά την εισβολή τους στον Λίβανο τον Οκτώβριο του 2024. Οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αρχηγοί της οντότητας ισχυρίζονταν εδώ και καιρό ότι το κίνημα της Αντίστασης εξαφανίστηκε μετά την παράνομη επέμβαση. Οι ΣΔΚ εκτιμούσαν ότι το 70-80% των πυραυλικών δυνατοτήτων της Χεζμπολλάχ καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 2024. Αυτή η ονειροπόληση διαλύθηκε ολοκληρωτικά από εκατοντάδες βλήματα της Χεζμπολλάχ που στόχευαν το Τελ Αβίβ καθημερινά, καθ’ όλη τη διάρκεια του σιωνιστικο-αμερικανικού πολέμου κατά του Ιράν.

Δεν είναι περίεργο που η σύγκρουση ανεστάλη. Η Χεζμπολλάχ παραμένει ένας τρομερός αντίπαλος, που μπορεί ανεξάρτητα, αλλά και σε συνεργασία με τους συντρόφους της στην Αντίσταση, να ματαιώσει την προσάρτηση των λιβανέζικων εδαφών από το Τελ Αβίβ και να εκδιώξει οριστικά τους Σιωνιστές εποίκους από τη βόρεια Παλαιστίνη. Αυτό διαλύει το σχέδιο του «Μεγάλου Ισραήλ», το οποίο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου λαχταρά ανοιχτά να αποτελέσει τη διαχρονική πολιτική του κληρονομιά και κυριολεκτικά το χαρτί του «να γλιτώσει τη φυλακή». Ως εκ τούτου, ο νότιος Λίβανος πρέπει να προσαρτηθεί και η Χεζμπολλάχ να εξουδετερωθεί. Αλλά αυτή η προσπάθεια, όπως και πριν, θα καταλήξει σε μοιραία καταστροφή.

«Αναγκαστικές Εκπατρίσεις»

Τον Ιούνιο του 1982, Σιωνιστές μαχητές εισέβαλαν στον Λίβανο, δήθεν για να εκδιώξουν τους Παλαιστίνιους μαχητές για ελευθερία από τα υποτιθέμενα βόρεια σύνορα της οντότητας. Γρήγορα, έγινε φανερό ότι ο πραγματικός στόχος των ΣΔΚ ήταν η εθνοκάθαρση, οι σφαγές και η κλοπή γης[1]. Όπως σημειώνει μια αποχαρακτηρισμένη έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Πληροφοριών (NIC) των ΗΠΑ, τον Ιούλιο του 1983, οι υπερσιωνιστές τότε, όπως και τώρα, απαιτούσαν την ολοκληρωτική προσάρτηση του νότιου Λιβάνου. Κι αυτό ακριβώς συνέβη προσωρινά, μέχρι που η Χεζμπολλάχ εκδίωξε αποφασιστικά τους ΣΔΚ το 2000. Παρόλη αυτή την πορεία, το Τελ Αβίβ δεν πήρε τα προφανή μαθήματα.

Το Συμβούλιο προέβλεψε σωστά ότι οι ΣΔΚ θα δημιουργούσαν ένα κράτος-μαριονέτα στο νότο, για να εκπληρώνει «ορισμένα καθημερινά καθήκοντα διακυβέρνησης», ενώ «η πραγματική εξουσία θα παραμένει στα χέρια του Ισραήλ». Παρά το γεγονός ότι έκρινε το κόστος «της ημιμόνιμης κατοχής» ως «όχι ασήμαντο», θεωρήθηκε «διαχειρίσιμο», λόγω του «αποδεδειγμένου ιστορικού» της οντότητας στην καταστολή των «αναταραχών» σε εδάφη που κατέχει παράνομα. Προβλέπονταν «αναγκαστικές εκπατρίσεις, χρήση τοπικών δοσιλόγων και αδίστακτες επιχειρήσεις αντικατασκοπείας» από τους ΣΔΚ, κάτι που το αμερικάνικο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών (NIC) πίστευε ότι θα εξουδετέρωνε την «ολοένα και πιο εχθρική» τοπική αντιπολίτευση.

«Εάν, όπως αναμένεται, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) θέσουν υπό έλεγχο τους αντάρτες τους επόμενους 6 με 12 μήνες, η εσωτερική αναταραχή θα υποχωρήσει», κατέληγε το NIC. Αυτή η εκτίμηση δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένη. Άγνωστη ακόμα στο Συμβούλιο, η Χεζμπολλάχ ιδρύθηκε γρήγορα μετά την εισβολή της σιωνιστικής οντότητας. Εμπνευσμένη από την Ισλαμική Επανάσταση και με τη βοήθεια του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, η ομάδα κέρδισε γρήγορα δύναμη, αναπτύσσοντας επαναστατικό ζήλο μεταξύ των Λιβανέζων πολιτών κάθε θρησκείας και πέτυχε την βίαιη εκδίωξη των δυνάμεων του ΣΔΚ από τον Λίβανο, τον Μάιο του 2000.

Η επιτυχία της Χεζμπολλάχ – που επαναλήφθηκε με ένα άνευ προηγουμένου σφυροκόπημα των σιωνιστικών δυνάμεων εισβολής το 2006 – ενέπνευσε νέες γενιές μαχητών της Αντίστασης, συμπεριλαμβανομένης της Χαμάς. Σήμερα, το κίνημα είναι η πιο δημοφιλής και ισχυρή πολιτική και κοινωνική δύναμη στον Λίβανο, που αγκαλιάζεται από πολίτες κάθε πίστης. Η πτώση του Μπασάρ αλ-Άσσαντ επίσης, σε αντίθεση με τις ευρέως διαδεδομένες υποθέσεις, δεν δυσκόλεψε καθόλου το Ιράν να εξοπλίζει και να συντονίζεται με τη Χεζμπολλάχ. Η αδυναμία κατανόησης αυτών των ενοχλητικών αληθειών οδήγησε την σιωνιστική οντότητα σε καταστροφή στον Λίβανο, για άλλη μια φορά.

Στις 27 Μαρτίου, ο αρχηγός του επιτελείου των Σιωνιστικών Δυνάμεων Κατοχής (ΣΔΚ), Εγιάλ Ζαμίρ, απηύθυνε μια σοβαρή προειδοποίηση κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του συμβουλίου ασφαλείας. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι ο στρατός του «Ισραήλ» «πρόκειται να καταρρεύσει εκ των έσω», λόγω των «αυξανόμενων επιχειρησιακών απαιτήσεων και της βαριάς έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού», γεγονός που θα μπορούσε γρήγορα να αποβεί καταστροφικό. Ήδη, ένα τάγμα πεζικού που προοριζόταν να αναπτυχθεί στον Λίβανο ανακατευθύνθηκε στη Δυτική Όχθη για τη «διατήρηση της ειρήνης», καθώς ένοπλοι έποικοι πραγματοποιούν βίαιες, αν όχι δολοφονικές, επιθέσεις εναντίον Παλαιστινίων. Οι ΣΔΚ θα δυσκολεύονταν να παρατάξουν περαιτέρω δυνάμεις εκεί.

Στη συνέχεια, στις 3 Απριλίου, οι ΣΔΚ παραδέχτηκαν ανοιχτά ότι «ο στόχος να αφοπλίσουν τη Χεζμπολλάχ… είναι μη ρεαλιστικός, καθώς θα απαιτούσε από τον στρατό να ξεκινήσει μια πλήρη εισβολή στον Λίβανο», την οποία δεν είναι σε θέση να εξαπολύσει. Με άλλα λόγια, η Χεζμπολλάχ παρέμεινε αήττητη και τα λιβανέζικα εδάφη δεν μπορούσαν να κλαπούν. Έχοντας εμπλακεί σε έναν αέναο, πολυμέτωπο πόλεμο από τις 7 Οκτωβρίου 2023, η εξαντλημένη σιωνιστική οντότητα δεν είχε τη δύναμη να επιτύχει τους λιβανέζικους στόχους της, ενώ παράλληλα στόχευε το Ιράν, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τις πληροφορίες, τις στρατιωτικές και πολιτικές προβλέψεις.

«Ζωτικός Χώρος»

Το «Ισραήλ» ήταν τόσο καταστροφικά υπερεκτεθειμένο προσπαθώντας να εξαπολύσει πόλεμο στην Αντίσταση – χωρίς μάλιστα οι Άνσαρ Αλλάχ να έχουν μπει πλήρως στη μάχη – που φέρεται να σκεφτόταν μια ασυνήθιστη, απεγνωσμένη λύση. Συγκεκριμένα, να προσκαλέσει την εξτρεμιστική κυβέρνηση της Συρίας, που εγκατέστησε η MI6, να πολεμήσει τη Χεζμπολλάχ. Το καθεστώς του Αχμάντ αλ-Σαράα [Αλ Τζολάνι] διατηρείται στην εξουσία αποκλειστικά μέσω ενός βάναυσου, καταπιεστικού μηχανισμού εσωτερικής ασφάλειας και στρατιωτικού μηχανισμού. Οι δυνάμεις του δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε επαρκή αριθμό για να αντιμετωπίσουν τη Χεζμπολλάχ, χωρίς να διακινδυνεύσουν σημαντικές εσωτερικές αναταραχές. Ωστόσο, το ισραηλινό μέσο ενημέρωσης Maariv ανέφερε στις 5 Απριλίου ότι αυτή η νέα λύση εξεταζόταν σοβαρά:

«Μόνο δύο δρώντες θέλουν να πολεμήσουν τη Χεζμπολλάχ – το Ισραήλ και το νέο συριακό καθεστώς υπό την ηγεσία του αλ-Σαράα. Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους, πρόκειται για ένα σημείο σύγκλισης συμφερόντων, ακόμη και αν δεν αποτελεί συμμαχία με την κλασική έννοια. Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, πρόκειται για ένα καθεστώς που μισεί τη Χεζμπολλάχ, τη θεωρεί εχθρό και μπορεί στην πραγματικότητα να εξελιχθεί σε ευκαιριακό σύμμαχο στον στίβο του Λιβάνου… Διαμορφώνονται συνεννοήσεις μεταξύ Ισραήλ και Συρίας.»

Υπό την αιγίδα αυτών των «συνεννοήσεων», οι ΣΔΚ θα «αναλάβουν τον νότιο Λίβανο, ενώ οι Σύριοι θα δράσουν στον βόρειο Λίβανο εναντίον της Χεζμπολλάχ». Ωστόσο, η Αυτοκρατορία φέρεται πώς «προτιμούσε περισσότερο να μην φτάσει σε ένα τέτοιο σενάριο». Άλλωστε, θα αποτελούσε μια πολύ επικίνδυνη φαουστική συμφωνία, που θα έθετε σε κίνδυνο την ήδη εύθραυστη διακυβέρνηση του αλ-Σαράα. Ενώ αυτός και ο στρατός του από μαχητές του ISIS μπορεί να απεχθάνονται τη Χεζμπολλάχ, η συντριπτική πλειοψηφία των Σύρων απορρίπτει μια συμμαχία με το «Ισραήλ», ειδικά σε μια εποχή που τα τοπικά στοιχεία της Αντίστασης ενισχύονται.

Μια βασική πηγή της εγχώριας αντιδημοτικότητας του αλ-Σαράα είναι η αδιάκοπη, δουλοπρεπής επιδίωξή του για εγκάρδιες σχέσεις με το Τελ Αβίβ. Οι συνομιλίες κεκλεισμένων των θυρών που ξεκίνησαν μετά την κατάληψη της εξουσίας τον Δεκέμβριο του 2024, κορυφώθηκαν τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους με την υπογραφή ενός «κοινού μηχανισμού». Μέσω αυτού, η Συρία και το «Ισραήλ» επρόκειτο να ανταλλάσουν πληροφορίες και να επιλύσουν ειρηνικά παλιά και νέα προβλήματα. Αυτή η εκπληκτική συνθηκολόγηση του αλ-Σαράα έθεσε τα θεμέλια για την επίσημη ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των δύο, την οποία διαδοχικές συριακές κυβερνήσεις αρνήθηκαν σθεναρά από την εποχή της δημιουργίας του «Ισραήλ».

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αεροπορικής του επίσκεψης στο Λονδίνο στα τέλη Μαρτίου, ο αλ-Σαράα αποκάλυψε πως, παρά τον θετικό «άμεσο και έμμεσο διάλογο», η σιωνιστική οντότητα «άλλαξε γνώμη την τελευταία στιγμή» και η ομαλοποίηση δεν προβλέπεται. Οι λόγοι για αυτή την ξαφνική αλλαγή στάσης δεν αναφέρθηκαν. Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι παρά την έντονη υποταγή της χώρας και της κυβέρνησής του στο «Ισραήλ», ο αλ-Σαράα αντιτίθεται στον ακόρεστο επεκτατισμό του Νετανιάχου. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο αλ-Σαράα προειδοποίησε ότι κι άλλες χώρες στη Δυτική Ασία θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τα παρανοϊκά σχέδια του Τελ Αβίβ για το «Μεγάλο Ισραήλ». [Σ.τ.Μ.: Η όξυνση των σχέσεων Τουρκίας – «Ισραήλ», καθώς η Τουρκία ελέγχει σημαντικές δυνάμεις του αλ-Σαράα , μπορεί να έπαιξε κι αυτή κάποιο ρόλο].

Με τη Χεζμπολλάχ υποτίθεται διαλυμένη και τη Συρία να έχει επιτέλους μεταμορφωθεί σε ένα πειθήνιο αγγλοαμερικανικό κράτος-μαριονέτα, το όραμα του «Μεγάλου Ισραήλ» θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς εμπόδια —ή έτσι πίστευε ο Νετανιάχου. Στην πραγματικότητα, η «μεγάλη ευκαιρία» για την οποία καυχιόταν από τα Υψίπεδα του Γκολάν μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Άσσαντ εξελίχθηκε σε επικίνδυνη παγίδα. Παρόλο που η περιφρόνηση του αλ-Σαράα για τη Χεζμπολλάχ ευνοεί έναν γάμο συμφέροντος, η στήριξη στη Συρία για την αντιμετώπιση της οργάνωσης θα γυρνούσε αναπόφευκτα και με θεαματικό τρόπο μπούμερανγκ και για τις δύο πλευρές.

Όπως δείχνει περίτρανα η ιστορία, παλιά και νέα, η Αυτοκρατορία και ο Σιωνιστής ‘μπροστινός’ της υποτίμησαν τους Άνσαρ Αλλάχ, τη Χεζμπολλάχ, το Ιράν και την ευρύτερη Αντίσταση με τεράστιο κίνδυνο για τους ίδιους —αλλά επιμένουν να συνεχίζουν. Ξανά και ξανά, κατά τη διάρκεια δεκαετιών, εφαρμόζονται οι ίδιες αποτυχημένες στρατηγικές και δεν αναθεωρούνται. Οι συντριπτικές ήττες της Αυτοκρατορίας από την Αντίσταση στο παρελθόν παρουσιάστηκαν ως νίκες ή/και ξεχάστηκαν αμέσως. Ωστόσο, στον πραγματικό κόσμο, η σιωνιστική-αμερικανική στρατιωτική μηχανή αποδυναμώνεται συνεχώς και η από καιρό οφειλόμενη απελευθέρωση της Παλαιστίνης πλησιάζει αναπόφευκτα.

[1] Ένα από τα πιο ζοφερά γεγονότα αυτής της εισβολής, που έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου, ήταν η σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα. Η Σάμπρα και η Σατίλα είναι γειτονιές της νότιας Βηρυτού με προσφυγικούς καταυλισμούς Παλαιστινίων. Η σφαγή πραγματοποιήθηκε μέσα σε δύο μέρες (16-18 Σεπτεμβρίου 1982). Ο ισραηλινός στρατός (IDF), που είχε εισβάλει στον Λίβανο τον Ιούνιο του 1982, είχε περικυκλώσει τις γειτονιές και έλεγχε την πρόσβαση. Κάλεσε την παραστρατιωτική οργάνωση των δεξιών Φαλαγγιτών του Λιβάνου να εισέλθει σε αυτές και παρείχε οπλισμό και φωτισμό κατά τη διάρκεια της νύχτας για να διευκολύνει τις σφαγές τους. Οι νεκροί ανήλθαν σε 3.500. Τα περισσότερα θύματα ήταν Παλαιστίνιοι πρόσφυγες και Λιβανέζοι Σιίτες, στην πλειονότητά τους γυναίκες, νέοι, παιδιά και ηλικιωμένοι. Οι αναφορές από επιζώντες και δημοσιογράφους περιγράφουν σκηνές ακραίας βίας και φρίκης, βασανιστηρίων και ομαδικών τάφων. Κανένας από τους εγκληματίες δεν τιμωρήθηκε ποτέ. (ΣτΜ).

* Ο Kit Klarenberg είναι δημοσιογράφος-ερευνητής που διερευνά τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στη διαμόρφωση της πολιτικής και των αντιλήψεων. Αποκαλυπτικά ρεπορτάζ του για τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη γενοκτονία στη Γάζα και πολλά άλλα δημοσιεύονται στον ανεξάρτητο ιστότοπο ειδήσεων The Grayzone (thegrayzone.com) και στο Al-Mayadeen Media Network, ένα ανεξάρτητο αραβικό δορυφορικό ειδησεογραφικό κανάλι, που εδρεύει στην πρωτεύουσα του Λιβάνου, τη Βηρυτό (english.almayadeen.net).

Πηγή: almayadeen.net