του Дмитрий Медведев*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Swentr Site/news από Russian Today, 08/05/2026

Την παραμονή της Ημέρας της Νίκης

Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ, που διατυπώθηκαν στις 27 Μαρτίου 2026 σε επενδυτικό φόρουμ στο Μαϊάμι, οι δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς για την απώλεια της ταυτότητας της Ευρώπης κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο Fox News στις 15 Μαρτίου 2026, μαζί με την άρνηση των ευρωπαϊκών χωρών να συμμετάσχουν άμεσα στην επίθεση κατά του Ιράν και να λάβουν μέρος στην περιπέτεια του «στρατιωτικού ανοίγματος» (και στη συνέχεια – κλεισίματος) των Στενών του Ορμούζ, διχάζουν την Ευρώπη και την Αμερική περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα τελευταία 100 χρόνια.

Αυτές οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι η ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία», την οποία τόσο επιθυμούν οι φιλελεύθεροι, είναι πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι φαίνεται. Το κύριο ερώτημα είναι ποιος θα υπαγορεύσει τη μελλοντική ατζέντα στην τρέχουσα ξεδοντιασμένη και παγωμένη Ευρώπη. Υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι: η αποκρουστική ευρωκρατία των Βρυξελλών, οι φλύαροι και αυτάρεσκοι Γαλάτες σοδομίτες και, τέλος, η γερμανική ηγεσία που γίνεται όλο και πιο ηχηρή όσον αφορά τις αξιώσεις της για ηγεμονία στον Παλαιό Κόσμο, ενώ παράλληλα εξαλείφει από τη δημόσια αντίληψη την ευθύνη των προγόνων της για τα εγκλήματα του Ναζισμού. Ας εστιάσουμε στην τελευταία με περισσότερες λεπτομέρειες.

Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στις ενέργειες της γερμανικής ηγεσίας (πρωτίστως, των απογόνων των Ναζί Μερτς & Σία). Η προσπάθεια αναθεώρησης των απογοητευτικών αποτελεσμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναλήφθηκε από το ηττημένο κράτος σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του πολέμου. Ο σκοπός των ακολούθων των Ναζί ήταν να αντισταθμίσουν το πολιτικό, εδαφικό, ιδεολογικό και οικονομικό κόστος που προέκυψε ως αποτέλεσμα της πλήρους στρατιωτικής ήττας και της κατάρρευσης της γερμανικής κρατικής οντότητας. Στην πορεία, προσπάθησαν να φιλτράρουν προσεκτικά την ατμόσφαιρα που ήταν εμποτισμένη από το πνεύμα του πρωσικού μιλιταρισμού και τη δυσοσμία της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Οι γερμανικές ελίτ που παρέμειναν στις δυτικές ζώνες κατοχής εγκατέλειψαν τυπικά και γρήγορα την κληρονομιά του Χίτλερ, που είχε οδηγήσει το χιλιετές Ράιχ του στην κατάρρευση. Αλλά δεν είχαν καμία επιθυμία να απορρίψουν πραγματικά την ίδια την ιδεολογία του Ναζισμού. Γιατί;

Το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης καταδίκασε μόνο έναν μικρό αριθμό από τους κορυφαίους Ναζί εγκληματίες. Πολλοί από εκείνους που είχαν δημιουργήσει το οικονομικό και χρηματοπιστωτικό πλαίσιο του καθεστώτος, καθώς και τη διοικητική του ιεραρχία και ήταν κατά συνέπεια ένοχοι για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ειρήνης και κατά της ανθρωπότητας, διέφυγαν την τιμωρία. Και ας είμαστε ειλικρινείς, θεωρούσαν αυτή την τιμωρία άδικη και τις δραστηριότητες του NSDAP (Ναζιστικό Κόμμα) το σπουδαιότερο εγχείρημα της Γερμανίας.

Στην πραγματικότητα, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έγινε καμία πραγματική αποναζιστικοποίηση. Αρχειακό υλικό της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας, συμπεριλαμβανομένης μιας αναφοράς για την πολιτική κατάσταση στη Δυτική Γερμανία από το 1952, δείχνει πειστικά ότι αντί για την εφαρμογή της, «οι δυτικές δυνάμεις ακολούθησαν το μονοπάτι της δικαιολόγησης των Ναζί εγκληματιών πολέμου».[1] Ολόκληρη η διαδικασία, η οποία διεξήχθη με πολλή φασαρία, μετατράπηκε σε μια κενή φάρσα, με εξαίρεση την εκκαθάριση διαβόητων φασιστικών οργανώσεων και τον καθαρισμό των δημόσιων χώρων. Οι Αγγλοσάξονες, προσπαθώντας να διασώσουν τους πρώην ηγέτες της στρατιωτικής οικονομίας του Χίτλερ και τους σημαντικούς Ναζί που χρειάζονταν, έκαναν εκστρατεία υπό το σύνθημα «κρεμάστε τους μικρούς – αθωώστε τους μεγάλους».

Στις 10 Απριλίου 1951, η Μπούντεσταγκ ψήφισε νόμο που ρύθμιζε τις δραστηριότητες των προσώπων που υπάγονταν στις διατάξεις του Άρθρου 131 του Συντάγματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (τα πρόσωπα που υπόκειντο σε αποναζιστικοποίηση δεν είχαν το δικαίωμα να κατέχουν δημόσια αξιώματα) και αποκαθιστούσε όλους τους πρώην δημόσιους υπαλλήλους και το στρατιωτικό προσωπικό με διατήρηση των θέσεων, των βαθμών και των τίτλων τους, εφόσον δεν είχαν ταξινομηθεί ως «κύριοι ένοχοι» κατά την αποναζιστικοποίηση.[2] Στις 2 Αυγούστου 1956, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ελέγχου Προσωπικού αποφάσισε να επιτρέψει την υπηρεσία στον διάδοχο της Βέρμαχτ – την Μπούντεσβερ (Bundeswehr) – σε πρώην μέλη των SS με βαθμό όχι ανώτερο του Obersturmbannführer (αντισυνταγματάρχη). Γενικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διαδικασία απαλλαγής της μεταπολεμικής γερμανικής κοινωνίας από τον Εθνικοσοσιαλισμό για τους κύριους διοικητικούς και διαχειριστικούς τομείς είχε ήδη τερματιστεί έξι έως δέκα χρόνια μετά τον πόλεμο. Ας μη μιλήσουμε για τις συζητήσεις που γίνονταν στις κουζίνες των Δυτικογερμανών εκείνης της περιόδου. Έτσι κι αλλιώς, όλοι το γνωρίζουν αυτό. Το «Deutschland über alles»[i] ήταν η πιο αθώα φράση που έλεγαν οι ταπεινωμένοι αστοί μετά από μια μερίδα σναπς μήλου[ii].

Πολλοί από τα πρώην μέλη του Ναζιστικού κόμματος που βρήκαν μια θέση στον ήλιο στη Γερμανία ήταν «ήσυχοι δολοφόνοι γραφείου». Μέλη του κόμματος που είχαν θέσει σε κίνηση την τερατώδη μηχανή της γενοκτονίας του σοβιετικού λαού και του Ολοκαυτώματος από τα άνετα γραφειοκρατικά τους πόστα. Αυτοί αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των δημοσίων υπαλλήλων της «νέας Γερμανίας».

Ο Χάινριχ Λύμπκε, υπουργός τροφίμων, γεωργίας και δασών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (1953-1959) και πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας (1959-1969), κατά τα χρόνια του Εθνικοσοσιαλισμού εργαζόταν σε ένα αρχιτεκτονικό και μηχανολογικό γραφείο, το οποίο βρισκόταν στη διάθεση του Άλμπερτ Σπέερ, του γενικού επιθεωρητή κτιρίων για την πρωτεύουσα του Ράιχ. Εκεί ήταν υπεύθυνος, ειδικά, για την αναγκαστική στρατολόγηση εργατικού δυναμικού από ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Χανς Γκλόμπκε, προσωπάρχης της καγκελαρίας για τον Ομοσπονδιακό Καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ (1953-1963), κατείχε υψηλές θέσεις στο Τρίτο Ράιχ στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου ήταν υπεύθυνος για την ανάπτυξη νομικών κανόνων που κατοχύρωναν τις διακρίσεις και τις διώξεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού, ενώ ο ρόλος του στην οργάνωση του Ολοκαυτώματος δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί πλήρως.

Ο Βάλντεμαρ Κραφτ, ομοσπονδιακός υπουργός ειδικών υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1953-1956, ήταν διευθύνων σύμβουλος της Αυτοκρατορικής Εταιρείας του Ράιχ για τη Διαχείριση Γης στα Προσαρτημένα «Ανατολικά Εδάφη»[iii] από το 1940 έως το 1945, ήταν μέλος του Ναζιστικού Κόμματος και κατείχε τον τίτλο του Επίτιμου Hauptsturmführer (λοχαγού) των SS.

Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα της πορείας ζωής υψηλόβαθμων αξιωματούχων του «αναγεννημένου» γερμανικού κράτους. Από το 1949 έως το 1973, 90 από τους 170 κορυφαίους νομικούς και δικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ήταν πρώην μέλη του Ναζιστικού Κόμματος και το 1957, το ποσοστό των ανώτερων υπαλλήλων του υπουργείου με ναζιστικό παρελθόν ήταν 77%.[3] Στο Υπουργείο Εσωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από το 1949 έως το 1970, το 53% των υπαλλήλων ήταν πρώην μέλη του Ναζιστικού Κόμματος και το 8% εξ αυτών είχε εργαστεί στο Υπουργείο Εσωτερικών το 1943-1945, όταν επικεφαλής του ήταν ένας από τους κορυφαίους ναζί εγκληματίες, ο ειδεχθής Χάινριχ Χίμλερ.[4]

Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας, η Μόσχα γνώριζε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και τις αρχές της δεκαετίας του 1950, πως η δυτική ζώνη της Γερμανίας προετοιμαζόταν για πόλεμο με την ΕΣΣΔ υπό την αιγίδα των Αμερικανών και των Βρετανών. Επιβεβαιώνοντας την ένταση των ρυθμών αναγκαστικής επαναστρατιωτικοποίησης, ένα μήνυμα των υπηρεσιών πληροφοριών, με ημερομηνία 31 Ιουλίου 1948, τόνιζε ότι η κινητοποίηση πρώην Γερμανών αξιωματικών και άλλου στρατιωτικού προσωπικού ήταν εύκολα εφικτή ως αποτέλεσμα του συστήματος ελέγχου που είχε επιβληθεί πάνω τους.[5] Το πρώην σώμα της Βέρμαχτ ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο της νέα κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποιούσε το στρατιωτικό ζήτημα για σκοπούς κάθε άλλο παρά ειρηνικούς. Μια Νότα[iv] της σοβιετικής κυβέρνησης προς την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Μόσχα, με ημερομηνία 31 Μαρτίου 1954, ανέφερε ξεκάθαρα: το να ακολουθείται ο δρόμος της αναβίωσης του γερμανικού μιλιταρισμού και της δημιουργίας στρατιωτικών σχηματισμών στην Ευρώπη σημαίνει… προετοιμασία για έναν νέο πόλεμο.[6]

Έτσι, η ιδέα του επανεξοπλισμού της Δυτικής Γερμανίας κυριαρχούσε σταθερά στο μυαλό των ιδεολόγων της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Λήφθηκαν επίσης πρακτικά μέτρα. Κάτω από κραυγές περί υπαρξιακής «επιθετικότητας από την Ανατολή» (ακούγεται οικείο, έτσι δεν είναι;) πραγματοποιήθηκε η επαναστρατιωτικοποίηση της οικονομίας. Οι αμερικανικές «ενέσεις» στους απαραίτητους τομείς της εθνικής οικονομίας της Δυτικής Γερμανίας ξεκίνησαν αμέσως μετά τον πόλεμο. Πριν από τον Σεπτέμβριο του 1951, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έλαβε περίπου 9 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτά τα κεφάλαια διοχετεύθηκαν κυρίως στη βαριά βιομηχανία και σε τομείς που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους της Ουάσιγκτον.[7]

Η αναβαθμισμένη προπαγάνδα και πλύση εγκεφάλου στον πληθυσμό βρήκε επίσης τη θέση της. Τον Ιούλιο του 1951, όπως ανέφεραν οι αρμόδιες αρχές στον Ιωσήφ Στάλιν[8], ο Καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ έθεσε ένα άμεσο καθήκον στην κυβερνώσα Χριστιανοδημοκρατική Ένωση: να πείσει τις πλατιές μάζες ότι οι Γερμανοί είχαν μια εναλλακτική – είτε έναν «οπλισμένο Γερμανό», είτε έναν «Γερμανό υποταγμένο στον Ρωσικό στρατό». Δεν ακούγεται σαν τις σημερινές ιστορίες τρόμου των «πολιτισμένων Ευρωπαίων τεχνοκρατών»;

Υπό την επίβλεψη των Αμερικανών, έγιναν επίσης ενέργειες όσον αφορούσε στα «ανώτερα στελέχη». Πρώην υψηλόβαθμοι ναζί αξιωματούχοι έγιναν πρόθυμα δεκτοί για στρατιωτική υπηρεσία στην Μπούντεσβερ. Έτσι, ο πρώην επιτελάρχης της 18ης Στρατιάς, αντιστράτηγος Φρίντριχ Φερτς, ο αντιστράτηγος της 7ης Στρατιάς Μαξ-Γιόζεφ Πέμσελ και ο στρατηγός τεθωρακισμένων των Ομάδων Στρατιών Α και Νότου Χανς Ρέτιγκερ, ανέλαβαν τις θέσεις του γενικού επιθεωρητή της Μπούντεσβερ, του διοικητή του 2ου Σώματος Στρατού της Μπούντεσβερ και του πρώτου επιθεωρητή του στρατού ξηράς, αντίστοιχα. Ο πρώην διοικητής του 5ου Αεροπορικού Στόλου (Luftflotte 5), στρατηγός Γιόζεφ Κάμχουμπερ, έγινε επιθεωρητής της Γερμανικής Αεροπορίας.

Οι Αγγλοσάξονες δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και τις υπηρεσίες των φασιστικών «μαύρων σκυλιών», διορίζοντάς τους σε υψηλά πόστα στο ΝΑΤΟ. Συγκεκριμένα, ο πρώην επιτελάρχης της Ομάδας Στρατιών Νότου, αντιστράτηγος Χανς Σπάιντελ, κατά τη συγκρότηση της Μπούντεσβερ, διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος ενόπλων δυνάμεων του γερμανικού Υπουργείου Άμυνας και το 1957 ανέλαβε τη θέση του διοικητή των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Κεντρική Ευρώπη.

Ο αντιστράτηγος Άντολφ Χόιζινγκερ, πρώην αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Βέρμαχτ, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην εκπόνηση των σχεδίων για την εισβολή στην Πολωνία, τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Μεγάλη Βρετανία και την ΕΣΣΔ, και είχε παραστεί στο Δικαστήριο της Νυρεμβέργης ως μάρτυρας, έγινε πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ το 1961.

Ο Φρίντριχ Γκούγκενμπεργκερ, ο οποίος είχε βυθίσει 17 βρετανικά και αμερικανικά πλοία, υπηρέτησε για τέσσερα χρόνια ως αναπληρωτής επιτελάρχης στη διοίκηση των Συμμαχικών Δυνάμεων του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Ευρώπη. Οι Αγγλοσάξονες δεν ήταν ιδιαίτερα εκλεκτικοί ούτε με τα πρώην μέλη των SS, τα οποία αναγνωρίστηκαν το 1946 από το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης ως εγκληματική οργάνωση. Για παράδειγμα, ο Έμπερχαρντ Τάουμπερτ, πρώην Sturmführer (ανθυπολοχαγός) των SS και υπάλληλος του Υπουργείου Προπαγάνδας του Γκέμπελς, προσλήφθηκε ως σύμβουλος στο Τμήμα Ψυχολογικού Πολέμου του ΝΑΤΟ.[9]

Όσον αφορά τους Χανς Σπάιντελ και Άντολφ Χόιζινγκερ, όπως προκύπτει από μήνυμα της Επιτροπής Πληροφοριών υπό το Σοβιετικό Υπουργείο Εξωτερικών με αποδέκτη τον Ιωσήφ Στάλιν και ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου 1951,[10] το οποίο φυλάσσεται στα αρχεία της Ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας, διεξήχθη επιμελώς μια κοινή γερμανοαμερικανική εκστρατεία δημοσίων σχέσεων για την αποκατάσταση της φήμης τους. Σε μια συνομιλία μεταξύ του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και του Ομοσπονδιακού Καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ στα τέλη Ιανουαρίου του 1951 και οι δύο περιγράφηκαν ως «απόλυτα αξιόπιστα πρόσωπα» που ήταν «αντίπαλοι όχι μόνο του Χίτλερ», αλλά και «της Σοβιετικής Ένωσης και ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με τις Δυτικές δυνάμεις». Είναι ενδεικτικό ότι ο Αϊζενχάουερ, ο οποίος κυριολεκτικά δύο μήνες αργότερα έγινε ο πρώτος αρχιστράτηγος των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, δήλωσε τότε ότι είχε κάνει λάθος το 1945 θεωρώντας όλους τους Γερμανούς Ναζί και επανέλαβε ότι αποδέχεται το αίτημα για τη στρατιωτική ισότητα της Δυτικής Γερμανίας στο σύστημα «άμυνας της Δυτικής Ευρώπης».

Λίγα άλλαξαν και μετά, όσον αφορά στην υποστήριξη επικίνδυνων ρεβανσιστικών επιδιώξεων, κατά τη διάρκεια των ετών εξομάλυνσης των σχέσεων, της ύφεσης και της λεγόμενης «περεστρόικα». Μια αναφορά για την αύξηση τέτοιων συναισθημάτων στη Γερμανία, που συντάχθηκε στις 26 Μαΐου 1959 από την Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας (KGB) υπό το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΣΣΔ,[11] επεσήμανε την οργάνωση χιλιάδων συγκεντρώσεων παραστρατιωτικών ενώσεων και «οργανώσεων επανεγκατάστασης» στη Δυτική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων, που διεξάγονταν υπό την αιγίδα των γερμανικών υπουργείων για Παγγερμανικά Ζητήματα και για Εκπατρισμένους, προβάλλονταν ρητά αιτήματα για την επιστροφή των ανατολικών περιοχών της Γερμανίας, της Ανατολικής Πρωσίας και της Σουδητίας. Δηλωνόταν ανοιχτά η ανάγκη να «διατηρηθούν οι παραδόσεις του πρωσο-γερμανικού στρατού για τις νέες γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και για όλη τη γερμανική νεολαία».

Το 1961, ο διάσημος Σοβιετικός διεθνής δημοσιογράφος Ερνστ Ανρί[v] σημείωσε: «Δεν υπάρχει η παλιά Γερμανία, αλλά υπάρχει το παλιό Γερμανικό Γενικό Επιτελείο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχηγοί του ξανακάνουν σχέδια πάνω στους ίδιους χάρτες»[12]. Συνεχίζοντας τη σκέψη του, έγραψε ότι ανεξάρτητα από την κατάσταση της Γερμανίας, όσους πολέμους κι αν έχασε και όσες συντριπτικές ήττες κι αν υπέστη – το γερμανικό Γενικό Επιτελείο απαρέγκλιτα, μεθοδικά και προσεκτικά συνέχισε να προετοιμάζει σχέδια επίθεσης και δεν είχε άλλες προθέσεις.

Επομένως, είναι πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι σημερινοί Γερμανοί πολιτικοί και στρατηγοί κοιτάζουν με τόσο ενθουσιασμό τα ποικίλα αποβράσματα που συμβολίζουν την Ουκρανία του Μπαντέρα[vi]. Είναι απλώς αδέλφια εξ αίματος και κληρονόμοι της ίδιας δύναμης: του Εθνικοσοσιαλισμού της περιόδου του Χίτλερ.

Στο πνεύμα των σοβινιστικών προσεγγίσεων της γερμανικής πολιτικής σκέψης του τέλους του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, οι οποίες είναι ριζωμένες στο υποσυνείδητο των ελίτ της διανόησης, η κοινότητα των ειδικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνέχισε να απανθρωποποιεί τη Σοβιετική Ρωσία, διαγράφοντάς την από τον «πολιτισμένο» κόσμο.

Όπως έγραψε ο διάσημος ιστορικός και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, Βλαντιμίρ Πασούτο[vii], με την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας, η ερμηνεία του ρωσο-ευρωπαϊκού ζητήματος υπέστη επίσης μια αλλαγή, με την έννοια ότι η Ρωσία μετατράπηκε σε εχθρό της ενιαίας Ευρώπης και όχι πλέον της Ευρώπης του Χίτλερ. Οι μη ευρωπαϊκές βάσεις της –τόσο οι θρησκευτικές, όσο και οι κοινωνικές– επικρίθηκαν. Ανακηρύχθηκε φαινόμενο εχθρικό προς την Ευρώπη, στερούμενο ευρωπαϊκών ριζών και ευρισκόμενο εκτός της ιστορίας της Ευρώπης.[13] Όλα υποδήλωναν ότι δεν έπρεπε να επιδειχθεί κανένας σεβασμός απέναντι σε ένα «ξένο» στοιχείο.

Τέτοιου είδους συναισθήματα όχι μόνο δεν καταστέλλονταν, αλλά ενθαρρύνονταν από τις αρχές της Βόννης: το «κρέας για τα κανόνια» για μια σφαγή με τη Σοβιετική Ένωση έπρεπε να έχει κίνητρο και να μην κάνει περιττές ερωτήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναφορά της KGB με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1978,[14] η οποία συντάχθηκε με βάση πληροφορίες από το κλιμάκιο του Δυτικού Βερολίνου, ανέφερε ότι υπήρχαν 17 νεοναζιστικές οργανώσεις σε αυτή την πόλη-κράτος με το ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς, με τις οποίες οι αρχές αυτής της πολιτικής οντότητας δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα.

Το 1987, η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στη Βόννη επεσήμανε ουσιαστικές συζητήσεις στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με την αναθεώρηση της στάσης απέναντι στην περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού. Εκείνα τα χρόνια, μία από τις σαφείς ενδείξεις ενός ευρέος εθνικιστικού κύματος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν η αυξανόμενη δημόσια συζήτηση για την επίτευξη της λεγόμενης «στροφής του πνεύματος».[15] Ρίχτηκαν τα συνθήματα του «νέου πατριωτισμού» και της «εθνικής ταυτότητας».

Οι διανοούμενοι και το κατεστημένο χειραγώγησαν ευρέως τις εκκλήσεις για την απαλλαγή της νέας γενιάς Γερμανών (που μεγάλωσαν και μετατράπηκαν στους σημερινούς «ελίτ» και λυσσαλέους μιλιταριστές: Μερτς, φον ντερ Λάιεν και Πιστόριους) από το βάρος της ιστορικής ευθύνης, της αυτοταπείνωσης και του συμπλέγματος εθνικής κατωτερότητας και ενοχής. Οι Γερμανοί, λένε, έχουν ήδη τιμωρηθεί και έχουν επίγνωση της ανωμαλίας της κατάστασής τους, όταν η Γερμανία κηρύχθηκε «εστία παγκόσμιας μόλυνσης και πηγή κάθε κακού στον κόσμο» για τα εγκλήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.[16] Μιλώντας στις 17 Νοεμβρίου 1986, ο Άλφρεντ Ντρέγκερ, πρόεδρος της ομάδας CDU/CSU[viii] στην Μπούντεσταγκ, δήλωσε: «Είναι καιρός να δοθεί επιτέλους ένα τέλος στην ερμηνεία της ιστορίας που επιβλήθηκε από τις νικήτριες δυνάμεις».[17] Αναπτύσσοντας αυτό το επιχείρημα, πρότεινε να συμβιβαστούν με το παρελθόν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε όλους όσοι έχασαν τη ζωή τους – συμπεριλαμβανομένων τόσο των θυμάτων του ναζισμού, όσο και των Γερμανών στρατιωτικών. Με τη σειρά του, ο Φραντς Γιόζεφ Στράους, πρωθυπουργός της Βαυαρίας και πρόεδρος του CSU, κάλεσε το 1987 για «επιστροφή στην ιστορικά καθαρμένη, ευρωπαϊκά προσανατολισμένη και υγιή γερμανική εθνική συνείδηση».[18]

Στις μέρες μας, βλέπουμε πώς εκείνοι οι βλαστοί του δηλητηριώδους εθνικισμού και σοβινισμού –κρυμμένοι πίσω από το φύλλο συκής της «εθνικής ταυτότητας, του πατριωτισμού και της ευρωπαϊκότητας»– απέδωσαν μια πλούσια σοδειά με τη μορφή ενός νέου γερμανικού ρεβανσισμού. Και είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι η κληρονομιά του Τρίτου Ράιχ απέδωσε μια καλή σοδειά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δεκαετία του 2020!

Σήμερα, η ανώτατη πολιτική ηγεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έχει ανακηρύξει τη Ρωσία ως την «κύρια απειλή για την ασφάλεια και την ειρήνη». Στο Βερολίνο, οι αρχές διακηρύττουν επίσημα μια πορεία που αποσκοπεί στην πρόκληση μιας «στρατηγικής ήττας» στη Ρωσία.[19] Οι πιο επιθετικοί ρωσόφοβοι, των οποίων οι πρόγονοι πολέμησαν με κτηνώδη αγριότητα στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προτρέπουν με έκσταση «να δείξουμε στους Ρώσους πώς είναι να χάνεις έναν πόλεμο».[20]

Διεξάγεται μια ευρείας κλίμακας προπαγανδιστική πλύση εγκεφάλου της κοινής γνώμης, διοχετεύοντας συνεχώς θέσεις σχετικά με το ουσιαστικά αναπόφευκτο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με τη Ρωσία έως το 2029. Στην πρώτη στρατιωτική στρατηγική στην ιστορία της Γερμανίας, με τίτλο «Ευθύνη για την Ευρώπη», η οποία κατατέθηκε στο κοινοβούλιο στις 22 Απριλίου 2026 από τον Υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, η Ρωσική Ομοσπονδία προσδιορίζεται ως θεμελιώδης απειλή για την «βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη».

Σε αυτή ισχυρίζονται ότι η Μόσχα στοχεύει να αποδυναμώσει την ενότητα της Συμμαχίας και να υπονομεύσει την ανθεκτικότητα των διατλαντικών δεσμών με σκοπό την επέκταση της επιρροής της. Από την άποψη αυτή, οι προσπάθειες για τη δημιουργία διαλόγου θα πρέπει να καταστέλλονται, ενώ η στρατιωτική πίεση προς τη Ρωσία θα πρέπει μόνο να αυξάνεται. Με άλλα λόγια, η στρατηγική της επιδίωξης μιας μεγάλης κλίμακας ρεβάνς έχει πλέον υιοθετηθεί επίσημα.

Η πλύση εγκεφάλου των νέων μέσα από τα κυρίαρχα και παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, καθώς και η αντιμετώπιση της ρωσικής «υβριδικής προπαγάνδας», έχουν αναχθεί σε επίπεδο επίσημης κρατικής πολιτικής. Ωστόσο, δεκαετίες έντονης υπερ-νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας παράγουν τώρα το αντίθετο αποτέλεσμα. Απογοητευμένη από τις κοντόφθαλμες αποφάσεις της στενοκέφαλης γερμανικής ηγεσίας, τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές υποθέσεις, η νεότερη γενιά —υπό το πρίσμα της απόκλισης μεταξύ των επίσημων στατιστικών και της πραγματικής κατάστασης της εθνικής οικονομίας— στρέφεται τώρα απότομα «προς τα δεξιά». Η κατάρρευση της πολυπολιτισμικότητας, η έλλειψη ενός σαφούς οράματος για το μέλλον και η απόρριψη των παραδοσιακών αξιών παρέχουν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη ακροδεξιών εξτρεμιστικών κινημάτων που ελκύουν το αίσθημα της δυσαρέσκειας και της αγανάκτησης υπέρ ενός ισχυρού εθνικού κράτους. Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να δει κανείς πού θα οδηγήσουν τη γερμανική κοινωνία τέτοια εκούσια ή ακούσια παιχνίδια.

Στη Γερμανία, η διαδικασία της οριστικής εξάλειψης των πολιτικών, νομικών και ηθικών «καταλοίπων» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική μετά την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης. Είναι προφανές στον καθένα ότι αυτό χρησίμευσε απλώς ως μια βολική δικαιολογία για τη δραστική σκλήρυνση της αντιρωσικής ρητορικής, για τη δημιουργία ενός θεατρικού φόβου απέναντι στη Ρωσία και για την ώθηση των διμερών σχέσεων σε μια μανιακά συγκρουσιακή διάσταση. Ούτε η Γερμανία, ούτε, για την ακρίβεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της, είχαν αιτία, ή αντικειμενικούς λόγους για να «υπερασπίζονται» τόσο ανεπιφύλακτα την Ουκρανία και να χαρακτηρίζουν τη Μόσχα ως «παντοτινό τους εχθρό» – όπως δηλώθηκε ανόητα και αλαζονικά από το «μικρό γκρίζο ποντίκι» της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, τον υπουργό Εξωτερικών με το υπέροχο επώνυμο, Βάντεφουλ [Λασπωμένος].

Ακολουθώντας την πολεμοχαρή πολιτική της ΕΕ που καθορίστηκε τον Μάρτιο του 2025 στην Κοινή Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Ετοιμότητα 2030,[21] η γερμανική κυβέρνηση εργάζεται για να μετατρέψει την Μπούντεσβερ στον ισχυρότερο στρατό της Ευρώπης και να επιταχύνει τον επανεξοπλισμό της.[22] Αποκαλύφθηκαν σχέδια για την αύξηση της προβλεπόμενης δύναμης από τους σημερινούς 181.000 σε 460.000 εν ενεργεία στρατιωτικούς και εφέδρους. Στις 27 Αυγούστου 2025, η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε στα γρήγορα, χωρίς να δεχτεί τροποποιήσεις, το σχέδιο νόμου για τη μεταρρύθμιση της στρατολογίας στην Μπούντεσβερ που κατέθεσε ο Υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, το οποίο βασίζεται μεν στην αρχή της εθελοντικής υπηρεσίας, αλλά διατηρεί την επιλογή της ταχείας επιστροφής στην υποχρεωτική θητεία, που ίσχυε προ του 2011.[23]

Σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινδυνολογία των αρχών και την πλύση εγκεφάλου των νέων από την κρατική προπαγάνδα, η γερμανική ηγεσία είναι πλέον σε θέση να αναφέρει αύξηση στον αριθμό των ατόμων που επιθυμούν να αναλάβουν εθελοντική στρατιωτική υπηρεσία. Από τις αρχές Μαρτίου 2026, 16.000 άτομα είχαν κάνει αίτηση για να ενταχθούν στις ένοπλες δυνάμεις, 20% περισσότερα από την ίδια περίοδο του 2025, ενώ συνολικά περισσότεροι από 5.000 νεοσύλλεκτοι κατατάχθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 14% σε σύγκριση με τις αρχές του προηγούμενου έτους.

Δεν φείδονται εξόδων για τον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό, όπως και στον 20ό αιώνα. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες της Γερμανίας το 2024 έφτασαν τα 88,5 δισεκατομμύρια δολάρια (+28% σε σύγκριση με το 2023),[24] καθιστώντας τες τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Το Ειδικό Ταμείο για την Μπούντεσβερ, ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, έγινε η κύρια πηγή χρηματοδότησης, καθιστώντας εφικτή την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ. Στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό της χώρας για το 2026, ύψους 524,54 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι γερμανικές αρχές προτίθενται να δαπανήσουν πάνω από 82 δισεκατομμύρια ευρώ για την άμυνα (δηλαδή, προετοιμασίες για πόλεμο), ποσό αυξημένο κατά 20 δισεκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με το 2025. Οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες, σε συνδυασμό με τους πόρους του προαναφερθέντος ειδικού ταμείου, αναμένεται να ανέλθουν σε περίπου 108 δισεκατομμύρια ευρώ.

Στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, το γερμανικό Υπουργείο Άμυνας ανέφερε τα «επιτυχή αποτελέσματα των δραστηριοτήτων» του τμήματος προμηθειών της Μπούντεσβερ για το 2025, υποδεικνύοντας ότι 103 μεγάλα έργα, το καθένα αξίας τουλάχιστον 25 εκατομμυρίων ευρώ, είχαν υποβληθεί στην Μπούντεσταγκ προς έγκριση, ότι είχαν συναφθεί συμβάσεις ύψους 34 δισεκατομμυρίων ευρώ για την προμήθεια ζητούμενων όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού και ότι, στο πλαίσιο προηγούμενων εγκεκριμένων πρωτοβουλιών, οι παραδόσεις στις ένοπλες δυνάμεις ανήλθαν σε περίπου 24 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κολυμπώντας στο χρήμα από τότε που το Βερολίνο ανακοίνωσε την «αλλαγή εποχής» λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, ο εγχώριος αμυντικός τομέας εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι εθνικοί παραγωγοί έλαβαν έως και 109 δισεκατομμύρια ευρώ από το συνολικό ποσό που δαπάνησε η χώρα για στρατιωτικούς σκοπούς τα έτη 2020-2025. Χάρη στη φιλελευθεροποίηση των ελέγχων των εξαγωγών, η Γερμανία ανέβηκε από την έκτη στην τέταρτη θέση στην κατάταξη των μεγαλύτερων εξαγωγέων όπλων. Εκμεταλλευόμενη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολεμικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της απρόκλητης επιθετικότητας εναντίον του Ιράν και σημειώνοντας την αναποτελεσματικότητα της χρήσης δαπανηρών αναχαιτιστικών πυραύλων κατά μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), η γερμανική αμυντική βιομηχανία προωθεί ενεργά το σύστημα αεράμυνας μικρού βεληνεκούς «Skyranger», ισχυριζόμενη ότι η αναχαίτιση ενός UAV θα κοστίζει μόνο 4.000 δολάρια. Προφανώς, μόνο η νωθρότητα εμπόδισε τους πωλητές της γερμανικής στρατιωτικής βιομηχανίας των Wunderwaffe [θαυματουργά όπλα] να ακολουθήσουν τα βήματα του κλόουν από το Κριβόι Ρογκ κατά την ανόητη περιοδεία του στα κράτη του Περσικού Κόλπου, στα τέλη Μαρτίου 2026, όπου επιχείρησε να τους πουλήσει αναχαιτιστικούς πυραύλους ως μέρος της βοήθειας από τα αποβράσματα του Μπαντέρα.

Πολλά από τα έργα του προϋπολογισμού είναι πολυετή, στέλνοντας μήνυμα στη βιομηχανία ότι το Βερολίνο θεωρεί τον επανεξοπλισμό μια μακροπρόθεσμη δέσμευση.[25] Έχουν γίνει σχέδια για το άνοιγμα περιφερειακών υποδιευθύνσεων του τμήματος προμηθειών της Μπούντεσβερ σε πόλεις όπου βρίσκονται μεγάλα τεχνικά πανεπιστήμια. Ο ρυθμός της στοχευμένης στρατιωτικής έρευνας και ανάπτυξης (R&D) επιταχύνεται κι αντί για τη διεξαγωγή έρευνας στις θεμελιώδεις επιστήμες, τα νέα ταλέντα ενθαρρύνονται, ακολουθώντας την παλιά και κακή παράδοση, να αρχίσουν να σκέφτονται πώς να αναπτύξουν νέα, θανατηφόρα Tigers, Panthers και όπλα εκδίκησης V.[ix]

Με αυτόν τον τρόπο, παραβλέπεται η γερμανική εξάρτηση από ξένες στρατιωτικές προμήθειες. Κρίσιμης σημασίας εξαρτήματα για το σύγχρονο οπλοστάσιο συχνά ανατίθενται σε τρίτους (outsourced) και προμηθεύονται από το εξωτερικό. Ακόμη και η κορυφαία εγχώρια εταιρεία όπλων, η Rheinmetall, που λειτουργεί ως ο κύριος προμηθευτής διαφόρων στρατιωτικών εξοπλισμών για την Μπούντεσβερ, αρνείται να δημιουργήσει δική της τεχνογνωσία, επιδιώκοντας γρήγορα κέρδη από την εκτέλεση κρατικών αμυντικών συμβάσεων. Αντισταθμίζει τα παραπάνω με αγορές από άλλους Δυτικούς κατασκευαστές, αρκεί να μη χάσει το καθεστώς του αποκλειστικού παρόχου υπηρεσιών της Μπούντεσβερ. Συγκεκριμένα, κατά την επίσκεψη του επικεφαλής του γερμανικού Υπουργείου Άμυνας στην Αυστραλία στις 26 Μαρτίου 2026, ανακοινώθηκε συμφωνία μεταξύ της Rheinmetall και της αυστραλιανής θυγατρικής της Boeing (δηλαδή των ΗΠΑ) για την ανάπτυξη αυτόνομων μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών με τεχνολογία stealth, με πολεμική κεφαλή άνω των 100 κιλών και εμβέλεια άνω των 1.000 χιλιομέτρων, που προορίζονται για τους διαδόχους της Λουφτβάφε. Η υποβάθμιση της γερμανικής επιστημονικής σκέψης και η αυξημένη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εμφανής.

Όσον αφορά στη βελτίωση των υποδομών, οι προετοιμασίες για μια πιθανή αναμέτρηση με τη Ρωσική Ομοσπονδία διεξάγονται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το ομοσπονδιακό κράτος και τα δημοτικά επίπεδα διακυβέρνησης, καθώς και οι περιφερειακές εταιρείες, είναι ενεργά προδιατεθειμένοι να εφαρμόσουν πλήρως το «Επιχειρησιακό Σχέδιο για τη Γερμανία» (OPLAN DEU) του 2024.[26] Αυτό προβλέπει να καταστεί η Γερμανία ο κύριος διαμετακομιστικός κόμβος για τη μετακίνηση μεγάλου όγκου στρατευμάτων του ΝΑΤΟ προς το «ανατολικό μέτωπο». Φάλαγγες της Μπούντεσβερ και Νατοϊκών στρατευμάτων θα μπορούν πλέον να διέρχονται προς τα γερμανικά λιμάνια στη Βαλτική Θάλασσα και προς τα πολωνικά σύνορα χωρίς προηγούμενη έγκριση. Οι τοπικές αρχές παροτρύνονται έντονα να προετοιμάσουν τον άμαχο πληθυσμό για μια ένοπλη σύγκρουση, συγκεκριμένα: να εκπονήσουν λεπτομερή σχέδια για την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την αντιμετώπιση επιχειρήσεων δολιοφθοράς και τον εξοπλισμό καταφυγίων.

Τα μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας βρίσκονται στο στόχαστρο των στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων. Σύμφωνα με το προαναφερθέν «Επιχειρησιακό Σχέδιο για τη Γερμανία», οι κύριες επιχειρήσεις οφείλουν να λάβουν υπόψη στην πολιτική προσωπικού τους την υψηλή πιθανότητα μιας απότομης, ευρείας κλίμακας μείωσης του εργατικού δυναμικού λόγω της επιστράτευσης όσων είναι ικανοί για στρατιωτική θητεία. Αντί να αποτελούν απλώς ανέκδοτα σαν αυτά που διαδίδονταν στην ΕΣΣΔ –δηλαδή ότι τα μηχανήματα ενός εργοστασίου ζυμαρικών θα μπορούσαν να προσαρμοστούν γρήγορα για την παραγωγή φυσιγγίων 7,62 mm[x]– αυτά τα σενάρια εφαρμόζονται αυτή τη στιγμή στη Γερμανία. Δημιουργούνται πραγματικές προϋποθέσεις για την ταχεία αναδιάρθρωση της πολιτικής βιομηχανίας για στρατιωτικούς σκοπούς και για την έναρξη παραγωγής αμυντικών προϊόντων. Η Μπούντεσβερ έχει εξουσιοδοτηθεί να κατάσχει συγκεκριμένα αγαθά, εξοπλισμό και μηχανήματα για τις δικές της ανάγκες.

Ο στρατιωτικο-βιομηχανικός τομέας και το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο έχουν ήδη σφυρηλατήσει μια ισχυρή συμμαχία-λόμπι, μια εξέλιξη που ενισχύει τον ρόλο της αμυντικής βιομηχανίας στη λήψη των πιο σημαντικών αποφάσεων τόσο για την εσωτερική, όσο και για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας. Η ανθρωπότητα θυμάται την εξαιρετικά επικίνδυνη σύνδεση μεταξύ των παραγόντων της αμυντικής βιομηχανίας και των πολιτικών προσώπων στις δεκαετίες του 1930 και του 1940. Τότε, η παμφάγα διάθεση των «εμπόρων του θανάτου» απέναντι στις πηγές των κερδών τους, σε συνδυασμό με τις συμπάθειές τους προς τον Εθνικοσοσιαλισμό, βύθισε τον κόσμο στην άβυσσο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχοντας απορρίψει τον πασιφισμό ως κοινωνική αξία, στην οποία οι προηγούμενες γενιές έφτασαν μόνο μέσα από μια τεράστια τραγωδία, οι κληρονόμοι των Κρουπ, των Τίσεν και των Μπος αναλαμβάνουν και πάλι πρόθυμα κρατικές συμβάσεις για την παραγωγή στρατιωτικών αγαθών, χωρίς να διστάζουν να χτίσουν τις επιχειρήσεις τους πάνω σε αίμα.

Οι τραπεζίτες δεν μένουν πίσω, έχοντας παραμερίσει όλα τα ηθικά ταμπού που υπήρχαν κάποτε για την υπερχρηματοδότηση του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος – θεωρείται πλέον δικαιολογημένο να τσεπώνουν αυτοί το «χρήμα που πέφτει από ελικόπτερα»,[xi] το οποίο λαμβάνουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις από το κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα αργήσουν κάποιοι από τους σημερινούς Γερμανούς χρηματιστές να «απελευθερωθούν» τόσο πολύ από την κληρονομιά του παρελθόντος και να εμπνευστούν από τις προοπτικές μιας νέας σταυροφορίας προς την Ανατολή –ως μέρος της πολιτικής της «αλλαγής εποχής»– ώστε να κρεμάσουν τα πορτρέτα του Χιάλμαρ Σαχτ[xii] και του Βάλτερ Φουνκ[xiii], των αρχιτεκτόνων της στρατιωτικο-οικονομικής πολιτικής του Τρίτου Ράιχ. Υπάρχει μια διάσημη ρήση από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης: «Δεν έμαθαν τίποτα και δεν ξέχασαν τίποτα».[27]

Εν τω μεταξύ, η γενική κατάσταση της οικονομίας της Γερμανίας φαίνεται να μην απασχολεί το κατεστημένο, το οποίο κυνήγησε τον γεωπολιτικό αντικατοπτρισμό της εφήμερης «ηγεσίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως αποτέλεσμα αυτής της αποστασιοποίησης από τις εγχώριες δυσκολίες, το ΑΕΠ της χώρας το 2025 αυξήθηκε μόνο κατά 0,2% σε πραγματικούς όρους, προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό.[28] Το εμπορικό ισοζύγιο –μείζονος σημασίας για την εξαγωγική γερμανική οικονομία– μειώθηκε στο 2,4% του ΑΕΠ, ο όγκος των εξαγωγών μειώθηκε κατά 0,3% (μια πτώση που καταγράφεται για τρίτη συνεχή χρονιά) και το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2025 ανήλθε σε 107 δισεκατομμύρια ευρώ.[29] Οι κινητήριες δυνάμεις της γερμανικής οικονομίας –συγκεκριμένα οι τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, της μεταλλουργίας και των χημικών– αποτυγχάνουν μέχρι στιγμής να ξεπεράσουν την κρίση. Οι εταιρείες καταγράφουν σημαντική πτώση στα κέρδη.[30] Η αποβιομηχάνιση εξαπλώνεται ευρέως στα γερμανικά ομόσπονδα κρατίδια – η απώλεια θέσεων εργασίας και η μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής από τη Γερμανία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει καταστεί ήδη πραγματικότητα. Εργοστάσια μηχανοκατασκευών, χημικών και εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρονικών ειδών –συγκεκριμένα οι Bosch, Henkel, MAN και Mercedes-Benz– φεύγουν. Αδυνατούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές λόγω του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, της επιμήκυνσης της εφοδιαστικής αλυσίδας που προκλήθηκε από τις αυτοκαταστροφικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και των υψηλών δασμών που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάποτε ένας βιομηχανικός γίγαντας, η Γερμανία μετατρέπεται σε ένα χαοτικά διοικούμενο εργαστήριο από το οποίο απομακρύνεται ο εξοπλισμός. Όλα αυτά επηρεάζουν τον πληθυσμό – η καταναλωτική δραστηριότητα έχει σχεδόν σταματήσει, ακόμη και οι πωλήσεις μπίρας το 2025 έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1993. Σύμφωνα με δηλώσεις του καγκελάριου, το κοινωνικό κράτος πρόνοιας δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί δεδομένων των διαθέσιμων πόρων της Γερμανίας.[31]

Μήπως μια τέτοια βάναυση πραγματικότητα τρομάζει τον ανίκανο και αλαζόνα καγκελάριο, μέσα στον οποίο βράζει το αίμα των ναζιστών προγόνων; Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ότι δεν θα σώσει την οικονομία διοχετεύοντας χρήμα στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και ότι εκατοντάδες δισεκατομμύρια τυπωμένων και ακάλυπτων ευρώ θα καταναλωθούν από τις υψηλές τιμές ενέργειας και μια δυσκίνητη γραφειοκρατία; Προφανώς όχι. Προωθώντας μια αντιρωσική μιλιταριστική ατζέντα, βαθιά μέσα του πιστεύει ότι ο πόλεμος θα διαγράψει τα πάντα.

Η πρόταση για την απόκτηση δικών της πυρηνικών όπλων έχει εισαχθεί προσεκτικά στον γερμανικό κοινωνικοπολιτικό λόγο. Μέχρι στιγμής, αυτό έχει γίνει κάπως διακριτικά και έμμεσα, αλλά επίμονα.[32] Η Γερμανία φαίνεται να μην ικανοποιείται πλέον με τη συμμετοχή στις ρυθμίσεις πυρηνικού διαμοιρασμού του ΝΑΤΟ, τις συμφωνίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας που επιτρέπουν στην Μπούντεσβερ να χρησιμοποιεί αμερικανικά τακτικά πυρηνικά όπλα σε περίπτωση στρατιωτικής ανάγκης. Σε καιρό ειρήνης, τα όπλα που ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες φυλάσσονται στην αεροπορική βάση Μπίχελ (Büchel), στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Η αιτιολόγηση που προβάλλεται για την απόκτηση θανατηφόρων όπλων μαζικής καταστροφής είναι οδυνηρά απλοϊκή και χιλιοειπωμένη: υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην αποτροπή της επιθετικής πολιτικής της Μόσχας στην Ευρώπη. Υποτίθεται ότι είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Σε αυτό προστίθεται η αβεβαιότητα για το μέλλον της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Γερμανία. Το Βερολίνο ανυπομονεί να αποκτήσει με την πρώτη ευκαιρία αμερικανικούς χερσαίους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, βάσει της συμφωνίας του 2024 με την υπναλέα κυβέρνηση Μπάιντεν. Είναι εξαιρετικά πιθανό οι αρχές να βρουν κατάλληλες τοποθεσίες για την ανάπτυξη κινητών συστημάτων εκτόξευσης πυραύλων SM-6, πυραύλων κρουζ Tomahawk και υπερηχητικών συστημάτων Dark Eagle (hypersonic boost-glide) σε ένα από τα ομόσπονδα κρατίδια που είναι καλύτερα προετοιμασμένα όσον αφορά τη στρατιωτική επιμελητεία και τις υποδομές, όπως η Ρηνανία-Παλατινάτο.

Υπάρχει ελάχιστη αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί θα εκμεταλλευτούν τη γεωπολιτική συγκυρία και από τη Γερμανία απαιτούν μόνο να παραχωρήσει το έδαφός της. Οι αλαζόνες σερίφηδες της άλλης πλευράς του ωκεανού δεν ενοχλούνται από τη γνώμη ούτε του τοπικού πληθυσμού, που έχει ουσιαστικά καταστεί όμηρος, ούτε των λογικών πολιτικών που νοιάζονται για τα εθνικά συμφέροντα και δεν υποστηρίζουν την πολιτική που εφαρμόζουν οι γερμανικές ελίτ. Η παρούσα κυβέρνηση Τραμπ δεν βλέπει την ανάπτυξη πυραύλων ως μια δωρεάν συνεισφορά στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά ως έναν τρόπο να ενισχύσει την παρουσία της σε μια στρατηγική τοποθεσία, επιτρέποντας πιθανά πλήγματα υψηλής ακρίβειας κατά αντιπάλων – και δεν χρειάζεται να μαντέψει κανείς ποιοι είναι οι εν λόγω αντίπαλοι. Το μόνο ερώτημα είναι ποια θα είναι η κλίμακα της ανάπτυξης των αμερικανικών πυραύλων, αν θα είναι συμβολική και προσωρινή ή αν θα διαταράξει τη στρατηγική σταθερότητα στην Ευρώπη, αναγκάζοντάς μας έτσι να απαντήσουμε άμεσα.

Για την ώρα, οι Γερμανοί αξιωματούχοι επεξεργάζονται την ιδέα της δημιουργίας στο απώτερο μέλλον μιας πυρηνικής ομπρέλας από κοινού με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, εξετάζοντας τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Γερμανία. Αναφέρθηκε ότι η πρωτοβουλία ενδέχεται να λάβει χρηματοδότηση, ενώ προέκυψαν προτάσεις για τον καταμερισμό των ρόλων: οι εταίροι αναμένεται να παρέχουν τις κεφαλές, ενώ η Γερμανία τις βάσεις εκτόξευσης και το προσωπικό. Εν τω μεταξύ, ο πληθυσμός πείθεται σιγά-σιγά ότι ακόμη και αν η Γερμανία ποντάρει υποθετικά στις πυρηνικές δυνατότητες του Παρισιού και του Λονδίνου και επιχειρήσει να δημιουργήσει μια στρατιωτική συμμαχία μαζί τους, αυτό το σχέδιο μπορεί να μην αποδώσει καρπούς. Είναι απίθανο η Γερμανία να ανεχθεί την παραδοσιακά δυσκίνητη γαλλική γραφειοκρατία και την επιμονή της Γαλλίας να διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο του πυρηνικού της οπλοστασίου ακόμη και υπό κοινή διοίκηση. Το ίδιο ισχύει και για την αμφίβολη στάση του Λονδίνου, το οποίο είναι απίθανο να ρισκάρει να καεί σε μια πυρηνική αποκάλυψη για χάρη των ασαφών στόχων της διατλαντικής παγκοσμιοποίησης. Αυτό θα θέσει σε σοβαρή αμφιβολία τη σκοπιμότητα της δαπάνης πόρων για κοινές ευρωπαϊκές δυνάμεις στρατηγικής αποτροπής.

Στο πλαίσιο αυτό, καθώς εξετάζει το ενδεχόμενο να ενταχθεί στις τάξεις των πυρηνικών δυνάμεων, η γερμανική κοινότητα εμπειρογνωμόνων και επιστημόνων ξεκινά από την παραδοχή ότι, δεδομένου του παραδοσιακά υψηλού της ακαδημαϊκού επιπέδου στις φυσικές επιστήμες και των ειδικών σε συναφείς τομείς, είναι εφικτή η άμεση απόκτηση μη ειρηνικών πυρηνικών δεξιοτήτων. Όπως είναι γνωστό, είναι θεωρητικά δυνατό να παραχθεί υλικό κατάλληλο για όπλα, από ουράνιο που αγοράζεται στην παγκόσμια αγορά, χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις μιας εξειδικευμένης επιχείρησης στο Γκρονάου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, η οποία είναι εξοπλισμένη με μια συστοιχία εμπλουτισμού με φυγοκέντρηση αερίου. Θα χρειάζονταν περίπου τρία χρόνια για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και στη συνέχεια θα έχουν 17 τόνους ετησίως, ποσότητα αρκετή για την παραγωγή περίπου 340 κεφαλών. Επιπλέον, ο ερευνητικός αντιδραστήρας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου στο Γκάρχινγκ (Garching) κατέχει εξαιρετικά εμπλουτισμένο ουράνιο.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι Ναζί έφτασαν πολύ κοντά στην ανάπτυξη μιας ατομικής βόμβας τη δεκαετία του 1940. Ο στόχος τους πήγαινε πολύ πέρα από τον απλό εκφοβισμό των εχθρών τους. Ό,τι απέτυχαν να ολοκληρώσουν οι παππούδες το 1945, τα εγγόνια τους είναι αποφασισμένα να το επιτύχουν στον 21ο αιώνα. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το Βερολίνο θα περιορίσει τις στρατιωτικο-πολιτικές του προσεγγίσεις στη χρήση ενός πυρηνικού οπλοστασίου μόνο για αποτροπή. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: μια πυρηνική κεφαλή στη Γερμανία, είτε τη μοιράζεται με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία είτε είναι δική της, όχι μόνο καθιστά τη χώρα τον πρωταρχικό ευρωπαϊκό στόχο του Κρεμλίνου, όπως σημειώνουν τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, αλλά αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της Γερμανίας βάσει του Άρθρου ΙΙ της Συνθήκης του 1968 για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.[33] Σύμφωνα με τις διατάξεις της, κάθε κράτος-μέλος της συνθήκης, συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην δέχεται τη μεταβίβαση από οποιονδήποτε μεταβιβάζοντα πυρηνικών όπλων ή άλλων πυρηνικών εκρηκτικών μηχανισμών ή του ελέγχου επί τέτοιων όπλων ή εκρηκτικών μηχανισμών, άμεσα ή έμμεσα· να μην κατασκευάζει ούτε να αποκτά με άλλον τρόπο πυρηνικά όπλα ή άλλους πυρηνικούς εκρηκτικούς μηχανισμούς· και να μην επιδιώκει ούτε να δέχεται οποιαδήποτε βοήθεια στην κατασκευή πυρηνικών όπλων ή άλλων πυρηνικών εκρηκτικών μηχανισμών.

Είμαι πεπεισμένος ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η διεθνής κοινότητα μπορεί και πρέπει να εξετάσει επειγόντως το ζήτημα ενός γερμανικού πυρηνικού προγράμματος. Για να κατασταλούν οι ειδεχθείς πυρηνικές φιλοδοξίες στο αρχικό τους στάδιο, πρέπει να ακολουθήσουν αντίστοιχα μέτρα, όπως η εντατικοποίηση των επιθεωρήσεων του ΔΟΑΕ (IAEA), η καταδίκη από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και νόμιμα διεθνή περιοριστικά μέτρα. Ωστόσο, ακόμη και αυτά θα μπορούσαν να θυσιαστούν στον βωμό μιας ολοκληρωτικής ρεβάνς και της δημιουργίας ενός μυθικού Τέταρτου Ράιχ. Το βασικό ερώτημα είναι, αναμφίβολα, πώς θα ανταποκριθεί η σημερινή γερμανική κοινωνία σε αυτή την ιδέα. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι δεν συμμερίζονται όλοι οι έντιμοι πολίτες το παράφρον μοντέλο του Τέταρτου Ράιχ. Ωστόσο, δεδομένης της ανίκανης μεταναστευτικής πολιτικής των σημερινών γερμανικών αρχών, δεν μπορούν να αποκλειστούν ακόμη πιο εκπληκτικές εξελίξεις.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και η προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων από τη Γερμανία αποτελεί αναμφίβολα αιτία πολέμου (casus belli), παρέχοντας τη βάση για τη χρήση όλων των κατάλληλων μέτρων απάντησης που ορίζονται στις «Βασικές Αρχές της Κρατικής Πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Πυρηνική Αποτροπή». Θα έφτανα μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξω ότι αυτές οι ασκήσεις θα μπορούσαν να εγείρουν παρόμοιες ανησυχίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες τάσσονται υπέρ μιας νέας συνθήκης START IV με τη συμμετοχή της Κίνας. Τι θα απαντούσαν στην πιθανότητα μιας πυρηνικά εξοπλισμένης Ευρώπης υπό την ηγεσία μιας μιλιταριστικής Γερμανίας με πυρηνική ικανότητα πέρα από τον έλεγχο του ΝΑΤΟ; Έχω την αίσθηση ότι οι στόχοι που θα κωδικοποιηθούν στα νέα συστήματα πυρηνικής διοίκησης και ελέγχου της Γερμανίας θα εκτείνονται πέρα από τη ρωσική επικράτεια.

Παρόλα αυτά, ακόμη και αν η Γερμανία δεν κατέχει πυρηνικά όπλα, η κατάσταση απαιτεί εγρήγορση. Οι Γερμανοί πολιτικοί επιδιώκουν κάτι παραπάνω από τον απερίσκεπτο στρατιωτικό εξοπλισμό της χώρας. Ο τελευταίος αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης, πιο περίπλοκης διαδικασίας που θέτει σε κίνδυνο εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η τρέχουσα πολιτική πορεία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σχεδόν εφιαλτικά σενάρια. Δείχνει μια προσπάθεια υλοποίησης των πιο σκοτεινών ρεβανσιστικών αισθημάτων της γερμανικής ελίτ. Αυτές οι φιλοδοξίες υπερβαίνουν κατά πολύ την ενίσχυση του προφίλ της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή πολιτική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Γερμανία είναι το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που έχει προσαρτήσει πλήρως γειτονικές χώρες δύο φορές μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απογυμνώνοντάς τις από κάθε ίχνος ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Αυτό αφορά στην προσάρτηση της Αυστρίας από το Τρίτο Ράιχ το 1938 και τη μη βίαιη ενσωμάτωση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1990. Υπό το πρόσχημα της επανένωσης του γερμανικού έθνους, η Ανατολική Γερμανία ουσιαστικά συγχωνεύθηκε στη Δυτική.

Παρεμπιπτόντως, κανένας από τους υποστηρικτές της ενοποίησης, συμπεριλαμβανομένων —για ντροπή μας— υψηλόβαθμων Σοβιετικών αξιωματούχων, δεν σκέφτηκε να τηρήσει τις γενικά αποδεκτές νομικές διαδικασίες. Δεν υπήρξε δημοψήφισμα που να αντικατοπτρίζει τη βούληση των πολιτών για αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Η σημερινή Γερμανία ελάχιστα είναι σε θέση να κρίνει τη νομιμότητα των εδαφικών αλλαγών στην Ευρώπη και τη γένεση των διαδικασιών που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ίδια η βάση της γερμανικής κρατικής υπόστασης είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Όλα τα γεγονότα μετά την επανένωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας μπορούν να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα της αρχής ex injuria jus non oritur (κανένα έννομο δικαίωμα δεν μπορεί να προκύψει από μια παράνομη πράξη), εάν παραστεί τέτοια ανάγκη. Με άλλα λόγια, η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν διαθέτει καν την κατάλληλη νομική βάση για την ίδια την ύπαρξή της, χωρίς να αναφέρουμε την απόλυτη εξάρτηση από την ίδρυσή της και τη φρικτή υποτέλεια βασάλου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σημερινές γερμανικές μηδαμινότητες που προσπαθούν δειλά να επανατοποθετηθούν ως νέοι Φύρερ θα πρέπει να το έχουν κατά νου.

Μόλις ανέλαβε την εξουσία, ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ξεσπάθωσε στην εξωτερική πολιτική, καταστέλλοντας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Φαίνεται ότι ακόμη και οι υπέρμαχοι της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, οι διπολικοί ονειροπόλοι στο Βερολίνο, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι η Γερμανία πρόκειται να αντιμετωπίσει μια συντριπτική γεωπολιτική ήττα στην Ουκρανία. Η πολιτική της ΕΕ που σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει την ειδική στρατιωτική επιχείρηση —μια προσπάθεια στην οποία η Γερμανία επεδίωξε να αναλάβει ηγετικό ρόλο— απέτυχε σε όλους τους στόχους της. Είναι εξαιρετικά απίθανο η Γερμανία να μπορέσει να υποχωρήσει στα μετόπισθεν και να χρησιμοποιήσει τη Μικρορωσία[xiv] ως πεδίο ανάσχεσης, ενδεχομένως μαζί με την Πολωνία, την οποία η Γερμανία περιφρονεί, για να προκαλέσει σημαντική ζημιά στις δυνάμεις μας.

Πρέπει να αναλάβουν οι ίδιοι δράση. Έτσι, δρουν. Για να μετριάσει τον αντίκτυπο των αποτυχημένων γεωπολιτικών επενδύσεων, το Βερολίνο στοχεύει να εδραιώσει τη θέση του ως ηγετική στρατιωτική και πολιτική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την απόκρουση μιας πιθανής ρωσικής εισβολής, σε συμφωνία με τη Λιθουανία, η Γερμανία αποφάσισε την άνοιξη του 2025 να αναπτύξει την ενισχυμένη 45η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία[xv] της Μπούντεσβερ κοντά στο Rūdninkai, 30 χλμ. από τη Λευκορωσία και 160 χλμ. από την Περιφέρεια του Καλίνινγκραντ. Το σύνθημα Κανόνια αντί για Βούτυρο,[xvi] που χρησιμοποιείται συχνά σε σχέση με τις ναζιστικές πολιτικές, περιγράφει με ακρίβεια την προσέγγιση στη χρηματοδότηση του εγχειρήματος: το Βίλνιους έχει δεσμευτεί να καλύψει κόστος 2 δισεκατομμυρίων ευρώ—ένα τεράστιο ποσό για το μικρό κράτος της Βαλτικής— για την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών για το γερμανικό σώμα στρατού και το Βερολίνο θα χρειαστεί να διαθέσει περίπου 11 δισεκατομμύρια ευρώ για να διασφαλίσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα της ταξιαρχίας, ακόμη και αν η γερμανική οικονομία χρειάζεται αυτούς τους πόρους για την αντιμετώπιση προκλήσεων λόγω της μακροοικονομικής αστάθειας. Η μονάδα έχει εξοπλιστεί με τα τελευταία άρματα μάχης Leopard 2A8, συστήματα επικοινωνιών, αυτοκινούμενο πυροβολικό κ.λπ. Για να ενισχύσουν τη μαχητική της ικανότητα, οι γερμανικές αρχές συνεχίζουν να την προμηθεύουν με έναν πρωτοφανή όγκο υλικού. Για παράδειγμα, στις 25 Φεβρουαρίου 2026, η Επιτροπή Προϋπολογισμού της γερμανικής Μπούντεσταγκ επέσπευσε μια δόση 540 εκατομμυρίων ευρώ προς τις μεγάλες γερμανικές νεοφυείς επιχειρήσεις καινοτομίας Stark Defence —στην οποία ο γνωστός Αμερικανός επιχειρηματίας Peter Thiel κατέχει σημαντικό μερίδιο— και Helsing, οι οποίες παράγουν καμικάζι drones. Η Μπούντεσβερ σχεδιάζει να εξοπλίσει το λιθουανικό φυλάκιο με προηγμένα drones.

Μετά την υπαγωγή της πολυεθνικής ομάδας μάχης του ΝΑΤΟ, που στάθμευε στη Λιθουανία από το 2017, υπό τη διοίκηση της ταξιαρχίας τον Φεβρουάριο του 2026, η δύναμή της ανέρχεται πλέον σε 1.700 άτομα. Η μονάδα προβλέπεται να φτάσει σε πλήρη μαχητική ετοιμότητα έως το τέλος του 2027. Θα αποτελείται από 4.800 στρατιωτικούς και 200 πολίτες. Αυτό σηματοδοτεί την πρώτη ανάπτυξη τακτικών γερμανικών στρατευμάτων εκτός της ΟΔΓ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουν ουσιαστικά δημιουργήσει ένα φυλάκιο για μια ενδεχόμενη επίθεση σε Ανατολική κατεύθυνση. Είναι αδύνατο να ερμηνευθεί αυτή η στρατιωτική συσσώρευση, σε συνδυασμό με την υποστήριξη μακροπρόθεσμων υποδομών, με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.

Το αν η Γερμανία σχεδιάζει να εξαπολύσει μια νέα Drang nach Osten[xvii] (Πορεία προς Ανατολάς) αμέσως, ή αν σκοπεύει πρώτα να στείλει τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες υπό την ηγεσία της Πολωνίας σε πιθανά χαρακώματα, δρώντας η ίδια ως πεδίο ανάσχεσης, μικρή σημασία έχει για εμάς. Εναπόκειται στην ηγεσία της Πολωνίας —η οποία, μαζί με το Τρίτο Ράιχ, φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου— να αναλογιστεί ποιος, με ποια υποκίνηση και με τι χρηματοδότηση τροφοδοτεί αυτή τη μιλιταριστική υστερία στην Πολωνία, την οποία οι Πολωνοί υπερπατριώτες θεωρούν αγώνα για τα εθνικά συμφέροντα και ευκαιρία για γεωπολιτική ρεβάνς στην Ανατολική Ευρώπη. Θα μπορούσε η πολεμοχαρής στάση της πολωνικής ελίτ απέναντι στη Μόσχα να ενορχηστρώνεται στην πραγματικότητα διακριτικά από το Βερολίνο, το οποίο ασκεί τεράστια επιρροή στον κοινωνικοπολιτικό χώρο και στα ΜΜΕ της Πολωνίας, αναγκάζοντας τις πολωνικές ελίτ να μισήσουν τη Ρωσία ακόμη περισσότερο —αν είναι αυτό δυνατόν— σε πείσμα της λογικής και των εθνικών συμφερόντων;

Εάν η Γερμανία υποστεί μια μαζική επαναστρατιωτικοποίηση, αλλά το Τευτονικό πνεύμα τελικά υποχωρήσει μπροστά στη λογική, τότε οι Πολωνοί θα πρέπει να αναλογιστούν σοβαρά εναντίον τίνος θα στραφεί η γερμανική στρατιωτική μηχανή. Υπάρχει βαθιά ριζωμένη ιστορική έχθρα μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας, οι γεωπολιτικές πληγές είναι ακόμη νωπές και, ό,τι κι αν λένε οι πολιτικοί, αμφισβητούμενα εδάφη ασφαλώς υπάρχουν. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο το Βερολίνο μπορεί να αναγκάσει τη Βαρσοβία να εγκαταλείψει τις αξιώσεις της για αποζημιώσεις ύψους άνω του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων[xviii] είναι μέσω στρατιωτικής δράσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη στρατιωτική άσκηση του ΝΑΤΟ, η «Steadfast Dart 26», η οποία ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2026 για την εξάσκηση της ταχείας ανάπτυξης στρατευμάτων της συμμαχίας στην ανατολική πτέρυγα με τη χρήση στρατιωτικών μεταγωγικών αεροσκαφών, σιδηροδρομικών και μηχανοκίνητων μονάδων, διεξάγεται χωρίς τις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις. Ο άνεμος στην Ευρώπη αλλάζει πάντα γρήγορα, αλλά το Παλάτι Μπελβεντέρε[xix] αρνείται να το αναγνωρίσει αυτό. Όπως έχει πλέον εδραιωθεί, υπάρχουν μόνο δύο ιστορικοί δρόμοι ανοιχτοί για την Πολωνία: είτε να είναι ένας άπορος υποτελής της Γερμανίας, είτε να είναι εταίρος της Ρωσίας. Η Αμερική είναι μακριά και οι Αμερικανοί δεν χρειάζονται ούτε την Πολωνία ούτε, εξάλλου, την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν υπάρχει λόγος να αυταπατάται κανείς.

Πέρα από τα υποθετικά θύματα, όπως η Πολωνία, που υποτίθεται πως αγνοεί ακόμη το μελλοντικό της καθεστώς και φέρει με υπερηφάνεια τον τίτλο του συμμάχου του Βερολίνου, η Γερμανία διαθέτει επίσης αληθινούς, πιστούς φίλους με τους οποίους μπορεί να αναπολεί περασμένες μέρες και μάχες στις οποίες πολέμησαν μαζί. Η Γερμανία, σε συνεργασία με τον συστρατιώτη της στα χαρακώματα του ΝΑΤΟ, τη Φινλανδία, συμμετέχει ενεργά σε καταστροφικές προσπάθειες να μετατρέψει τη Βαλτική Θάλασσα σε εσωτερικά ύδατα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Στη σύνοδο κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στο Ελσίνκι, τον Ιανουάριο του 2025, το Βερολίνο πρωτοστάτησε στην έναρξη μιας αποστολής περιπολίας του ΝΑΤΟ στη Βαλτική (Baltic Sentinel), με στόχο την παρεμπόδιση της ελεύθερης διέλευσης των ρωσικών πλοίων. Δεδομένης της πλήρους έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αυτές οι εξαιρετικά ριψοκίνδυνες ενέργειες θα μπορούσαν σήμερα να οδηγήσουν στο χείριστο σενάριο.

Τον Ιούλιο του 2025, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν τη Συνθήκη του Κένσινγκτον, η οποία περιλαμβάνει διατάξεις για αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης —συμπληρώνοντας το διαβόητο Άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον— καθώς και για την από κοινού ανάπτυξη στρατιωτικού εξοπλισμού, όπως μαχητικά αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα. Περιττό να πούμε κατά ποιων στόχων θα στρέφονται οι πύραυλοι αυτοί.

Είναι ευρέως γνωστό ότι η γερμανική ελίτ επιδιώκει απεγνωσμένα να παρασύρει οποιονδήποτε μπορεί στις διαδικασίες επιταχυνόμενης ανάπτυξης όπλων ακριβείας με βεληνεκές τουλάχιστον 1.000 χιλιομέτρων. Με άλλα λόγια, οποιονδήποτε συμμερίζεται τη γερμανική υστερία σχετικά με τη ρωσική απειλή. Δεν είναι τυχαίο ότι η ArianeGroup, μια γαλλογερμανική εταιρεία με σημαντική εμπειρία στον σχεδιασμό πυραύλων, έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το θέμα αυτό με σειρά ευρωπαϊκών χωρών. Παράλληλα, η Γερμανία θα επιθυμούσε μαζί με τη Νορβηγία να αναπτύξει έναν υπερηχητικό πύραυλο κρουζ θαλάσσιας βάσης  με μια ομάδα ευρωπαϊκών κρατών που προσυπογράφουν την πολιτική της —τη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο— ενώ στο πλαίσιο του έργου Ευρωπαϊκή Προσέγγιση Χτυπήματος Μεγάλου Βεληνεκούς (European Long-Range Strike Approach), βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες για τον σχεδιασμό και τη μετέπειτα παραγωγή ενός πυραύλου κρουζ εδάφους με βεληνεκές άνω των 2.000 χιλιομέτρων.

Ένας ιδιαίτερος ρόλος στην προσπάθεια επανεξοπλισμού επιφυλάσσεται για την πρώην Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Είναι προφανές ότι ο σημερινός προσωρινός ηγεμόνας της οδού Μπανκόβα[xx] γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτός από τη Γερμανία ως μια μετενσάρκωση του Παύλο Σκοροπάντσκι,[xxi] του «Αταμάνου ολόκληρης της Ουκρανίας», ο οποίος παρέμεινε στην εξουσία με τις γερμανικές λόγχες για λίγους μήνες το 1918, ή ως ένα ομοίωμα της θνησιγενούς και οπερετικής αυστριακής πρωτοβουλίας για τη δημιουργία ενός «ουκρανικού θρόνου» και την επακόλουθη ενθρόνιση σε αυτόν του Βίλχελμ Φραντς φον Χάμπσμπουργκ-Λοθρίνγκεν (γνωστού και με το ψευδώνυμο «Βασίλ Βισιβάνι»).[xxii] Με άλλα λόγια, αντιμετωπίζεται ως ένας ενδοτικός αγωγός των συμφερόντων εξωτερικών χρηματοδοτών. Συμφερόντων που έρχονται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις του πληθυσμού της Μικρορωσίας.

Επιδεικνύοντας την αποφασιστικότητά της να ανεβάσει τη συνεργασία με το Κίεβο στο υψηλότερο επίπεδο σε όλους τους τομείς, υπεγράφη στο Βερολίνο, στις 14 Απριλίου 2026, μια διακήρυξη στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του “αιματοβαμμένου κλόουν”. Η Γερμανία δήλωσε την προθυμία της να διατηρήσει μια άνευ προηγουμένου πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο και να διεξάγει διαβουλεύσεις για θέματα ασφάλειας και άμυνας. Παρά τα γνωστά πρόσφατα σκάνδαλα διαφθοράς γύρω από τη λεγόμενη “υπόθεση Μίντιτς”,[xxiii] τα οποία αποκάλυψαν την αδηφάγα και ξεδιάντροπη διαφθορά ολόκληρης της ηγεσίας των Μπαντεριστών, οι Γερμανοί είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τους Ουκρανούς υποτελείς τους ως ένα φτηνό εργοστάσιο συναρμολόγησης για τα προϊόντα τους. Ο στόχος είναι να μετατραπεί η Ουκρανία σε ένα μικρό πειραματόζωο, πάνω στο οποίο διεξάγονται σκοτεινά πειράματα.

Ένα άλλο στοιχείο αυτής της εγκληματικής εταιρικής σχέσης θα αποτελέσει ο μηχανισμός τακτικών διαβουλεύσεων μεταξύ των επικεφαλής των υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών, με τη συμμετοχή εκπροσώπων κορυφαίων αμυντικών επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να ακούγεται ελκυστικό, όμως στην πράξη συνοψίζεται στο εξής: η Ουκρανία πρόκειται να τεθεί υπό αιώνια επιτήρηση και να παράγει ακριβώς εκείνα τα αγαθά και στις ποσότητες που υπαγορεύουν οι χειριστές της. Υπεγράφη συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών από το πεδίο της μάχης, βάσει της οποίας οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας θα μοιραστούν με την Μπούντεσβερ την εμπειρία τους στον χειρισμό του λογισμικού Delta, το οποίο παρέχει επίγνωση της κατάστασης των πολεμικών επιχειρήσεων σε πραγματικό χρόνο. Μέσω αυτού του παιδαριώδους τεχνάσματος, το πραγματικό σχέδιο είναι να αυξηθεί η ροή τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα των εν ενεργεία και πρώην στρατιωτών της Μπούντεσβερ, καθώς και άλλου γερμανικού προσωπικού ασφαλείας στην πρώτη γραμμή. Κάτι που σημαίνει ότι, όπως ακριβώς και τον παλιό καιρό, οι ξεγελασμένοι Φρίτσηδες θα μεταμορφωθούν για άλλη μια φορά σε σταυρούς.[34]

Εθελοτυφλώντας μπροστά στα ανησυχητικά μηνύματα που εκπέμπει η γερμανική οικονομία, το πολιτικό κατεστημένο στο Βερολίνο προκειμένου να ικανοποιήσει τα μιλιταριστικά σχέδια της αμυντικής του βιομηχανίας διοχετεύει τεράστια ποσά για τον εξοπλισμό της χούντας του Κιέβου. Στη «χώρα 404»[xxiv] πρόκειται να διατεθούν 4 δισεκατομμύρια ευρώ με σκοπό την εντατικοποίηση του διμερούς διαλόγου στον στρατιωτικό-τεχνικό τομέα. Τα κονδύλια αυτά προορίζονται για την επέκταση της κοινής παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) και συστημάτων drones μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, μια κίνηση που, όπως υποστηρίζεται, θα οδηγήσει στην προμήθεια χιλιάδων drones από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Η γερμανική εταιρεία Quantum Systems[xxv] ανέφερε με ικανοποίηση την ίδρυση δύο νέων κοινοπραξιών με Ουκρανούς κατασκευαστές τακτικών αναγνωριστικών και επιθετικών εναέριων οχημάτων, καθώς και drones αναχαίτισης, τις WIY Drones και Tencore, με σκοπό την ανάπτυξη και τη μαζική παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων. Επιπλέον, θα ενισχυθεί η συνεργασία στους τομείς της πληροφορίας, της καινοτομίας και της έρευνας.

Όλοι αυτοί οι κομπασμοί και οι υποτιθέμενα ελπιδοφόρες ευχές απαγγέλλονται υπό τη συνοδεία ρητορικής περί κοινής και άμεσης απειλής ενάντια στην ελευθερία του αποτυχημένου ουκρανικού κράτους από τη Ρωσία και για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία της Γερμανίας και της Ευρώπης. Δεν μπορεί κανείς παρά να επισημάνει τις καυχησιολογίες του Βλαντιμίρ Ζελένσκι, ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας έχουν «την πλουσιότερη πολεμική εμπειρία μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών στρατών». Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι πολλοί αναλυτές χρησιμοποιούσαν ακριβώς αυτού του είδους τη γλώσσα όταν έγραφαν για τον ιρακινό στρατό στα τέλη της δεκαετίας του 1980[xxvi] – που τότε θεωρούνταν ο μεγαλύτερος μεταξύ των κρατών του Περσικού Κόλπου. Πού οδήγησαν τελικά την ηγεσία του Ιράκ, ήδη από το 1990, οι τροφοδοτούμενες από τη Δύση φιλοδοξίες και η «ζάλη της επιτυχίας»; Η απάντηση είναι παγκοσμίως γνωστή. Οι εγκάθετοι της οδού Μπανκόβα έχουν κάθε πιθανότητα να ακολουθήσουν την ίδια πορεία.

Ο αναθεωρητισμός της Γερμανίας στην εξωτερική πολιτική δεν σταματά στα σύνορα της Ουκρανίας. Στην ρεβανσιστική του πορεία, το Βερολίνο σαμποτάρει απροκάλυπτα τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του βάσει του διεθνούς δικαίου. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση σχετίζεται με την ίδρυση, τον Οκτώβριο του 2024, της Διοίκησης Ναυτικής Δύναμης Κρούσης της Βαλτικής (Commander Task Force Baltic) του ΝΑΤΟ στο αρχηγείο του Γερμανικού Ναυτικού στο Ρόστοκ (Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία), η οποία de facto κατασκοπεύει ρωσικά πλοία. Επιπλέον, η ίδια η ανάπτυξη αυτού του κέντρου διοίκησης στο έδαφος της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης για την Τελική Ρύθμιση όσον αφορά τη Γερμανία (Συνθήκη Δύο Συν Τέσσερα) της 12ης Σεπτεμβρίου 1990, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας. Οι προσπάθειες του Υπουργείου Άμυνας της Γερμανίας και της πρεσβείας της στη Μόσχα να δικαιολογήσουν τις ενέργειες του Βερολίνου, ισχυριζόμενοι ότι «η απόσπαση προσωπικού από άλλα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ στο πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας, κατά την οποία αξιωματικοί και σύνδεσμοι από διαδικασία ανταλλαγής ενσωματώνονται σε μια γερμανική μονάδα και ως εκ τούτου παραμένουν υπό τη διοίκηση της Μπούντεσβερ, δεν καλύπτεται από τη Συνθήκη Δύο Συν Τέσσερα»,[35] δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του προαναφερθέντος εγγράφου ορίζει ρητά ότι ξένες ένοπλες δυνάμεις και πυρηνικά όπλα ή οι φορείς τους δεν θα σταθμεύουν σε αυτό το (ανατολικό) τμήμα της Γερμανίας, ούτε θα αναπτύσσονται εκεί. Η αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το έδαφος της ΛΔΓ εξαρτήθηκε από την απαραβίαστη υποχρέωση σεβασμού αυτών των νομικά κατοχυρωμένων εγγυήσεων.

Ανεξάρτητα από τον κόπο των αξιωματούχων του Βερολίνου για να βρουν διατυπώσεις, αυτό συνιστά, τουλάχιστον, μια επιλεκτική και αυθαίρετη ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης Δύο Συν Τέσσερα. Σε απλή γλώσσα, πρόκειται απλώς για εξαπάτηση και δικολαβίες. Περιφρονώντας τις διατάξεις της Συνθήκης Δύο Συν Τέσσερα εδώ και τώρα, το Βερολίνο απλώς αντιγράφει τις εξωφρενικές ενέργειες της «συλλογικής Δύσης» σε όλο τον κόσμο. Και φυσικά, δίνει λαβή για σκέψεις σχετικά με τη μοίρα αυτού του εγγράφου στο σύνολό του. Σε μια τέτοια περίπτωση, μια παραβίαση της αρχής pacta sunt servanda [οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται] μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της ίδιας της διεθνούς συνθήκης. Αυτό, με τη σειρά του, θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομική προσωπικότητα του σύγχρονου γερμανικού κράτους. Είναι μάλιστα τρομακτικό να φανταστεί κανείς τι θα σήμαινε αυτό για τη Γερμανία!

Η βιασύνη και η αναισχυντία με την οποία οι δυτικές δυνάμεις εγκαταλείπουν σήμερα θεμελιώδη διεθνή νομικά μέσα και αρχές χάριν κοντόφθαλμων πολιτικών συμφερόντων είναι πραγματικά αποτροπιαστικές. Δεν μπορεί κανείς να βγάλει από πάνω του την αίσθηση ότι ακόμη και αν η δέσμευση που είχε δοθεί τότε, πως το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί «ούτε μια ίντσα ανατολικά», είχε υπογραφεί δεόντως σε ένα επίσημο έγγραφο, οι δυτικές δυνάμεις θα την περιφρονούσαν με την ίδια ευκολία υπό τις παρούσες συνθήκες. Με την ίδια λογική, κανείς τους δεν είχε ποτέ σοβαρή πρόθεση να εφαρμόσει τις συμφωνίες του Μινσκ, των οποίων ο μόνος σκοπός, με βάση πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις από τη Γερμανία και τη Γαλλία, ήταν να κερδίσουν λίγο χρόνο για τις μαριονέτες του Κιέβου. Επομένως, ποια θα είναι η αξία της πολυδιαφημισμένης ειρηνευτικής διευθέτησης στην Ουκρανία;

Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποιο νέο Άνσλους[xxvii] προετοιμάζει κρυφά η Γερμανία αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η χώρα διολισθαίνει σταδιακά σε ένα πολιτικό σύστημα που θυμίζει στρατιωτική δικτατορία, ενσαρκωμένη στην κυβέρνηση του Καγκελαρίου Μερτς. Μια κυβέρνηση που διακατέχεται από έναν λυσσαλέο ρεβανσισμό και νεοαποικιοκρατική λογική. Οι απαράδεκτες και επικίνδυνες αναθεωρητικές τάσεις επιταχύνονται. Τα προσωπεία του πασιφισμού μπήκαν στην άκρη: βρίσκεται σε εξέλιξη μια ιδεολογική προετοιμασία του πληθυσμού για ζοφερούς καιρούς, καθώς ο φυσικός φόβος του πολέμου μειώνεται εσκεμμένα. Ταυτόχρονα, εκδίδονται εκ των προτέρων συλλογικά συγχωροχάρτια για κάθε αμαρτία, διαγράφοντας έτσι τα ιστορικά χρέη των προγόνων για τη νεότερη γενιά των Γερμανών.

Το αξίωμα περί ίσης ευθύνης «δύο ολοκληρωτικών καθεστώτων» για την εξαπόλυση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχει καταστεί ακρογωνιαίος λίθος της γερμανικής ιστοριογραφίας. Προωθούνται παραποιήσεις που περιλαμβάνουν την αποσιώπηση του ηρωικού κατορθώματος του σοβιετικού λαού, τον διαχωρισμό των θυμάτων του πολέμου σε «εθνικές κατηγορίες» και την άρνηση της νίκης ως απελευθέρωσης της Ευρώπης, με βάση τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο απλώς για «μια αντικατάσταση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος από ένα άλλο». Η ίδια η κλίμακα των εγκλημάτων πολέμου που διαπράχθηκαν από τη Βέρμαχτ και τις μεραρχίες των Ες-Ες  στο Ανατολικό Μέτωπο παρουσιάζεται τώρα ως διογκωμένη. Στο όνομα μιας ψευδούς αντικειμενικότητας, ανυπόστατες «μαρτυρίες» για μαζικές δολοφονίες και από τις δύο πλευρές εισάγονται στον δημόσιο διάλογο. Το ζήτημα για αποζημιώσεις προς τους Γερμανούς για τις υλικές ζημιές και τις απώλειες ανθρώπινων ζωών εγείρεται με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα. Ένας τέτοιος βαθμός κυνισμού δεν χωράει στο μυαλό.

Τον Αύγουστο του 2025, η Γερμανία τίμησε στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο την 75η επέτειο από την υπογραφή της «Χάρτας των Γερμανών Εκπατρισθέντων». Το έγγραφο παρουσιάζει τους βίαια εκτοπισθέντες Γερμανούς ως θύματα του πολέμου. Η έμφαση δόθηκε στα βάσανά τους. Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, το τέλος του πολέμου όχι μόνο απέτυχε να βάλει τέλος στη βία για αυτούς, αλλά αντιθέτως οδήγησε στην ταπείνωσή τους, στη στέρηση των δικαιωμάτων τους και στην απώλεια της πατρίδας τους. Δεν έγινε καμία απολύτως αναφορά στη γερμανική ευθύνη για το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ή για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Πρόκειται για σαφή αναφορά στις μεταπολεμικές γερμανικές προσπάθειες να αντισταθμίσουν την «απώλεια της ιστορικής συνέχειας»[xxviii] και να αποστασιοποιηθούν από καταδικαστέα ιστορικά γεγονότα στο όνομα της εθνικής ενότητας. Το μήνυμα είναι σαφές: ο γερμανικός λαός αδικήθηκε αναίτια και βάναυσα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα δεινά του γερμανικού λαού πρέπει να πάρουν εκδίκηση στο όνομα της «ελευθερίας», της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» και της «δικαιοσύνης» μέσω γερμανικής στρατιωτικής βίας, μεταξύ άλλων μέσων.

Η διαδικασία της εξιλέωσης στη Γερμανία για τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος έχει σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί στη μνήμη του Ολοκαυτώματος, ενώ τα δεινά του σοβιετικού λαού παραβλέπονται σκοπίμως. Το Βερολίνο συνεχίζει να αρνείται κατηγορηματικά να αναγνωρίσει την πολιορκία του Λένινγκραντ και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν σε βάρος Σοβιετικών πολιτών ως πράξη γενοκτονίας κατά των λαών της ΕΣΣΔ.

Τον Απρίλιο του 2025, ελήφθη μια κυνική απόφαση για την αναστολή της συμμετοχής της Ρωσίας στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος «Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον»,[xxix] που ιδρύθηκε για την καταβολή αποζημιώσεων σε πρώην Ostarbeiter[xxx] – ομήρους για καταναγκαστική εργασία που είχαν εκτοπιστεί στο Τρίτο Ράιχ. Την ίδια στιγμή, βάσει του Ομοσπονδιακού Νόμου περί Αρωγής Θυμάτων Πολέμου του 1950, το επίσημο Βερολίνο καταβάλλει κοινωνικά επιδόματα (ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως) σε πρώην στρατιωτικούς του Τρίτου Ράιχ, σε σχηματισμούς των Ες-Ες, καθώς και σε ξένους δωσίλογους, ορισμένοι από τους οποίους συμμετείχαν άμεσα στην παράνομη πολιορκία του Λένινγκραντ.[36]

Δυστυχώς, οι φωνές της λογικής που εξακολουθούν να υπάρχουν στη γερμανική κοινωνία αδυνατούν να κατευνάσουν τα επικίνδυνα ξεσπάσματα στρατιωτικής σχιζοφρένειας, που ενισχύονται από τη νέα «ηθική». Το αυταρχικό-ρεβανσιστικό καθεστώς του Φρίντριχ Μερτς ελέγχει ασφυκτικά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, κρατώντας τις εποικοδομητικές δυνάμεις μακριά από τους μοχλούς της εξουσίας.

Οι αποχαλινωμένες ενέργειες της γερμανικής κυβέρνησης θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια όχι μόνο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αλλά σε ολόκληρη την ήπειρο. Καθώς στερείται τη στρατιωτική ικανότητα να δράσει ανεξάρτητα χωρίς την άμεση προστασία του διατλαντικού «μεγάλου αδελφού» της, κλιμακώνει τις εντάσεις πυροδοτώντας την υστερία και τη ψύχωση. Στόχος της είναι να παρασύρει τον σύμμαχό της, την Ουάσιγκτον, σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Ό,τι κι αν ισχυρίζεται κανείς, η Μπούντεσβερ συνεχίζει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη. Όσον αφορά στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, επί του παρόντος, η Γερμανία παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τις διαστημικές πληροφορίες και τις στρατηγικές αερομεταφορές των ΗΠΑ και πρέπει να ευθυγραμμίζει κάθε της κίνηση με την ευρύτερη δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ. Η Γερμανία -από μόνη της- δεν μπορεί να εμπλακεί ουσιαστικά σε μια σύγκρουση υψηλής έντασης, χωρίς να αναγκάσει τον πληθυσμό της να επωμιστεί το ανάλογο κόστος. Κόστος που ισοδυναμεί με έναν ακόμα «ολοκληρωτικό πόλεμο» και τον ολοκληρωτικό του όλεθρο.

Ωστόσο, η ορθολογική σκέψη μπορεί να συντριβεί από τη μιλιταριστική διπολική μανία και την τευτονική απληστία. Επειδή το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο, χαμένο στα παιχνίδια του με μολυβένια στρατιωτάκια, δεν είναι πλέον διατεθειμένο να αυτοπεριοριστεί στα όρια της πραγματιστικής διπλωματίας του Βίλι Μπραντ, του Χέλμουτ Σμιτ, του Χέλμουτ Κολ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ακριβώς όπως έκανε και πριν από 85 χρόνια, το Βερολίνο στρέφει για άλλη μια φορά ένα αρπακτικό βλέμμα προς την Ανατολή.

Ο κύριος στόχος για τη χώρα μας είναι να αποτρέψει την επανάληψη της τραγωδίας του 1941,[xxxi] πράγμα που σημαίνει να διασφαλίσουμε πως οι ένοπλες δυνάμεις μας θα διατηρούνται σε κατάσταση διαρκούς πολεμικής ετοιμότητας, ιδίως στα δυτικά σύνορα. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι, ακριβώς όπως και πριν τις 22 Ιουνίου 1941, οι Γερμανοί δημιουργούν σκόπιμα ένα δίκτυο προωθημένων βάσεων συγκέντρωσης και εξόρμησης κατά μήκος των βασικών επιχειρησιακών κατευθύνσεων. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία εμπιστοσύνη στην ορθοφροσύνη του Βερολίνου, ούτε πίστη ότι θα αποφεύγει για πάντα να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο. Κανείς δεν πρέπει να τρέφει αυταπάτες πως το γερμανικό κατεστημένο θα θεωρήσει τον εαυτό του οριστικά δέσμιο ενός απλού κομματιού χαρτιού, ακόμη και αν υπογραφεί μια συνθήκη που θα περιγράφει τις νέες αρχές της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Δεν αποτελεί μυστικό ότι επιχειρείται να μας επιβληθεί το δόγμα της «ειρήνης μέσω ισχύος». Η απάντησή μας, επομένως, δεν μπορεί να είναι άλλη από «την ασφάλεια της Ρωσίας μέσω του ζωώδους φόβου της Ευρώπης». Οι συνομιλίες, οι καλές προθέσεις, η καλή θέληση και τα μονομερή βήματα για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης δεν πρέπει να αποτελούν τα εργαλεία μας για την πρόληψη μιας σφαγής. Η μόνη εγγύηση έγκειται στο να αναγκαστεί η Γερμανία, καθώς και η «ενωμένη Ευρώπη» που την υποστηρίζει, να συνειδητοποιήσουν την αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι θα υποστούν αβάσταχτες απώλειες, αν θέσουν ποτέ σε κίνηση την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα 2.0».

Το ρητό μήνυμά μας προς τις γερμανικές ελίτ είναι το ακόλουθο: σε περίπτωση που επαληθευτεί το πιο εφιαλτικό σενάριο, είναι μεγάλη η πιθανότητα για μια τουλάχιστον αμοιβαία καταστροφή και, στην πραγματικότητα, για το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ενώ η δική μας ύπαρξη θα συνεχιστεί. Η πολυδιαφημισμένη βιομηχανία της Γερμανίας δεν θα υποστεί απλώς σοβαρές ζημιές. Θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ολοκληρωτική καταστροφή. Η οικονομία της θα καταρρεύσει μαζί της και κανείς δεν πρόκειται ποτέ να την αποκαταστήσει. Απλώς και μόνο επειδή οι εναπομείναντες λογικοί και εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα διαφύγουν – άλλοι στη Ρωσία, άλλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοι στην Κίνα και σε άλλες ασιατικές χώρες. Φαίνεται ότι μόνο με την ξεκάθαρη περιγραφή τέτοιων σοβαρών συνεπειών θα λογικευτούν οι προκλητικοί κληρονόμοι των Ναζί και οι Γερμανοί εταίροι τους και θα σωθούν εκατομμύρια ζωές και από τις δύο πλευρές του μετώπου.

Μια μιλιταριστική Γερμανία δεν είναι καθόλου χρήσιμη σε μια συρρικνωμένη και πολιτικά χειραγωγημένη Ευρώπη, η οποία θα ήθελε να διατηρήσει μια κάποια πολιτική υπόσταση σε έναν νέο πολυπολικό κόσμο. Μια τέτοια Γερμανία δεν έχει ούτε για εμάς αξία στο μέλλον. Είναι ταυτόχρονα επικίνδυνη και απρόβλεπτη. Στο Βερολίνο απομένουν μόνο δύο επιλογές. Η πρώτη επιλογή είναι ο πόλεμος και η ατιμωτική ταφή της ίδιας της κρατικής του υπόστασης, στερούμενης οποιασδήποτε προοπτικής για ένα νέο «Θαύμα του Οίκου του Βρανδεμβούργου».[xxxii] Η δεύτερη είναι η επιστροφή στη λογική και η επακόλουθη γεωπολιτική ανάρρωση, συνοδευόμενη από έναν ριζικό αναπροσανατολισμό της εξωτερικής της πολιτικής μέσω ενός δύσκολου αλλά απαραίτητου διαλόγου. Δεν έχουμε πρόβλημα, μπορούμε να ζήσουμε και με τα δύο αποτελέσματα. Η επόμενη κίνηση ανήκει στη Γερμανία. Κι ελπίζω ότι δεν θα ξανακούσουμε εκείνα τα πολύ γνωστά λόγια: «Αν είναι γραφτό μου να χαθώ, ας χαθεί και ο Γερμανικός λαός μαζί μου, γιατί αποδείχθηκε ανάξιος μου».[37]

Υποσημειώσεις του Ντμίτρι Μεντβέντεφ:

[1] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 67661. Τόμος 2. Σελ. 280-283.

[2]https://www.bgbl.de/xaver/bgbl/start.xav?startbk=Bundesanzeiger_BGBl&jumpTo=bgbl151s0307.pdf#/text/bgbl151s0307.pdf?_ts=1769096027195

[3] ‘Η μεταπολεμική κυβέρνηση της Γερμανίας έβριθε από πρώην Ναζί.’// Business Insider. 10 Οκτωβρίου 2016. Διαθέσιμο: https://www.businessinsider.com/former-nazi-officials-in-germany-post-world-war-ii-government-2016-10

[4] Μεταπολεμικό υπουργείο της Δυτικής Γερμανίας «επιβαρύνεται» από πρώην Ναζί. // Financial Times. 10 Οκτωβρίου 2016. Διαθέσιμο: https://www.ft.com/content/3b5abe60-8efc-11e6-a72e-b428cb934b78

[5] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 43274. Τόμος 1. Σελ. 122-123.

[6] Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Συλλογή 06. Κατάλογος 13. Φάκελος 2. Έγγραφο 9. Σελ. 98-107.

[7] Παστουσιάνκ Λ. ‘Αναζωογόνηση του επιτιθέμενου. Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στην επαναστρατιωτικοποίηση της Δυτικής Γερμανίας’. / Σύντομη μετάφραση από τα πολωνικά από την Πανφίλοβα Α. Μόσχα: Διεθνείς σχέσεις. Σελ. 21-38.

[8] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 45513. Τόμος 3. Σελ. 231-234.

[9] Stefano Delle Chiaie, Stuart Christie. Μαύρη Βίβλος Νο. 1. Πρώτη Έκδοση στη Βρεττανία, 1984 από το Anarchy Magazine, Box A, 84b Whitechapel High Street, London E17QX in association with Refract Publications, BCM. Σελ.40.

[10] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 45513. Τόμος 2. Σελ. 70-73.

[11] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 83084. Τόμος 2. Σελ. 69-72.

[12] Henry E. ‘Σημειώσεις για τη σύγχρονη ιστορία’/ [Πρόλογος: Μιλεϊκόφσκι A]. Μόσχα, Εκδ. Nauka, 1970. Σελ. 153-154.

[13] Πασούτο Β. ‘Οι ρεβανσιστές ως ψευτο-ιστορικοί της Ρωσίας’ Μόσχα, Εκδ. Nauka, 1971. Σελ. 48-51.

[14] Αρχείο της Υπηρεσίας Εξωτερικής Αντικατασκοπείας της Ρωσίας (CBP). Φάκελος 135123. Τόμος 2. Σελ. 218-228.

[15] Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Συλλογή 757. Κατάλογος 32. Φάκελος 36. Σελ. 11-18.

[16] Παρεμπιπτόντως, ο τελευταίος Γερμανός καγκελάριος που παρευρέθηκε στην Παρέλαση της Νίκης το 2010 στη Μόσχα ήταν η Άνγκελα Μέρκελ. Σε συνομιλία που είχε μαζί μου, παραδέχθηκε τότε ότι η απόφαση να επισκεφθεί τη Μόσχα κατά τη διάρκεια εκείνων των εορτασμών ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή.

[17] Βλ. παραπάνω.

[18] Βλ. παραπάνω.

[19] Οι προσπάθειες να επιβληθεί στρατηγική ήττα στη Ρωσία είναι αντιπαραγωγικές: απεσταλμένος στη Γερμανία. TASS. 11 Νοεμβρίου 2025. Διαθέσιμο: https://tass.ru/politika/25593661?ysclid=mkqhlpeax8285374522

[20] Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας Σχετικά με τις Ενέργειες (ή την Αδράνεια) των Αρχών της Ιταλίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ιαπωνίας που Οδηγούν στην Καταστροφή και την Παραποίηση της Ιστορίας, τη Δικαιολόγηση του Φασισμού και των Συνεργατών του (Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, 2025). Διαθέσιμο: https://www.mid.ru/ru/foreign_policy/doklady/2048734/

[21] Κοινή Λευκή Βίβλος για την Ετοιμότητα της Ευρωπαϊκής Άμυνας 2030. Βρυξέλλες, 19 Μαρτίου 2025. Διαθέσιμο: https://defence-industry-space.ec.europa.eu/document/download/30b50d2c-49aa-4250-9ca6-27a0347cf009_en?filename=White%20Paper.pdf

[22] ‘Ο Μερτς δήλωσε ότι η Μπούντεσβερ πρέπει να γίνει ο ισχυρότερος στρατός στην Ευρώπη’, TASS. 14 Μαΐου 2025. Διαθέσιμο: https://tass.ru/mezhdunarodnaya-panorama/23940851

[23] ‘ Η γερμανική κυβέρνησε εγκαθίδρυσε νέο μοντέλο στρατιωτικής θητείας’, Rossiyskaya Gazeta. 27 Αυγούστου 2025. Διαθέσιμο: https://rg.ru/2025/08/27/pravitelstvo-germanii-opredelilo-novuiu-model-voennoj-sluzhby.html?ysclid=mkqopaybsb354433843

[24] ‘Τάσεις στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες, 2024’. SIPRI. Διαθέσιμο: https://www.sipri.org/sites/default/files/2025-04/2504_fs_milex_2024.pdf

[25] ‘Η Πορεία της Γερμανίας προς την Πολεμική Ετοιμότητα: Ο Αμυντικός Προϋπολογισμός του 2026’. Ινστιτούτο Άτλας για τις Διεθνείς Υποθέσεις, 19 Δεκεμβρίου 2025. Διαθέσιμο: https://atlasinstitute.org/germanys-path-to-kriegstuchtigkeit-the-2026-defence-budget/

[26] Επιχειρησιακό Πλάνο για τη Γερμανία. Βασικός πυρήνας της συνολικής άμυνας. Διαθέσιμο: https://www.bundeswehr.de/en/organization/bundeswehr-joint-force-command/missions/operational-plan-for-germany

[27] “Ils n’ont rien appris, ni rien oublié.” Φράση που αποδίδεται στον Γάλλο υπουργό εξωτερικών Ταλλεϋράνδο για τους Βουρβόνους, υπονοώντας ότι παρά την επανάσταση και την καταστροφή τους, επέστρεψαν στις ίδιες παλιές, καταστροφικές συνήθειες.

[28] Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ). Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία. Διαθέσιμο: https://www.destatis.de/EN/Themes/Economy/National-Accounts-Domestic-Product/Tables/gdp-bubbles.html?nn=2112

[29] ‘Μετά από δύο χρόνια ύφεσης, η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0.2% το 2025’. Interfax. 15 Ιανουαρίου 2026. Διαθέσιμο: https://www.interfax.ru/business/1067756

[30] ‘Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία  προχωρά σε μαζικές απολύσεις καθώς η οικονομική στενότητα γίνεται αισθητή’. CNBC. 26 Αυγούστου 2025. Διαθέσιμο: https://www.cnbc.com/2025/08/26/german-autos-sector-slashes-jobs-as-economic-woes-bite.html

[31] ‘Ο Μερτς αναγνωρίζει πως η Γερμανία δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει το υπάρχον σύστημα κοινωνικής πρόνοιας’. TASS. 30 Αυγούστου 2025. Διαθέσιμο: https://tass.ru/mezhdunarodnaya-panorama/24912409

[32] ‘Η Γερμανία συζητά το ζήτημα των πυρηνικών όπλων’. Deutsche Welle. 15.03.2025. Διαθέσιμο: https://www.dw.com/en/germany-debates-issue-of-nuclear-weapons/a-71924424

[33] Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων. Διαθέσιμο: https://www.un.org/ru/documents/decl_conv/conventions/npt.shtml?ysclid=mlup3xtbk698465135

[34] Στίχος από σοβιετικό πολεμικό ποίημα σε αφίσα του 1943, που απεικονίζει Γερμανούς στρατιώτες να βρίσκουν τον θάνατο στο Ανατολικό Μέτωπο. Το ποίημα “Η Μεταμόρφωση των Φρίτσηδων” (TASS No. 0640) γράφτηκε από τον Ντεμιάν Μπέντνι και η εικονογράφηση ήταν της ομάδας Κουκρινίκσι (Μιχαήλ Κουπριγιάνοφ, Πορφίρι Κρυλόφ, Νικολάι Σοκόλοφ). Από τη Συλλογή του TASS, Windows Collection (Okna TASS). Κρατικό Μουσείο ‘Βλαντίμιρ Νταλ’ για την Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας. Διαθέσιμο: https://goslitmuz.ru/collections/367/?ysclid=mobmvloh1l222634574#gallery-15. Το ποίημα:
Σαν άγρια θηρία, με άγρια ουρλιαχτά
Εφορμούν μέσα στο ορμητικό ποτάμι.
Να ο Χίτλερ, γραμμή τη γραμμή,
Που κυνηγάει τους Φρίτσηδες προς την Ανατολή.
Εδώ, κάθε παράθυρο κρύβει έναν ελεύθερο σκοπευτή,
Εδώ, οι θάμνοι κρύβουν τον θάνατο.
Εδώ, καταπίνοντας την ξένη γη,
Οι παραπλανημένοι Φρίτσηδες
Μεταμορφώνονται σε σταυρούς.

[35] ‘Η Γερμανία ισχυρίζεται πως το Αρχηγείο Ναυτικού δεν παραβιάζει την Συμφωνία ‘2+4’. TASS. 22 Οκτωβρίου 2024. Διαθέσιμο: https://tass.ru/mezhdunarodnaya-panorama/22193115?ysclid=mky2vrl38w15265573

[36] «ΜΚΟ FragDenStaat: Η Γερμανία Δίνει Συντάξεις στα Πρωτοπαλίκαρα και τους Συνεργάτες του Χίτλερ». TASS, 23 Ιανουαρίου 2025. Διαθέσιμο: https://tass.ru/obschestvo/22952639?ysclid=mky31pnr21551705012

[37] Πρόκειται για ιστορική αναφορά στα διάσημα λόγια του Αδόλφου Χίτλερ, από τις τελευταίες ημέρες του στο καταφύγιο (Μάρτιος/Απρίλιος 1945), όταν διέταξε την καταστροφή των υποδομών της Γερμανίας (Διάταγμα Νέρων), θεωρώντας ότι ο γερμανικός λαός απέτυχε να φανεί αντάξιος των προσδοκιών του και άξιζε να χαθεί. Παρατίθεται από το βιβλίο: ‘40 και μία συζητήσεις με τον Μόλοτοφ’ (Φ. Τσούεφ, επίλογος Σ. Κουλεσόφ). Μόσχα: Εκδ. TERRA, 1991. Σελ. 45.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[i] «Deutschland über alles» (κυριολεκτικά: «Η Γερμανία πάνω απ’ όλα») είναι ο πρώτος στίχος της πρώτης στροφής του «Τραγουδιού των Γερμανών» (Das Lied der Deutschen ή Deutschlandlied), το οποίο αποτέλεσε τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας. Οι στίχοι γράφτηκαν το 1841 από τον ποιητή Άουγκουστ Χάινριχ Χόφμαν φον Φάλερσλεμπεν, πάνω σε μια παλαιότερη μελωδία του Τζόζεφ Χάυντν. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ενιαίο γερμανικό κράτος, παρά μόνο δεκάδες ανεξάρτητα μικρά βασίλεια, δουκάτα και πριγκιπάτα. Όταν ο ποιητής έγραψε «Η Γερμανία πάνω απ’ όλα στον κόσμο», δεν εννοούσε ότι η Γερμανία έπρεπε να κυβερνήσει τον πλανήτη. Ήταν μια έκκληση προς τους Γερμανούς ηγεμόνες και τον λαό να βάλουν την ιδέα μιας ενωμένης, δημοκρατικής Γερμανίας πάνω από τα τοπικά συμφέροντα των μικρών τους κρατιδίων. Ήταν ένα σύνθημα ενότητας, που για την εποχή του θεωρούνταν προοδευτικό και επαναστατικό. Στη συνέχεια το τραγούδι έγινε επίσημα ο εθνικός ύμνος το 1922, κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τότε τραγουδιόταν ολόκληρο (και οι τρεις στροφές του).
Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα ανέβασαν την εξουσία, καπηλεύτηκαν τη φράση και άλλαξαν εντελώς το νόημά της. Το καθεστώς χρησιμοποιούσε μόνο την πρώτη στροφή (που ξεκινούσε με το Deutschland über alles). Η φράση μετατράπηκε σε σύμβολο του γερμανικού σοβινισμού, του μιλιταρισμού και της φυλετικής ανωτερότητας των Αρίων έναντι των άλλων εθνών. Σήμαινε πλέον κυριολεκτικά ότι η Γερμανία έπρεπε να κυριαρχήσει παγκοσμίως. Όταν ιδρύθηκε η Δυτική Γερμανία, αποφασίστηκε να κρατηθεί η ίδια μελωδία, αλλά να αφαιρεθεί πλήρως η πρώτη στροφή με το «Deutschland über alles», καθώς και η δεύτερη. Σήμερα, ο επίσημος εθνικός ύμνος της ενωμένης Γερμανίας είναι αποκλειστικά και μόνο η τρίτη στροφή του ποιήματος.

[ii] Τσίπουρο από μήλα.

[iii] Η Reichsgesellschaft für Landbewirtschaftung in den eingegliederten Ostgebieten, γνωστή και ως Reichsland) ήταν ένας κρατικός ναζιστικός οργανισμός (εταιρεία διαχείρισης γης) που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο σκοπός της ήταν άμεσα συνδεδεμένος με το διαβόητο ναζιστικό δόγμα του Lebensraum («Ζωτικός Χώρος») και την οικονομική και φυλετική αναδιοργάνωση της κατεχόμενης Ανατολικής Ευρώπης. Οι βασικοί άξονες της δραστηριότητάς της περιλάμβαναν:
Δέσμευση και Διαχείριση Γης: Μετά την εισβολή και την προσάρτηση τμημάτων της Πολωνίας (και αργότερα σοβιετικών εδαφών) στο Γ’ Ράιχ, ο οργανισμός ανέλαβε την αναγκαστική κατάσχεση, τον έλεγχο και τη διαχείριση όλων των γεωργικών εκτάσεων, των αγροκτημάτων και των δασών που ανήκαν προηγουμένως σε Πολωνούς, Εβραίους ή στο σοβιετικό κράτος.
Εκτοπισμός των Ντόπιων Πληθυσμών: Λειτούργησε ως εργαλείο για τη βίαιη εκδίωξη εκατομμυρίων Πολωνών και άλλων σλαβικών πληθυσμών από τις εστίες τους, προκειμένου η γη τους να «εκκαθαριστεί» φυλετικά.
Γερμανικός Εποικισμός (Germanization): Η εταιρεία προετοίμαζε τις κατασχεμένες αγροτικές υποδομές για να τις παραδώσει σε Γερμανούς έποικους (τους λεγόμενους Wehrbauern ή «αγρότες-στρατιώτες») και σε εθνοτικούς Γερμανούς (Volksdeutsche) που μεταφέρονταν από άλλες περιοχές της Ευρώπης, με στόχο τον πλήρη εκγερμανισμό των ανατολικών εδαφών.
Οικονομική Εκμετάλλευση: Μέχρι να ολοκληρωθεί ο τελικός εποικισμός, η Reichsland επέβλεπε την εντατική καλλιέργεια αυτών των εδαφών (με τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας), με σκοπό την τροφοδοσία της Βέρμαχτ και του γερμανικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ουσιαστικά, επρόκειτο για έναν γραφειοκρατικό και οικονομικό βραχίονα εφαρμογής του εγκληματικού σχεδίου Generalplan Ost (Γενικό Σχέδιο για την Ανατολή), το οποίο προέβλεπε τη γενοκτονία, την υποδούλωση και την αντικατάσταση των γηγενών πληθυσμών της Ανατολικής Ευρώπης από τη γερμανική «Άρια» φυλή.

[iv] Σοβιετική Νότα του 1954: Πρόκειται για την ιστορική πρόταση της ΕΣΣΔ για ένταξη στο ΝΑΤΟ με αντάλλαγμα την ουδετερότητα της Γερμανίας, η οποία απορρίφθηκε από τη Δύση.

[v] Ερνστ Ανρί (Ernst Henri / Ernst Henry, 1904–1990) ήταν το βασικό λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό ψευδώνυμο του Σεμιόν Νικολάγιεβιτς Ροστόφσκι. Υπήρξε μία από τις πιο συναρπαστικές, ιδιόμορφες και επιδραστικές προσωπικότητες της σοβιετικής δημοσιογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ροστόφσκι υπήρξε κορυφαίο στέλεχος της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) και των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.
Έδρασε μυστικά στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1920 και τις αρχές του 1930. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στο Λονδίνο, όπου συνέχισε το δημοσιογραφικό του έργο, υπηρετώντας ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας Soviet War News κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κέρδισε παγκόσμια φήμη στη Δύση γράφοντας με το ψευδώνυμο Ερνστ Ανρί. Έγινε διάσημος για δύο βιβλία-σταθμούς, τα οποία έγραψε με βάση τις απόρρητες πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του:
«Ο Χίτλερ πάνω από την Ευρώπη» (Hitler over Europe, 1934): Στο βιβλίο αυτό ανέλυσε με ακρίβεια τη δομή του ναζιστικού καθεστώτος και προέβλεψε τα επεκτατικά σχέδια του Γ’ Ράιχ.
«Ο Χίτλερ εναντίον της ΕΣΣΔ» (Hitler Against the USSR, 1936): Σε αυτό το έργο προέβλεψε με σοκαριστική, γεωγραφική και στρατηγική λεπτομέρεια τη μελλοντική γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση (η οποία τελικά συνέβη το 1941).
Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στη Μόσχα. Αν και υπέστη διώξεις κατά τις ύστερες σταλινικές εκκαθαρίσεις (καθώς είχε ζήσει πολλά χρόνια στη Δύση), αργότερα αποκαταστάθηκε και συνέχισε να γράφει ως διακεκριμένος σοβιετικός αναλυτής διεθνούς πολιτικής και ιστοριογράφος μέχρι τον θάνατό του το 1990.

[vi] Ο Στεπάν Μπαντέρα (1909 – 1959) ήταν Ουκρανός ακροδεξιός ηγέτης του παραστρατιωτικού σώματος της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών, OUN-B. Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, η κοσμοθεωρία του Μπαντέρα διαμορφώθηκε από πολυάριθμες ακροδεξιές αξίες και έννοιες, όπως ο υπερεθνικισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός, από τη γοητεία της βίας, από την πεποίθηση ότι μόνο ο πόλεμος θα μπορούσε να εγκαθιδρύσει ένα ουκρανικό κράτος και από την εχθρότητα προς τη δημοκρατία, τον κομμουνισμό και τον σοσιαλισμό. Περιγράφεται ως φασίστας που «στόχευε να μετατρέψει την Ουκρανία σε μια μονοκομματική φασιστική δικτατορία χωρίς εθνικές μειονότητες» κι ο οποίος παρέμεινε πιστός στην φασιστική ιδεολογία μέχρι το τέλος.
Στις 30 Ιουνίου 1941, με την άφιξη των ναζιστικών στρατευμάτων στην Ουκρανία, η OUN-B κήρυξε μονομερώς ένα ανεξάρτητο ουκρανικό κράτος. Η διακήρυξη δεσμεύτηκε για συνεργασία του νέου ουκρανικού κράτους με τη ναζιστική Γερμανία υπό την ηγεσία του Χίτλερ και συνοδεύτηκε από βίαια πογκρόμ στο Λβοβ εναντίον Εβραίων και Πολωνών πολιτών. Φυσικά οι Ναζί δεν αναγνώρισαν κανένα τέτοιο κράτος.
Ζώντας στη Γερμανία, στις αρχές του 1945 συμμετείχε στη δημιουργία της Ουκρανικής Εθνικής Επιτροπής (UNK) ως ένας από τους ηγέτες της. Στη συνέχεια στη Βιέννη ίδρυσε τον Ουκρανικό Εθνικό Στρατό (UNA), για να πολεμήσει τους Σοβιετικούς στο πλευρό των Γερμανών. Σε αυτόν ενσωματώθηκε και η μεραρχία Waffen-SS Galizien. Καθώς όμως πλησίαζε ο Κόκκινος Στρατός, ο Μπαντέρα έφυγε με τον UNA που εντάχθηκε στη στρατιά του Σέρνερ στην Τσεχία. Ο Σέρνερ και όλα τα Waffen-SS διαλύθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό στη Μάχη της Πράγας (9 Μαΐου 1945). Ο Μπαντέρα διέφυγε μέσω των Βρετανών και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αμερικανική Ζώνη Κατοχής κοντά στο Μόναχο. Εκεί οργάνωσε το κέντρο ZCh OUN χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα ταυτοποίησης που τον βοήθησαν να κρύψει την προηγούμενη σχέση του με τους Ναζί. Στις 16 Απριλίου 1946, ίδρυσε μαζί με τον Γιαροσλάβ Στέτσκο το Αντιμπολσεβικικό Μπλοκ των Εθνών. Ήδη από το 1945, το ZCh είχε δημιουργήσει επαφές με τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες. Από το 1948 και μετά, είχε μόνιμη συνεργασία με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες συνέβαλαν στη μεταφορά αγγελιαφόρων στην Ουκρανία με αντάλλαγμα τη λήψη πληροφοριών. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Μια έκθεση του Σεπτεμβρίου 1945 από το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών των ΗΠΑ ανέφερε ότι ο Μπαντέρα είχε «κερδίσει έντονη φήμη για τη διεξαγωγή μιας «βασιλείας τρόμου» κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου».  Ο Μπαντέρα όμως προστατεύονταν από την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ (και στη συνέχεια τη CIA) Οργάνωση Gehlen κι από μυστικές οργανώσεις πρώην Ναζί. Η ΕΣΣΔ ζήτησε την έκδοσή του για εγκλήματα πολέμου το 1946. Οι ΗΠΑ όμως πίστευαν ότι ο Μπαντέρα ήταν πολύτιμος για να τον εγκαταλείψουν λόγω της γνώσης του για τη Σοβιετική Ένωση, οπότε εμπόδισαν την έκδοσή του. Το 1959, εκτελέστηκε από πράκτορα της KGB στο Μόναχο.

[vii] Ο Βλαντιμίρ Τερεντίεβιτς Πασούτο (Vladimir Terentyevich Pashuto, 1918–1983) ήταν διαπρεπής Σοβιετικός Ρώσος ιστορικός και καθηγητής, ο οποίος ειδικευόταν στην ιστορία της μεσαιωνικής Ρωσίας (Κράτος των Ρως) και της Λιθουανίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην εξωτερική τους πολιτική και τις διεθνείς τους σχέσεις.

[viii] Το CDU/CSU ή Ένωση, είναι μια κεντροδεξιά χριστιανοδημοκρατική και συντηρητική πολιτική συμμαχία δύο πολιτικών κομμάτων στη Γερμανία: της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης Γερμανίας (CDU) και της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης στη Βαυαρία (CSU).

[ix]V-weapons (στα γερμανικά: Vergeltungswaffen, που σημαίνει «Όπλα Εκδίκησης») ήταν μια σειρά από προηγμένα, μακράς εμβέλειας πυρομαχικά και πύραυλοι που αναπτύχθηκαν από τη Ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

[x] Το κλασικό διαμέτρημα των σοβιετικών όπλων (όπως το AK-47/αυτόματο Καλάσνικοφ). Ο αστικός μύθος έλεγε ότι οι διάμετροι των μακαρονιών και των τσιγάρων στην ΕΣΣΔ ήταν ίδιες με των σφαιρών για να μετατρέπονται τα εργοστάσια σε πολεμικά εν ριπή οφθαλμού.

[xi] Στην οικονομία, ο όρος «helicopter money» (χρήμα από ελικόπτερο) αναφέρεται σε μια νομισματική πολιτική όπου το κράτος ή η κεντρική τράπεζα «μοιράζει» μεγάλα ποσά απευθείας στις επιχειρήσεις για να τονώσει την αγορά, σαν να έπεφταν κυριολεκτικά από τον ουρανό.

[xii] Ο Hjalmar Schacht (1877 –1970) ήταν Γερμανός οικονομολόγος, τραπεζίτης, πολιτικός και συνιδρυτής του Γερμανικού Δημοκρατικού Κόμματος. Διετέλεσε Επίτροπος Νομισματικής Πολιτικής και Πρόεδρος της Ράιχσμπανκ κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Έπαιξε επίσης κεντρικό ρόλο στη δημιουργία της ομάδας Γερμανών βιομηχάνων και γαιοκτημόνων που προώθησαν τους Ναζί στην εξουσία. Ο Σαχτ ως πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας (Reichsbank) και Υπουργός Οικονομίας  σχεδίασε το 1934 τα MEFO bills (στα γερμανικά: Mefo-Wechsel). Ήταν υποσχετικές επιστολές (γραμμάτια) εξαμήνου που χρησιμοποιήθηκαν ως «κρυφό νόμισμα» από τη Ναζιστική Γερμανία για τη χρηματοδότηση του μαζικού και παράνομου επανεξοπλισμού της χώρας πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα λογιστικά τεχνάσματα στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.
Ο Σαχτ δικάστηκε στη Νυρεμβέργη, αλλά αθωώθηκε παρά τις σοβιετικές αντιρρήσεις. Αργότερα, ένα γερμανικό δικαστήριο αποναζιστικοποίησης τον καταδίκασε σε οκτώ χρόνια καταναγκαστικά έργα, κάτι που επίσης ανατράπηκε κατόπιν έφεσης.

[xiii] Ο Walther Funk (1890 –1960) ήταν Γερμανός οικονομολόγος, Ναζί αξιωματούχος και καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομίας του Ράιχ από το 1938 έως το 1945 και πρόεδρος της Ράιχσμπανκ από το 1939 έως το 1945. Ο Φουνκ επέβλεψε την κινητοποίηση της οικονομίας για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων των θυμάτων από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καταδικάστηκε σε ισόβια για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης. Στις 16 Μαΐου 1957, ο Φουνκ αφέθηκε ελεύθερος λόγω κακής υγείας και πέθανε στις 31 Μαΐου 1960, από επιπλοκή διαβήτη.

[xiv] Ο όρος Μικρορωσία (στα ρωσικά: Малороссия) έχει βαθιές ιστορικές και γεωγραφικές ρίζες. Η προέλευσή του συνδέεται άμεσα με τη βυζαντινή εκκλησιαστική και διοικητική ορολογία. Ο όρος δημιουργήθηκε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις αρχές του 14ου αιώνα (γύρω στο 1303), καθώς μετά τη διάλυση του μεσαιωνικού Κράτους των Ρως (λόγω της μογγολικής εισβολής), τα εδάφη της πρώην ενιαίας επικράτειας διασπάστηκαν. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν τον όρο «Μικρή Ρωσία» (από όπου προέρχεται το Малороссия) για να περιγράψουν τα νοτιοδυτικά εδάφη (τη σημερινή περιοχή της Γαλικίας και της Βολυνίας στη δυτική Ουκρανία). Αντίστοιχα, ονόμασαν «Μεγάλη Ρωσία» (Великороссия) τα απέραντα βόρεια και ανατολικά εδάφη γύρω από το Βλαντίμιρ και τη Μόσχα.
Μετά τη Συμφωνία του Περεγιασλάβ (1654), όταν οι Ουκρανοί Κοζάκοι υπό τον Μπογκντάν Χμελνίτσκι συμμάχησαν με τον Τσάρο της Μόσχας εναντίον της Πολωνίας, ο όρος απέκτησε πολιτική υπόσταση. Ο Τσάρος άλλαξε τον επίσημο τίτλο του σε «Τσάρος πάσης της Μεγάλης και Μικράς Ρωσίας». Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος Μικρορωσία άρχισε να χρησιμοποιείται επίσημα για να περιγράψει το Κοζάκικο Χετμανάτο (τα εδάφη εκατέρωθεν του ποταμού Δνείπερου, με κέντρο το Κίεβο). Κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (18ος-19ος αιώνας), η Μικρορωσία έγινε ο επίσημος διοικητικός και γεωγραφικός όρος για το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής κεντρικής και ανατολικής Ουκρανίας (ιδρύθηκε μάλιστα και το «Κυβερνείο της Μικρορωσίας»). Στο επίσημο αυτοκρατορικό αφήγημα, θεωρούνταν ότι το ρωσικό έθνος αποτελούνταν από τρία παρακλάδια: τους Μεγαλορώσους (Ρώσους), τους Μικρορώσους (Ουκρανούς) και τους Λευκορώσους (Λευκορώσους). Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ο όρος χρησιμοποιούνταν ευρέως από επιστήμονες, συγγραφείς (ακόμη και από Ουκρανούς όπως ο Ταράς Σεβτσένκο) και τον πληθυσμό ως πολιτισμικός και τοπικός αυτοπροσδιορισμός, χωρίς αρνητική χροιά. Μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917 και την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο όρος καταργήθηκε πλήρως και αντικαταστάθηκε επίσημα από τον όρο Ουκρανία (Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία).

[xv] Η 45η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ ξεκίνησε την εισβολή στη Λευκορωσία το 1941.

[xvi] Kanonen statt Butter: Η φράση αυτή αποδίδεται στον Χέρμαν Γκέρινγκ (1936), τονίζοντας την προτεραιότητα του επανεξοπλισμού και του πολέμου έναντι της κοινωνικής ευημερίας.

[xvii] Η φράση Drang nach Osten (που στα γερμανικά σημαίνει «Πορεία προς την Ανατολή») είναι ένας ιστορικός, πολιτικός και γεωπολιτικός όρος. Αναφέρεται στην τάση, την ιδεολογία και τις προσπάθειες των γερμανικών κρατών και λαών να επεκτείνουν την εδαφική τους κυριαρχία, τον πληθυσμό και την πολιτισμική τους επιρροή προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, σε βάρος των σλαβικών πληθυσμών. Η ιστορική διαδρομή του όρου χωρίζεται σε τρεις κύριες περιόδους:
Η Μεσαιωνική Πραγματικότητα (12ος – 14ος αιώνας): Αν και ο όρος δεν υπήρχε τότε, περιγράφει αναδρομικά το ιστορικό φαινόμενο του Ostsiedlung (Γερμανικός Εποικισμός της Ανατολής). Κατά τον Μεσαίωνα, γερμανικοί πληθυσμοί, αγρότες, έμποροι και θρησκευτικά τάγματα (με κυριότερο το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών) μετακινήθηκαν ανατολικά από τους ποταμούς Έλβα και Σάαλε κι εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που κατοικούνταν από Σλάβους και Βαλτικούς λαούς (σημερινή Πολωνία, Τσεχία, χώρες της Βαλτικής), καταλαμβάνοντας τη γη και εισάγοντας το γερμανικό δίκαιο.
Η Πολιτική Γέννηση του Όρου (19ος αιώνας): Ο όρος γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, όχι από τους Γερμανούς, αλλά από Σλάβους διανοούμενους (κυρίως Πολωνούς και Ρώσους) στο πλαίσιο του Πανσλαβισμού. Χρησιμοποιήθηκε ως σύνθημα για να περιγράψει αυτό που έβλεπαν ως μια διαρκή, ιστορική επιθετική γερμανική απειλή κατά των σλαβικών εθνών. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο όρος υιοθετήθηκε και από γερμανικά εθνικιστικά κινήματα (όπως η Παγγερμανική Ένωση), τα οποία πλέον χρησιμοποιούσαν τη φράση με υπερηφάνεια για να δικαιολογήσουν τις αποικιακές και ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας προς την Ανατολή.
Η Ναζιστική Κορύφωση (1933–1945): Ο Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς μετέτρεψαν την ιδέα του Drang nach Osten στον απόλυτο πυρήνα της εξωτερικής τους πολιτικής, συνδέοντάς την άμεσα με το δόγμα του Lebensraum («Ζωτικός Χώρος»). Στο βιβλίο του «Ο Αγών μου», ο Χίτλερ έγραψε ρητά ότι η Γερμανία έπρεπε να σταματήσει την αποικιακή πολιτική στον νότο και τη δύση και να στρέψει το βλέμμα της αποκλειστικά προς τη γη της Ανατολής (τη Ρωσία και τα γειτονικά της κράτη). Η πολιτική αυτή οδήγησε στην εισβολή στην Πολωνία (1939) και στη Σοβιετική Ένωση (1941) μέσω της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα», με σκοπό την εξόντωση και υποδούλωση εκατομμυρίων Σλάβων και τον πλήρη εκγερμανισμό της περιοχής.

[xviii] Αναφέρεται στις πάγιες απαιτήσεις της Πολωνίας προς τη Γερμανία για τις καταστροφές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες έχουν προκαλέσει σοβαρή διπλωματική ένταση μεταξύ των δύο χωρών.

[xix] Παλάτι Μπελβεντέρε: Η επίσημη κατοικία του Προέδρου της Πολωνίας στη Βαρσοβία.

[xx] Η έδρα της ουκρανικής κυβέρνησης.

[xxi] Ο Παύλο Σκοροπάντσκι (1873–1945) ήταν αξιωματικός της τσαρικής Ρωσίας, αριστοκράτης και πολιτικός ηγέτης, ο οποίος διετέλεσε Χέτμανος (Αταμάνος, Στρατιωτικός Αρχηγός) της Ουκρανίας για ένα σύντομο διάστημα το 1918, κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Προερχόταν από μια παλιά, πλούσια και επιφανή οικογένεια Κοζάκων ευγενών της Ουκρανίας κι είχε βαθμό αντιστρατήγου στον τσαρικό στρατό. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η Ουκρανία βυθίστηκε στο χάος. Τον Απρίλιο του 1918, μετά τη Συμφωνία του Μπρεστ-Λιτόφσκ, ο Σκοροπάντσκι, με την πλήρη υποστήριξη των γερμανικών και αυστροουγγρικών στρατευμάτων κατοχής, ανέτρεψε την αριστερή κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας. Επανεφηύρε έναν παλιό κοζάκικο τίτλο και αυτοανακηρύχθηκε «Χέτμανος πάσης Ουκρανίας» και ίδρυσε το Ουκρανικό Χετμανάτο (Ukrayinska Derzhava). Το καθεστώς του Σκοροπάντσκι ήταν μια αυταρχική δικτατορία που στηριζόταν στις γερμανικές λόγχες. Επέστρεψε τη γη στους μεγαλογαιοκτήμονες, γεγονός που προκάλεσε την οργή και εξεγέρσεις των Ουκρανών αγροτών. Όταν η Γερμανία ηττήθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Νοέμβριος 1918) και απέσυρε τα στρατεύματά της, το καθεστώς του κατέρρευσε αμέσως. Διέφυγε στη Γερμανία, όπου έζησε όλο το υπόλοιπο της ζωής του ως επικεφαλής του ουκρανικού μοναρχικού/συντηρητικού κινήματος στην εξορία. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, απέρριψε προτάσεις των Ναζί να συνεργαστεί μαζί τους. Τραυματίστηκε θανάσιμα τον Απρίλιο του 1945 από συμμαχικό βομβαρδισμό σε σιδηροδρομικό σταθμό της Βαυαρίας.

[xxii] Ο Αρχιδούκας Βίλχελμ Φραντς φον Χάμπσμπουργκ-Λοθρίνγκεν (Wilhelm Franz von Habsburg-Lothringen, 1895–1948), γνωστός στην Ουκρανία και ως Βασίλ Βισιβάνι (Vasyl Vyshyvanyi), ήταν μέλος της αυτοκρατορικής δυναστείας των Αψβούργων της Αυστροουγγαρίας, ο οποίος φιλοδόξησε να διεκδικήσει έναν πιθανό ουκρανικό θρόνο. Ο πατέρας του, Αρχιδούκας Καρλ Στέφαν, είχε αποφασίσει ότι ο δικός του κλάδος της οικογένειας θα αποκτούσε πολωνική ταυτότητα, ελπίζοντας να κερδίσει τον θρόνο μιας μελλοντικής ‘ανεξάρτητης’ Πολωνίας. Καθώς οι φιλοδοξίες για την Πολωνία διαψεύστηκαν στο τέλος του Α’ παγκόσμιου Πολέμου, εξέτασε την εναλλακτική προς άλλη κατεύθυνση, την ουκρανική.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βίλχελμ ανέλαβε τη διοίκηση μιας μονάδας που αποτελούνταν κυρίως από Ουκρανούς στρατιώτες της Γαλικίας (που ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία). Ο μύθος  λέει ότι ενθάρρυνε τους άνδρες του να φορούν γαλαζοκίτρινα περιβραχιόνια (τα εθνικά χρώματα της Ουκρανίας). Κι αυτοί, συγκινημένοι από την αγάπη του, του έκαναν δώρο μια παραδοσιακή ουκρανική κεντητή πουκαμίσα, τη λεγόμενη βισιβάνκα (vyshyvanka). Ο Βίλχελμ άρχισε να φοράει το κεντητό πουκάμισο μόνιμα κάτω από τη στρατιωτική του στολή και ζήτησε από τους άνδρες του να τον φωνάζουν «Βασίλ» και εκείνοι του έδωσαν το επώνυμο «Βισιβάνι» (δηλαδή «ο Κεντητός»).
Το 1918, μετά τη συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ, ο Βίλχελμ ηγήθηκε αυστριακών στρατιωτικών μονάδων στη νότια Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της Λεγεώνας των Ουκρανών Τυφεκιοφόρων του Σιτς (η μετέπειτα Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών-OUN, που πρωταγωνίστησε στις σφαγές στην Πολωνία και τη σοβιετική Ουκρανία στον Β’ΠΠ), ενάντια στη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Γεννήθηκαν τότε φιλοδοξίες να γίνει Βασιλιάς ή Ηγέτης μιας ανεξάρτητης Ουκρανίας. Όμως η επικράτηση των Σοβιετικών στην Ουκρανία κατέστρεψε κι αυτό το όνειρο. Ο Βίλχελμ έζησε εξόριστος στην Ευρώπη (Παρίσι, Βιέννη), διατηρώντας επαφές με ουκρανικούς εθνικιστικούς κύκλους. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνεργάστηκε με τους Ναζί αλλά ήταν και κατάσκοπος των Αγγλογάλλων. Τον Αύγουστο του 1947, πράκτορες της σοβιετικής αντικατασκοπείας (SMERSH) τον συνέλαβαν στη Βιέννη, μεταφέρθηκε στο Κίεβο, όπου και καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκισης για «αντισοβιετική δράση». Το σημερινό ουκρανικό καθεστώς τον αναγόρευσε εθνικό ήρωα. Μάλιστα, το 2021 στήθηκε προτομή του στο Κίεβο κοντά στις φυλακές όπου πέθανε, ενώ η ζωή του έγινε μέχρι και όπερα στο Χάρκοβο.

[xxiii] Η υπόθεση Μίντιτς αφορά ένα γιγαντιαίο σκάνδαλο διαφθοράς στην Ουκρανία που αποκαλύφθηκε τον Νοέμβριο του 2025, με επίκεντρο την κρατική εταιρεία πυρηνικής ενέργειας Energoatom και πρωταγωνιστή τον επιχειρηματία Τιμούρ Μίντιτς, ο οποίος υπήρξε στενός φίλος και πρώην επιχειρηματικός συνεργάτης του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο Μίντιτς είναι Ουκρανοϊσραηλινός επιχειρηματίας και συνιδιοκτήτης της Kvartal 95, της εταιρείας τηλεοπτικών παραγωγών που είχε ιδρύσει στο παρελθόν ο Ζελένσκι.
Ο Μίντιτς εμπλέκεται σε σκάνδαλο υπεξαίρεσης και ξεπλύματος μαζί με κορυφαία στελέχη, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Ενέργειας της Ουκρανίας, Χέρμαν Χαλουσένκο, για συστηματικές υπερκοστολογήσεις εξοπλισμού και υπηρεσιών  προς την Energoatom. Στην ουσία απαιτούσαν τη γνωστή «μίζα» από τους προμηθευτές της εταιρείας, ύψους 10-15% ανά προμήθεια. Σύμφωνα με τη Εθνική Υπηρεσία Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας – NABU (που μόνο «εθνική» δεν είναι καθώς χρηματοδοτείται επίσημα από ΗΠΑ – ΕΕ) η «εγκληματική οργάνωση» υπεξαίρεσε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, τα οποία στη συνέχεια ξεπλένονταν κυρίως μέσω λογαριασμών στην Κύπρο.
Λίγο πριν την επίσημη απαγγελία κατηγοριών και τις συλλήψεις άλλων εμπλεκομένων, ο Μίντιτς διέφυγε στο Ισραήλ. Επίσης, για την υπόθεση αυτή προφυλακίστηκε πρόσφατα ο πρώην προσωπάρχης και στενότερος συνεργάτης του Ζελένσκι, Αντρέι Γέρμακ.

[xxiv] Δηλ. η χώρα που δεν υπάρχει, η Ουκρανία. Λογοπαίγνιο με τη γνωστή ένδειξη του διαδικτύου όταν μια ιστοσελίδα καταργηθεί: Λάθος 404. Η σελίδα δεν υπάρχει (Error 404. Page not found).

[xxv] Ο μεγαλύτερος μέτοχος της Quantum Systems είναι ο Πίτερ Θιλ της Παλαντίρ. Στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχουν επίσης η Airbus Ventures, η Blackstone, η HV Capital, η Project A και η DTCP. Στην ουσία πρόκειται για αμερικάνικη εταιρεία με Γερμανό CEO.

[xxvi] Την εποχή που με χρηματοδότηση κι εξοπλισμό από τις ΗΠΑ το Ιράκ διεξήγαγε τον 8χρονο πόλεμο ενάντια στο Ιράν.

[xxvii] Το Anschluss ήταν η προσάρτηση της Αυστρίας στη Ναζιστική Γερμανία τον Μάρτιο του 1938. Η λέξη στα γερμανικά σημαίνει «ένωση» ή «σύνδεση». Αποτελεί ένα από τα πρώτα και καθοριστικά βήματα του Χίτλερ για την υλοποίηση της επεκτατικής του πολιτικής πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

[xxviii] «loss of history» στο κείμενο (ή στα γερμανικά Verlust der Geschichte), κυριολεκτικά ‘απώλεια της ιστορίας’: είναι ένας όρος που έχει χρησιμοποιηθεί και συζητηθεί έντονα στη Γερμανία ως ιστοριογραφική, φιλοσοφική και κοινωνιολογική κριτική. Η πρώτη μεγάλη συζήτηση ξεκίνησε από φιλοσόφους και κοινωνιολόγους της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπως ο Theodor W. Adorno και ο Max Horkheimer, που υποστήριζαν ότι η νέα γενιά των Γερμανών μετά το 1945 παρουσίαζε μια τάση «ιστορικής αμνησίας». Λόγω του σοκ και της ντροπής του Ναζισμού, υπήρχε μια ψυχολογική απώθηση (καταπίεση) ολόκληρης της ιστορικής συνέχειας της Γερμανίας από την ίδρυσή της.
Σε πιο πρόσφατες δεκαετίες, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από σύγχρονους Γερμανούς ιστορικούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο του ιστορικού Wolfgang Hardtwig (2010) με τίτλο «Απώλεια της Ιστορίας – ή πόσο ψυχαγωγικό είναι το παρελθόν;» όπου αναφέρεται στο πώς η σύγχρονη γερμανική κοινωνία μετατρέπει την ιστορία σε «θέαμα», «infotainment» (πληροφοριοψυχαγωγία) και τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, με αποτέλεσμα να χάνεται η βαθιά, επιστημονική και κριτική κατανόηση των γεγονότων.

[xxix] Το ίδρυμα Stiftung Erinnerung, Verantwortung und Zukunft – ακρωνύμιο EVZ είναι ένας γερμανικός ομοσπονδιακός οργανισμός που ιδρύθηκε με νόμο του γερμανικού κοινοβουλίου (Bundestag) στις 2 Αυγούστου 2000. Αρχικός και κύριος σκοπός του ήταν η καταβολή οικονομικών αποζημιώσεων σε πρώην εργάτες καταναγκαστικής εργασίας και άλλα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ίδρυμα ξεκίνησε με ένα κεφάλαιο ύψους 5,2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό συγκεντρώθηκε κατά 50% από τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση και κατά 50% από μια πρωτοβουλία περίπου 6.500 γερμανικών ιδιωτικών εταιρειών (οι οποίες είχαν επωφεληθεί από την καταναγκαστική εργασία στην περίοδο του ναζισμού).
Ο ιδρυτικός γερμανικός ομοσπονδιακός νόμος του 2000 προέβλεπε ρητά στο Άρθρο 5 ότι το Συμβούλιο Επιτρόπων αποτελείται από 27 μέλη. Μεταξύ αυτών, ο νόμος όριζε ξεκάθαρα ότι ένα μέλος διορίζεται απευθείας από την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας (όπως αντίστοιχα και από τις κυβερνήσεις της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, των ΗΠΑ και του Ισραήλ). Αυτό συνέβη επειδή οι περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ είχαν υποφέρει τα μέγιστα από τη ναζιστική κατοχή και οι χώρες αυτές έπρεπε να επιβλέπουν τη διανομή των αποζημιώσεων. Ο νόμος δεν έδινε τη δυνατότητα στο ίδρυμα να αποβάλει ένα κράτος-μέλος. Όμως, το γερμανικό κοινοβούλιο ψήφισε κατεπείγουσα τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 6 Μαρτίου 2025. Η νέα διάταξη επέτρεψε στο Συμβούλιο του ιδρύματος να αποβάλει τη Ρωσία και τη Λευκορωσία για «σπουδαίο λόγο» και τα οφειλόμενα χρήματα προς τους Ρώσους και Λευκορώσους πολίτες εισέρευσαν στον νεοϊδρυθέντα  «προϋπολογισμό αλληλεγγύης» του για την οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας (sic!).

[xxx] Ostarbeiter: Εργάτες της Ανατολής. Οι Ostarbeiter  υπολογίζονται συνολικά σε περίπου 5 εκατομμύρια ανθρώπους που εκτοπίστηκαν βίαια από τα κατεχόμενα σοβιετικά εδάφη (κυρίως από τη σημερινή Ουκρανία, τη Ρωσία και τη Λευκορωσία) για να εργαστούν καταναγκαστικά ως σκλάβοι στη Ναζιστική Γερμανία, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βιομηχανίες και αγροτικές καλλιέργειες. Υπολογίζεται ότι μόνο οι μισοί (περίπου 2,2 έως 2,5 εκατομμύρια) επέζησαν από τις κακουχίες, την ασιτία, τους βομβαρδισμούς και τις εκτελέσεις των Ναζί και απελευθερώθηκαν το 1945.

[xxxi] Αναφέρεται στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα (γερμανικά: Unternehmen Barbarossa). Την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1941 και αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο πολύνεκρη στρατιωτική επιχείρηση στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως εννοεί τους πρώτους μήνες της εισβολής όπου οι Γερμανοί σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες, περικυκλώνοντας και αιχμαλωτίζοντας μεγάλες δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού και έφτασαν στα περίχωρα της Μόσχας. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα απέτυχε οριστικά τον Δεκέμβριο του 1941 στις πύλες της Μόσχας, όπου ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε την πρώτη του μεγάλη αντεπίθεση.

[xxxii] Το Θαύμα του Οίκου του Βρανδεμβούργου (γερμανικά: Mirakel des Hauses Brandenburg) αναφέρεται σε δύο απροσδόκητα γεγονότα που έσωσαν την Πρωσία από την ολοκληρωτική καταστροφή κατά τον Επταετή Πόλεμο (1756–1763). Ο όρος επινοήθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά της Πρωσίας, Φρειδερίκο τον Μέγα και αφορά δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές όπου η τύχη άλλαξε ριζικά την πορεία του πολέμου υπέρ του.
Το Πρώτο Θαύμα (1759): Μετά την καταστροφική ήττα των Πρώσων στη Μάχη του Κούνερσντορφ (12 Αυγούστου 1759) από τον συνασπισμό της Ρωσικής και της Αυστριακής αυτοκρατορίας, ο στρατός του Φρειδερίκου είχε διαλυθεί. Ο δρόμος προς το Βερολίνο ήταν εντελώς ανοιχτός και ο Φρειδερίκος βρισκόταν σε κατάσταση απόγνωσης, σκεπτόμενος ακόμη και την αυτοκτονία. Οι Ρώσοι και οι Αυστριακοί καθυστέρησαν πάρα πολύ τις προετοιμασίες για την προέλαση και την κατάληψη της πρωσικής πρωτεύουσας, καθώς διαφωνούσαν μεταξύ τους για τη στρατηγική, είχαν τεράστιες απώλειες και αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα ανεφοδιασμού. Έτσι, τελικά αποσύρθηκαν κι έδωσαν στον Φρειδερίκο τον χρόνο να ανασυντάξει τον στρατό του.
Το Δεύτερο (και μεγαλύτερο) Θαύμα (1762): Στα τέλη του 1761, η Πρωσία είχε εξαντληθεί οικονομικά και στρατιωτικά. Η ολοκληρωτική της ήττα θεωρούνταν πλέον θέμα εβδομάδων, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις είχαν ήδη καταλάβει το Βερολίνο και την Ανατολική Πρωσία. Όμως, στις 5 Ιανουαρίου 1762, πέθανε ξαφνικά η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Ρωσίας, που ήταν ορκισμένη εχθρός του Φρειδερίκου. Τον θρόνο ανέλαβε ο ανιψιός της, Πέτρος Γ, φανατικός θαυμαστής του Φρειδερίκου και της Πρωσίας, ο οποίος σταμάτησε αμέσως τον πόλεμο εναντίον της, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης (Συνθήκη της Αγίας Πετρούπολης), επέστρεψε όλα τα κατεχόμενα εδάφη χωρίς ανταλλάγματα και μάλιστα πρόσφερε ρωσικά στρατεύματα για να βοηθήσουν τον Φρειδερίκο εναντίον των Αυστριακών.

* Ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1965 στο Λένινγκραντ. Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου του Λένινγκραντ, ξεκίνησε ακαδημαϊκή καριέρα, αποκτώντας τον τίτλο του Διδάκτορα Νομικών Επιστημών και υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης μέχρι το 1999. Το 1999 εντάχθηκε στην ομάδα του Βλαντίμιρ Πούτιν, υπηρετώντας αρχικά ως Αναπληρωτής Επικεφαλής του Κυβερνητικού Μηχανισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αργότερα ως Αναπληρωτής Επικεφαλής της Προεδρικής Διοίκησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Στις 2 Μαρτίου 2008 εξελέγη Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Από τις 8 Μαΐου 2012 υπηρέτησε ως Πρωθυπουργός της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Από τις 16 Ιανουαρίου 2020 είναι Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Από το 2022 είναι Επικεφαλής της Στρατιωτικής-Βιομηχανικής Επιτροπής (VPK), του ανώτατου μόνιμου κρατικού οργάνου που καθορίζει την αμυντική πολιτική και τις εξοπλιστικές ανάγκες της χώρας κι ελέγχει το σύνολο της πολεμικής βιομηχανίας.

Πηγή: RT