Στη φωτο: Κυνήγι του Παραδείσου, αυλική τέχνη του Σαφαβιδικού Ιράν 1501-1576

του Фёдор А. Лукьянов*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Russia in Global Affairs, 01/04/2026

Ο πόλεμος που ξέσπασε στη Δυτική Ασία, την τελευταία ημέρα του χειμώνα, εξαπλώθηκε αμέσως πέρα από τα όρια της περιοχής. Η επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν αποτελεί σημείο καμπής στην παγκόσμια πολιτική, ακόμη και εν μέσω των αυξανόμενων θυελλωδών συγκρούσεων του 21ου αιώνα. Οι τελευταίοι εναπομείναντες κανόνες —ακόμη και τυπικές τελετουργίες, όπως η επινόηση ενός προσχήματος για επίθεση— παραμερίστηκαν επιδεικτικά. Ο κόσμος έχει εισέλθει πραγματικά σε μια εποχή αρπακτικών, στην οποία οι φιλοδοξίες συγκρατούνται μόνο από τα όρια της δύναμης κάποιου. Η απόδοση αυτής της ιστορικής μεταβολής στα χαρακτηριστικά ορισμένων ηγετών θα σήμαινε την υποτίμησή της. Τα άτομα δεν καθορίζουν το πνεύμα της εποχής. Η εποχή είναι αυτή που φέρνει ορισμένες προσωπικότητες στο προσκήνιο.

Ο πόλεμος του Ιράν είναι επίσης σημαντικός, καθώς μπορεί να δείξει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος. Το Ιράν είναι ο μεγαλύτερος και πιο σοβαρός στρατιωτικός αντίπαλος των ΗΠΑ από τον πόλεμο της Κορέας. Πέρα από το στρατιωτικό συσχετισμό, στο πλαίσιο μιας βαθιά διασυνδεδεμένης παγκόσμιας οικονομίας, η δύναμη του Ιράν δεν έγκειται στην ικανότητά του να νικήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στρατιωτικά, αλλά στην ικανότητά του να διαταράξει τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας μπλοκάροντας μια κρίσιμη αρτηρία. Και ακόμη και οι ισχυροί αντίπαλοι του Ιράν δεν διαθέτουν τους πόρους που απαιτούνται για να το καταστήσουν εντελώς ανίσχυρο.

Αν μια σαφής νίκη είναι αδύνατη, μπορεί να υπάρξει μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων ή αποτροπή βασισμένη σε μια ορισμένη ισορροπία και κατανόηση των ορίων των δυνατοτήτων κάποιου; Η στρατιωτική ανισορροπία, η οποία υπήρχε από την αρχή, θα ωθεί συνεχώς την ισχυρότερη πλευρά να επιδιώξει την πλήρη νίκη – αν όχι τον περασμένο Ιούνιο, τότε τώρα, αν όχι τώρα, τότε την επόμενη φορά.

Αλλά μπορεί κάτι σαν τον Ψυχρό Πόλεμο του περασμένου αιώνα -μια έντονη αντιπαράθεση που δεν καταλήγει σε μαζική αιματοχυσία- να επαναληφθεί στις τρέχουσες ασυνήθιστες διεθνείς συνθήκες;

Το τέλος του χειμώνα και η αρχή της άνοιξης φέτος σηματοδοτήθηκαν από δύο 80χρονες επετείους: το Μακρύ Τηλεγράφημα του Τζορτζ Κέναν στις 22 Φεβρουαρίου και την Ομιλία στο Φούλτον του Ουίνστον Τσώρτσιλ στις 5 Μαρτίου. Το ανακοινωθέν του Κέναν θεωρείται η θεωρητική βάση για την αναχαίτιση της ΕΣΣΔ. Και η ομιλία του Τσώρτσιλ, για ένα Σιδηρούν Παραπέτασμα που πέφτει σε όλη την Ευρώπη, ήταν η κήρυξη του Ψυχρού Πολέμου.

Και τα δύο έχουν συζητηθεί πολύ στη Ρωσία, της οποίας η έντονη αντιπαλότητα με τη Δύση έχει πλέον ξαναρχίσει μετά από μια ανάπαυλα από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2020. Λόγω αδράνειας, αυτός ο αγώνας ονομάζεται νέα ενσάρκωση του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά είναι όντως έτσι;

Ήταν ο Τζορτζ Όργουελ που χαρακτήρισε τη νέα φάση της παγκόσμιας πολιτικής «ψυχρό πόλεμο». Σε ένα σύντομο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε το 1945, έγραψε ότι η εφεύρεση κάτι τόσο καταστροφικού όσο η ατομική βόμβα θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους πολέμους μεγάλης κλίμακας με «μια ειρήνη που δεν είναι ειρήνη». Είχε δίκιο. Τα όπλα μαζικής καταστροφής βοήθησαν στην αποφυγή μιας σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, καθιστώντας την αντιπαράθεση χρόνια και έμμεση. Τόσο ο Κέναν, όσο και ο Τσώρτσιλ μίλησαν για παρατεταμένο αγώνα, έναν ψυχρό πόλεμο φθοράς. Πίστευαν ότι η Δύση είχε κάθε λόγο να υπολογίζει σε νίκη. Θα ήταν μια μακρά και δύσκολη προσπάθεια, αλλά τελικά θα απέδιδε καρπούς.

Ο πρώτος Ψυχρός Πόλεμος μερικές φορές αναπολείται με νοσταλγία: υποτίθεται ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα και μερικές φορές επικίνδυνα, αλλά τουλάχιστον ήταν σαφή και εύτακτα. Στην πραγματικότητα, τίποτα από αυτά δεν πρέπει να εξιδανικεύεται. Τα έγγραφα και τα άρθρα της εποχής αρκούν για να διώξουν κάθε ρομαντική χροιά. Υπάρχει όμως ένα πράγμα που διακρίνει την τρέχουσα κατάσταση από την προκάτοχό της: ο «ελεύθερος κόσμος» έχει πλέον την εμπειρία της νίκης στον πρώτο μαραθώνιο επιβίωσης.

Η αυτοδιάλυση της ΕΣΣΔ εξέπληξε τους αντιπάλους της και τους έπεισε για την εγκυρότητα των συνταγών που προσέφεραν ο Κέναν, ο Τσώρτσιλ και άλλοι ιδεολόγοι στην αρχή της αντιπαράθεσης. Τους ενέπνευσε εμπιστοσύνη στην ιδεολογική και ηθική τους ορθότητα, καθώς είχαν κερδίσει μια επικίνδυνη σύγκρουση χωρίς τη χρήση στρατιωτικής βίας. Κατά κάποιο τρόπο, ήταν η πιο καθαρή νίκη: ο αντίπαλος απλώς τα παράτησε, αναγνώρισε την κατωτερότητά του και αποχώρησε από το ρινγκ.

Το γιατί συνέβη αυτό είναι άλλο ζήτημα. Αλλά η Δύση δεν μπορεί να ξεχάσει την εμπειρία. Πρώτον, η νίκη φάνηκε τόσο μοιραία που η αναθεώρησή της εξακολουθεί να φαίνεται αδιανόητη. Δεύτερον, και πιο σημαντικό: αν πετύχεις μία φορά, θα περιμένεις να ξαναγίνει. Και επειδή η Ρωσία δεν είναι η Σοβιετική Ένωση σε πόρους ή επιρροή – και η Δύση, αντίθετα, έχει επεκτείνει στο έπακρο τη θέση της τα τελευταία τριάντα χρόνια – η επιτυχία αναμένεται πολύ πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Άλλωστε, ο προηγούμενος γύρος αποκάλυψε ήδη ποιος έχει ιστορικά δίκιο.

Εξού και η άποψη ότι μια συμφωνία με τη Ρωσία είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο μιας νέας (και αυτή τη φορά ούτε καν συγκαλυμμένης) συνθηκολόγησής της. Αυτή η προσέγγιση παραμένει αμετάβλητη στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ, ωστόσο, έχουν αναπροσαρμόσει τη στάση τους, σύμφωνα με την πραγματιστική επιθυμία της νέας κυβέρνησης να τερματίσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία, η οποία την αποσπά από πιο σημαντικά ζητήματα. Παρόλα αυτά, οι Αμερικανοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ρωσία πρέπει να μπει στη θέση της — ή μάλλον, να κατανοήσει την ασύγκριτα πιο σημαντική και επάξια θέση της Αμερικής.

Η Ρωσία, φυσικά, σκοπεύει να αποδείξει το αντίθετο.

Πράγματι, δεν είναι η ΕΣΣΔ και ως εκ τούτου απαιτεί αναγνώριση του δικαιώματός της να ορίζει τη δική της ασφάλεια, αλλά τώρα χωρίς προσπάθειες εξαγωγής της κοσμοθεωρίας ή του μοντέλου ανάπτυξής της. Ωστόσο, η Δύση αντιλαμβάνεται τη Ρωσία ακριβώς ως μια αποδυναμωμένη εκδοχή της πρώην υπερδύναμης, που πρέπει να μπει στη θέση της. Χωρίς να αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα, που αναγνωρίστηκε τότε στην ΕΣΣΔ μόνο επειδή η δύναμη και η επιρροή της δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Οι πυρηνικές δυνατότητες της Ρωσίας λαμβάνονται υπόψη μόνο στο βαθμό που συνεχίζουν να διασφαλίζουν την οργουελιανή «ειρήνη που δεν είναι ειρήνη», δηλαδή την απουσία άμεσου πολέμου.

Ο κίνδυνος αμοιβαία εξασφαλισμένης καταστροφής παραμένει. Αλλά η νίκη της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο την οδήγησε να πιστέψει ότι η ολοκληρωτική νίκη είναι δυνατή μέσω μέτρων που απλώς παρακάμπτουν τα πυρηνικά όπλα. Μια τέτοια αυτοπεποίθηση είναι επικίνδυνη, καθώς μαθήματα από την προηγούμενη αντιπαράθεση αντλούν όχι μόνο οι νικητές, αλλά και οι ηττημένοι. Και οι τελευταίοι αναγνωρίζουν τώρα ότι η παράκαμψη του πυρηνικού παράγοντα πρέπει να καταστεί αδύνατη. Πράγματα όπως τα «πλήγματα αποκεφαλισμού» – η δολοφονία Ιρανών ηγετών με τους οποίους υποτίθεται ότι μόλις διεξήχθησαν σοβαρές διαπραγματεύσεις – καθιστούν τους άλλους αντιπάλους των ΗΠΑ ακόμη πιο μοιρολατρικά αποφασισμένους, στο πνεύμα των θρύλων για το «Νεκρό Χέρι»[1].

Ο Τζορτζ Κέναν έζησε μέχρι την ηλικία των 101 ετών για να δει τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράκ. Άσκησε έντονη κριτική στην αμερικανική γεωπολιτική ευφορία μετά το 1991, δηλαδή αφού η ιδέα του αποδείχθηκε πετυχημένη. Και θυμήθηκε συγκεκριμένα το μέρος του Μακρού Τηλεγραφήματός του που ζητούσε την νηφάλια αξιολόγηση των κινήτρων του αντιπάλου και την εξέταση των ανησυχιών του (αντί να απορρίπτονται προκαλώντας ενδεχομένως μια δυσανάλογη αντίδραση). Η γνώμη του πατριάρχη δεν εισακούστηκε.

Ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει η σύγκρουση στο Ιράν, το αποτέλεσμά της θα έχει εκτεταμένες συνέπειες. Είναι η βία παντοδύναμη; Πόσο μακριά είναι έτοιμη να φτάσει για να αποδείξει ότι είναι παντοδύναμη; Και τι θα απομείνει μετά από αυτό;

[1] Νεκρό Χέρι: «Dead Hand» (γνωστό στη Ρωσία ως Периметр – Περίμετρος) είναι ένα αυτοματοποιημένο σύστημα πυρηνικής διοίκησης και ελέγχου της σοβιετικής εποχής και του Ψυχρού Πολέμου, σχεδιασμένο να εγγυάται ένα δεύτερο χτύπημα ως αντίποινα. Διασφαλίζει ότι ακόμη και αν όλη η ρωσική ηγεσία σκοτωθεί από μια προληπτική επίθεση, ένα δίκτυο αισθητήρων και πυραύλων μπορεί να εξαπολύσει αυτόματα μια αντεπίθεση, επιβάλλοντας αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή. (ΣτΜ).

* Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ εργάστηκε ως διεθνής δημοσιογράφος από το 1990 έως το 2002 και συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Θεωρείται ένας από τους πιο εξέχοντες και με τη μεγαλύτερη επιρροή Ρώσους ειδικούς στον τομέα των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής. Ξεκίνησε με φιλοδυτικές απόψεις και προσανατολισμό και άρχισε να μετατοπίζεται ‘απογοητευμένος από τους Δυτικούς’ στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Πλέον υποστηρίζει ότι η «φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη έχει εξαντλήσει τον εαυτό της και ότι η Ρωσία αποτελεί πλέον μέρος ενός μη δυτικού κόσμου και πρέπει να εστιάσει στην παγκόσμια πλειοψηφία».
Από το 2002, είναι Αρχισυντάκτης του περιοδικού Russia in Global Affairs. Το 2012, ο Λουκιάνοφ διορίστηκε Πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής – μιας από τις παλαιότερες ρωσικές δεξαμενές σκέψης. Από το 2015, είναι Διευθυντής Έρευνας του Ιδρύματος για την Ανάπτυξη και Υποστήριξη της Λέσχης Συζητήσεων Βαλντάι και συντονίζει κάθε χρόνο την ετήσια συνέντευξη του προέδρου Βλ. Πούτιν. Ο Λουκιάνοφ είναι Ερευνητής Καθηγητής στη Σχολή Παγκόσμιας Οικονομίας και Διεθνών Υποθέσεων στο Εθνικό Ερευνητικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας.

Πηγή: Russia in Global Affairs