Μπορούν οι πολιτισμοί να ενώσουν τα σπαράγματα παλαιότερων γνώσεων και αντιλήψεων ώστε να προσφέρουν το πλαίσιο μέσα από το οποίο ο ηθικός λόγος θα γίνει ξανά κατανοητός;

Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Το κείμενο αποτελεί σύνοψη της ομιλίας του Άλαστερ Κρουκ στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας, στις 7 Σεπτεμβρίου 2026. Ένα πυκνό, ουσιαστικά φιλοσοφικό κείμενο με πολλή τροφή για σκέψη και προβληματισμό, που αξίζει να διαβαστεί.

του Alastair Crooke*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Strategic-Culture, 21/09/2026

Το παγκόσμιο μέλλον συχνά παρουσιάζεται ως ένας πολυπολικός ή πολυκομβικός κόσμος, με την σιωπηρή παραδοχή ότι τα κράτη θα έχουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους – και θα λύνουν τις διαφορές τους πιο εύκολα μέσω του διαλόγου παρά μέσω του πολέμου.

Αυτό αποτέλεσε ένα αφήγημα που κυκλοφορούσε ευρέως στα χρόνια πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γράφτηκαν βιβλία που υποστήριζαν ότι ο πόλεμος δεν θα μπορούσε να συμβεί: Το καθοριστικό κείμενο πάνω σε αυτή την ιδέα, που εκδόθηκε αρχικά το 1910 με τον τίτλο, Η Μεγάλη Ψευδαίσθηση (The Great Illusion),[1] έγινε διεθνές μπεστ σέλερ.

Ο συγγραφέας του, Νόρμαν Άντζελ, υποστήριζε ότι επειδή τα έθνη βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε ένα στενά αλληλεξαρτώμενο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, το οικονομικό κόστος του πολέμου θα ξεπερνούσε δραματικά κάθε πιθανό όφελος. Ισχυριζόταν ότι ένα νικηφόρο έθνος θα υφίστατο την ίδια ακριβώς οικονομική καταστροφή με το ηττημένο – καθιστώντας την παραδοσιακή έννοια της στρατιωτικής κατάκτησης παρωχημένη. Το επιχείρημά του ερμηνεύτηκε από το ευρύ κοινό ως απόδειξη ότι ο πόλεμος ήταν «αδύνατος».

Το επιχείρημά του αποδείχθηκε εσφαλμένο. Ο Μεγάλος Πόλεμος[2] ξέσπασε όπως ήταν αναμενόμενο.

Σήμερα, η ιδέα μιας αλληλεπίδρασης στο πλαίσιο της πολυπολικότητας επιμένει, όμως η απειλή του πολέμου παραμένει και εντείνεται από την άρνηση της Δύσης να ακούσει –ή να καταλάβει– τι λένε τα εθνικά ανεξάρτητα κράτη-πολιτισμοί. Αυτή η αδυναμία για μια ακρόαση με ενσυναίσθηση βρίσκεται στη ρίζα των καταστροφικά λανθασμένων αναγνώσεων των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών όσον αφορά το Ιράν και τη Ρωσία. Καθώς και στην παρουσίαση της Κίνας ως τόσο «έτερης», ώστε να αποτελεί «κλειστό βιβλίο» για τα αφτιά της Δύσης.

Στο επιδραστικό βιβλίο του Μετά την Αρετή (1981),[3] ο Αλασντέρ ΜακΙντάιρ υποστήριξε ότι το εγχείρημα του Διαφωτισμού απέκοψε τον δυτικό άνθρωπο από τις ρίζες του στην παράδοση, αλλά απέτυχε να παράγει μια δεσμευτική ηθική βασισμένη μόνο στον Ορθό Λόγο. Κατά συνέπεια, πολλοί από όσους ζουν στη Δύση ζουν σε έναν κόσμο «ηθικού χάους και κατακερματισμού, στον οποίο “χαοτικές”, αποδιοργανωτικές δυνάμεις έχουν σχεδόν εξαλείψει την πραγματική ηθική αναζήτηση στον ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Αυτό που είναι σημαντικό να κατανοήσουμε είναι πως το «ηθικό χάος και ο κατακερματισμός» του ΜακΙντάιρ καλλιεργούνται σκόπιμα για να αποδυναμώσουν τους εθνικούς, κοινοτικούς και θρησκευτικούς δεσμούς – ακριβώς με σκοπό να πλήξουν και να κάμψουν την εθνική συνοχή και την πολιτισμική εθνική κυριαρχία.

Το επιχείρημα του ΜακΙντάιρ είναι πως μόνο η πολιτισμική παράδοση και οι ηθικές της ιστορίες προσφέρουν το πλαίσιο σε όρους όπως το καλό, η δικαιοσύνη και το τέλος (ο σκοπός):[4]

«Με απουσία παραδόσεων, ο ηθικός διάλογος εξαρθρώνεται και μετατρέπεται σε ένα θέατρο ψευδαισθήσεων, όπου η απλή αγανάκτηση και η στείρα διαμαρτυρία καταλαμβάνουν την κεντρική σκηνή».

«Οι γραμμές χαράσσονται νωρίς και οι συμμετέχοντες σπεύδουν να πάρουν θέση. Παίρνοντας όμως θέση, φαίνεται να καθίστανται ανίκανοι να ακούσουν τον άλλον… Όλοι νιώθουν την έξαψη, αλλά κανείς δεν βλέπει το φως», υπογραμμίζει ο ΜακΙντάιρ.

Αυτό που κατέχουμε σήμερα, υποστηρίζει ο ΜακΙντάιρ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά σπαράγματα μιας παλαιότερης παράδοσης (της Ηρωικής Κοινωνίας). Αυτά τα σπαράγματα είναι εξαιρετικά ισχνά, καθώς ο ηθικός μας λόγος, ο οποίος χρησιμοποιεί όρους όπως το καλό, η δικαιοσύνη και το καθήκον, έχει απογυμνωθεί από το πλαίσιο που θα τον καθιστούσε κατανοητό. Με άλλα λόγια, αυτό καθιστά την αρετή του ηρωικού, ομηρικού κόσμου απρόσιτη για τη Δύση.

Οι γραμμές χαράσσονται. Υπάρχει μια βιασύνη να πάρει κανείς θέση. Οι σημερινές «χαοτικές», αποδιοργανωτικές δυνάμεις έχουν σχεδόν εξαλείψει την ηθική αναζήτηση από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των ηθικών αντιπαραθέσεων είναι η τάση τους να μην καταλήγουν ποτέ σε επίλυση.

Όταν όλες οι ηθικές κρίσεις –απογυμνωμένες από το πλαίσιο– καθίστανται τίποτα περισσότερο από εκφράσεις προτίμησης, στάσης ή συναισθήματος –συγκινησιοκρατία,[5] με άλλα λόγια– ο διάλογος εξαρθρώνεται. Μετατρέπεται σε ένα θέατρο αφηγημάτων όπου η αγανάκτηση και η πόλωση καταλαμβάνουν την κεντρική σκηνή.

Όμως, παίρνοντας τέτοιες συγκινησιακά φορτισμένες, παραταξιακές θέσεις, οι δρώντες καθίστανται ανίκανοι να ακούσουν τον Άλλον. Οι «Άλλοι», επομένως, είτε πρόκειται για τη Ρωσία, το Ιράν ή την Κίνα, γίνονται απλώς αόρατοι με βάση τα κριτήρια αυτής της προσέγγισης – καθώς οι δικοί τους τρόποι προσανατολισμού της ανθρώπινης προσοχής προς τον κόσμο είναι εντελώς διαφορετικοί.

Έτσι, μπορούμε να οδηγηθούμε (και οδηγούμαστε) σε πόλεμο μέσα από αφηγηματικά μηνύματα που αποσκοπούν ειδικά στο να αναγκάσουν τους ανθρώπους να χωροθετήσουν[6] τον κόσμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν. Οδηγούμαστε σε έναν «ενιαίο κόσμο» καθοδηγούμενο από τον Διαφωτισμό, στον οποίο κάθε «Ετερότητα» –είτε ρωσική, είτε ιρανική, είτε κινεζική– γίνεται αόρατη από τα ίδια τα κριτήρια και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται και προσεγγίζονται τα «πράγματα».

Σε αυτόν τον «πόλεμο», ο κόσμος γυρίζει «ανάποδα». Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χωροθετούν ενεργά τον κόσμο γύρω τους, αλλά φαίνεται να έχουν συμβιβαστεί με το να τον χωροθετούν άλλοι για λογαριασμό τους. Τα αφηγήματα ζυμώνονται και απλώνονται μπροστά στα μάτια μας. Έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός. Οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση πιστεύουν ότι έχουν μια γερή αντίληψη της πραγματικότητας –των γεγονότων, των αποδείξεων και των συμπερασμάτων. Στην πραγματικότητα, όμως, είμαστε αντιμέτωποι με μια δομή που σκόπιμα διαστρέφει εκ βάθρων αυτή την υποτιθέμενη αντίληψη.

Μέσα στον μηχανισμό, η «χωροθέτηση» λειτουργεί αντίστροφα: Πρώτα λαμβάνουν το μήνυμα και μετά πλάθουν και απλώνουν σαν ζυμάρι ένα αφήγημα «πραγματικότητας», μέχρι αυτό να ταιριάξει στο σχέδιο. Και, αν απαιτηθεί, βάζουν τη μηχανή των Μέσων Ενημέρωσης στην όπισθεν και πλάθουν την ίδια αυτή πραγματικότητα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Πώς μπορούν, λοιπόν, οι κυρίαρχοι πολιτισμοί να ξεφύγουν από την «παγίδα του ΜακΙντάιρ»; Μπορούν οι πολιτισμοί να ενώσουν τα σπαράγματα παλαιότερων γνώσεων και αντιλήψεων ώστε να προσφέρουν το πλαίσιο μέσα από το οποίο ο ηθικός λόγος θα γίνει ξανά κατανοητός;

Το να αποδράσει κανείς από τον φαουστικό χώρο[7] της μηχανιστικής σκέψης και του χειραγωγούμενου αφηγήματος δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε απλό. Κάθε άλλο. Αλλά προσέξτε τι απαιτείται – μια αλλαγή στον τρόπο παρουσίας μας, στον τρόπο με τον οποίο προσανατολίζουμε την προσοχή μας προς τον κόσμο.

Ο τρόπος με τον οποίο προσανατολίζετε τη συνείδησή σας απέναντι στον κόσμο, μας λέει ο νευρολόγος Ίαν ΜακΓκίλκριστ,[8] είναι καθοριστικός: Διότι ο τρόπος με τον οποίο το κάνετε, μεταβάλλει και καθορίζει αυτό που πρόκειται να βρείτε και να κατανοήσετε. Καθώς χωροθετούμε τον κόσμο γύρω μας με διαφορετικό τρόπο, η αντίληψη διευρύνεται και η (κρυμμένη μέχρι τότε) ευρυχωρία αυτού που βρίσκεται πέρα από εμάς έρχεται στο φως.

Μια ανάκτηση παλαιότερων τρόπων σκέψης –του τρόπου σκέψης «όλα μαζί, διά μιας» (της σκέψης μέσω εικόνων) και άλλων πηγών γνωστικής λειτουργίας– μπορεί να ανοίξει έναν δρόμο για τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις φαινομενικά αντιθετικές πολικότητες του υποκειμενικού και του αντικειμενικού, τις οποίες η μηχανιστική ορθολογικότητα αφήνει τόσο συχνά να σκληρύνουν σε ανυπέρβλητα εμπόδια.[9] Η αποφατική προσέγγιση[10] μπορεί επίσης να αμβλύνει τις αιχμηρές γωνίες της εννοιολογικής σκέψης, εισάγοντας τη διάσταση του «μεταξύ»,[11] που βρίσκει χώρο ανάμεσα σε σκληρά, γωνιώδη επιχειρήματα. Αυτοί οι τρόποι σκέψης διαθέτουν μια δική τους λογική, η οποία στέκεται πέρα από τις ακαμψίες του Διαφωτισμού.

Αυτό είναι το μάθημα που το Ιράν και η εκ νέου ανακάλυψη της αρχαίας σκέψης από μέρους του προσφέρουν στον κόσμο σήμερα.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν τόνιζε κάποτε ότι «ο ορθολογικός νους είναι υπηρέτης, αλλά ο διαισθητικός νους είναι ένα πολύτιμο δώρο. Ο κόσμος μας, ωστόσο, τιμά τον υπηρέτη – αλλά ξεχνά [αγνοεί] το δώρο».

Υποσημειώσεις της μεταφράστριας:

[1] «Η Μεγάλη Ψευδαίσθηση» (The Great Illusion) αποτελεί ένα κλασικό βιβλίο πολιτικής οικονομίας και διεθνών σχέσεων του Βρετανού δημοσιογράφου και πολιτικού Norman Angell, το οποίο εκδόθηκε αρχικά το 1909 με τίτλο Europe’s Optical Illusion (Η Οφθαλμαπάτη της Ευρώπης) και επανεκδόθηκε συμπληρωμένο το 1910.
Ο Angell (που συνιστά τον αντίστοιχο Φουκώ και «Το Τέλος της Ιστορίας» του, στις αρχές του 20ου αιώνα και πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση) υποστήριζε ότι στον σύγχρονο, βιομηχανικό και παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ο πόλεμος είναι οικονομικά μάταιος και καταστροφικός για όλες τις πλευρές, ακόμη και για τους νικητές. Η παγκόσμια οικονομία και το πιστωτικό σύστημα είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, ώστε η κατάκτηση εδαφών δεν αποφέρει πλέον πραγματικό πλούτο, διότι ο κατακτητής δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί την ιδιωτική περιουσία ή το εμπόριο, χωρίς να καταστρέψει την ίδια την οικονομική βάση του. Θεωρούσε ψευδαίσθηση ότι η στρατιωτική ισχύς και η πολιτική κυριαρχία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση της εθνικής ευημερίας και του πλούτου μιας χώρας.
Το βιβλίο έγινε τεράστιο μπεστ σέλερ πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και ο Norman Angell τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1933 για το έργο του. Παρότι το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο μετέπειτα Β΄Παγκόσμιος διέψευσαν τις προβλέψεις του περί αποτροπής της σύγκρουσης μέσω της οικονομικής αλληλεξάρτησης, θεωρείται σήμερα θεμελιώδες κείμενο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Στην Ελλάδα το βιβλίο του Angell δεν κυκλοφορεί. Αξίζει όμως να παρακολουθήσει κανείς την ταινία “La Grande Illusion” – Η Μεγάλη Ψευδαίσθηση του Γάλλου σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ, που γυρίστηκε το 1937. Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο για να το ανασκευάσει πολιτικά, καταδεικνύοντας τον καπιταλισμό και την απληστία για κέρδη ως τη γενεσιουργό αιτία των πολέμων, αλλά και την πίστη ότι η εργατική τάξη που αναδύεται θα τελειώσει τον παλιό κόσμο και τους πολέμους. Θυμίζουμε ότι το 1937, η οσμή του Β’ ΠΠ πλανιόταν σε όλη την Ευρώπη. Η ταινία του Ρενουάρ διαδραματίζεται σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων του Α’ ΠΠ, όπου οδηγούνται δύο Γάλλοι αεροπόροι, ο αριστοκράτης Μπουαλντιέ και ο εργάτης Μαρεσάλ. Αναπτύσσουν συντροφικότητα με τους άλλους αιχμαλώτους (ανάμεσά τους κι ο Εβραίος Ροζεντάλ) και σχεδιάζουν να αποδράσουν σκάβοντας ένα τούνελ. Ταυτόχρονα, ανάμεσα στον Γερμανό διοικητή φον Ράουφενσταϊν και τον Γάλλο αριστοκράτη ντε Μπουαλντιέ αναπτύσσεται ένας ιπποτικός σεβασμός, καθώς αναγνωρίζουν ότι ανήκουν και οι δύο στην ανώτερη τάξη. Στο τέλος, ο Μπουαλντιέ θυσιάζεται, δημιουργώντας αντιπερισπασμό, για να βοηθήσει τον Μαρεσάλ και τον Ρόζενταλ να αποδράσουν και ο Ράουφενσταϊν αναγκάζεται με βαθιά θλίψη να τον πυροβολήσει θανάσιμα. Οι δύο δραπέτες, αφού βρουν καταφύγιο σε Γερμανούς χωρικούς (ξαναθυμίζω, είμαστε πριν τον Β’ ΠΠ), περνάνε τα σύνορα με την Ελβετία και την ελευθερία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το καστ της ταινίας είναι εξαιρετικό, με μεγάλους αντιφασίστες ηθοποιούς της εποχής (Ζαν Γκαμπέν, που υποδύεται τον μηχανοτεχνίτη Μαρεσάλ, Μαρσέλ Νταλιό, στον ρόλο του Εβραίου Ρόζενταλ, Πιέρ Φρεσνέ, που υποδύεται τον Γάλλο λοχαγό ντε Μπουαλντιέ, Έριχ φον Στρόχαϊμ, ως ο Γερμανός διοικητής φον Ράουφενσταϊν και Ντίτα Πάρλο ως η Γερμανίδα αγρότισσα που έχει σκοτωθεί ο γιος της). Ήταν η πρώτη ξενόγλωσση (μη αγγλόφωνη) ταινία στην ιστορία που προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (το 1939) και απαγορεύτηκε η προβολή της από όλα τα φασιστικά καθεστώτα της εποχής. Μπορείτε να την δείτε εδώ, με ελληνικούς υπότιτλους.

[2] Οι Βρετανοί ονομάζουν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Μεγάλο Πόλεμο.

[3] Το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Εκδόθηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2021 από τις Εκδόσεις Άρτος Ζωής. Ο πλήρης ελληνικός τίτλος είναι «Μετά την αρετή: Μελέτη ηθικής θεωρίας». Η μετάφραση έγινε συλλογικά από τους Δημήτρη Δημακόπουλο, Μιχάλη Πάγκαλο και Νίκο Μανωλόπουλο και μπορείτε να το βρείτε σε μεγάλα βιβλιοπωλεία (όπως στο Βιβλιοπωλείο Πολιτεία ή στον Πατάκη).

[4]Γραμμένο στα ελληνικά ως «τέλος» στο αγγλικό πρωτότυπο, με τη σημασία του σκοπού βάσει της Αριστοτελικής έννοιας, στην φιλοσοφία του οποίου βασίζεται ο ΜακΙντάιρ.

[5] Συγκινησιοκρατία (Emotivism) είναι μια φιλοσοφική θεωρία της ηθικής, σύμφωνα με την οποία οι ηθικές μας κρίσεις δεν εκφράζουν αντικειμενικές αλήθειες ή λογικά επιχειρήματα, αλλά απλώς τα προσωπικά μας συναισθήματα και τις προτιμήσεις μας. Με απλά λόγια, η συγκινησιοκρατία υποστηρίζει ότι η ηθική δεν έχει λογική βάση και αποτελεί καθαρά προσωπική υπόθεση γούστου και συναισθηματικής έκρηξης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όταν λέμε για παράδειγμα «ο φόνος είναι κακός», στην πραγματικότητα δεν δηλώνουμε ένα αντικειμενικό γεγονός, αλλά απλώς εκφράζουμε ένα προσωπικό συναίσθημα αποδοκιμασίας.
Για τον Αλασντέρ ΜακΙντάιρ, η συγκινησιοκρατία αποτελεί ένα από τα κεντρικά προβλήματα του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Στο βιβλίο του Μετά την Αρετή, εξηγεί τις εξής συνέπειες αυτής της κατάστασης:
• Το τέλος του ορθολογικού διαλόγου: Αν οι ηθικές αξίες (δικαιοσύνη, καθήκον, καλό) είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα, τότε είναι αδύνατον να αποδείξεις λογικά σε κάποιον ότι έχει άδικο. Δεν υπάρχει κοινό έδαφος.
• Ο διάλογος ως «θέατρο»: Οι ηθικές συζητήσεις μετατρέπονται σε μια προσπάθεια να χειραγωγήσουμε τα συναισθήματα του άλλου ή να επιβάλουμε τη δική μας θέληση, αντί για μια αναζήτηση της αλήθειας.
• Αιώνια πόλωση: Επειδή κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να επικρατήσει με βάση τη λογική, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις καταλήγουν σε ένα αδιέξοδο γεμάτο φωνές, αγανάκτηση και φανατισμό, χωρίς ποτέ να φτάνουν σε λύση.

[6] Ο όρος «χωροθέτηση» (spatialisation) δεν χρησιμοποιείται με την απλή γεωγραφική ή πολεοδομική του έννοια, αλλά με μια βαθιά φιλοσοφική και πολιτική σημασία. Ο συγγραφέας εννοεί με τον όρο αυτό τα εξής:
1. Η νοητική χαρτογράφηση του κόσμου: Ο τρόπος με τον οποίο το μυαλό μας «τοποθετεί» και ταξινομεί τις διάφορες χώρες και πολιτισμούς. Για παράδειγμα, το πώς μας αναγκάζουν να βλέπουμε τον κόσμο χωρισμένο σε «Δύση» (που ταυτίζεται με το καλό, τη λογική, την πρόοδο) και στους «Άλλους» (Ρωσία, Ιράν, Κίνα, που παρουσιάζονται ως απειλητικοί, οπισθοδρομικοί ή ακατανόητοι).
2. Η ιδεολογική πλαισίωση του χώρου: Η διαδικασία κατά την οποία ο γεωγραφικός χώρος παύει να είναι ουδέτερος και φορτίζεται με πολιτικά μηνύματα. Ο «μηχανισμός» μάς επιβάλλει ένα μοντέλο όπου ολόκληρος ο πλανήτης πρέπει να οργανωθεί γύρω από τις δυτικές αξίες (ένας παγκοσμιοποιημένος «ενιαίος κόσμος»), κάνοντας οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτό το πρότυπο να φαίνεται ξένο ή «αόρατο»/ανύπαρκτο.
3. Η παθητική αποδοχή της πραγματικότητας: Ο συγγραφέας τονίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαμορφώνουν μόνοι τους την αντίληψη για το τι συμβαίνει στον πλανήτη («δεν χωροθετούν ενεργά»), αλλά δέχονται έτοιμα, «πλασμένα» αφηγήματα από τα ΜΜΕ, τα οποία τους υποδεικνύουν ποιος είναι ο εχθρός, πού βρίσκεται η απειλή και πώς πρέπει να ερμηνεύουν τις παγκόσμιες εξελίξεις.
Με απλά λόγια, η «χωροθέτηση» εδώ είναι η χειραγώγηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την υφήλιο και τους δρώντες σε αυτή, ώστε να δικαιολογούνται οι συγκρούσεις και οι πόλεμοι προτού καν ξεσπάσουν.

[7] Οι αναφορές στον «φαουστικό χώρο της μηχανιστικής σκέψης» και στα «αφηγήματα που αναγκάζουν τους ανθρώπους να χωροθετούν τον κόσμο» πατούν πάνω στη θεωρία του Όσβαλντ Σπένγκλερ. Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler, 1880–1936) ήταν σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος της ιστορίας, ιστορικός και μαθηματικός. Έγινε παγκοσμίως γνωστός αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την έκδοση του μνημειώδους έργου του, «Η παρακμή της Δύσης» (Der Untergang des Abendlandes, 1918-1922).
Η βασική του θεωρία απέρριπτε τη γραμμική εξέλιξη της ιστορίας (Αρχαιότητα / Μεσαίωνας / Νέοι Χρόνοι). Αντίθετα, υποστήριζε ότι η ιστορία αποτελείται από 8 μεγάλους, αυτόνομους πολιτισμούς. Κάθε πολιτισμός είναι ένας ζωντανός οργανισμός: γεννιέται, αναπτύσσεται (άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο), φτάνει στην ακμή του, γερνάει (χειμώνας) και τελικά πεθαίνει, έχοντας έναν κύκλο ζωής περίπου 1.000 ετών.
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Σπένγκλερ ήταν συντηρητικός Γερμανός εθνικιστής, πολέμιος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και μέλος της λεγόμενης «Συντηρητικής Επανάστασης». Όταν οι Ναζί ανέβηκαν στην εξουσία το 1933, είδαν στην «Παρακμή της Δύσης» έναν χρήσιμο ιδεολογικό σύμμαχο και ιδέες προς καπήλευση (π.χ. το χιλιόχρονο Ράιχ). Η κριτική του Σπένγκλερ ενάντια στον φιλελευθερισμό και η επιθυμία του για έναν ισχυρό ηγέτη (τον οποίο ονόμαζε «Καίσαρα») έμοιαζαν να ευθυγραμμίζονται με τον Χίτλερ. Μάλιστα, ο Σπένγκλερ ψήφισε τον Χίτλερ στις εκλογές του 1932. Τον Ιούλιο του 1933, ο Σπένγκλερ συνάντησε προσωπικά τον Χίτλερ. Η συνάντηση ήταν απογοητευτική. Ο Σπένγκλερ δήλωσε ότι ο Χίτλερ ήταν ένας «Dummkopf» (ανόητος/κούφιος) και ότι του φάνηκε ένας «κοινός, λαϊκιστής πολιτικάντης» που δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό, ευγενή «Καίσαρα» που ο ίδιος οραματιζόταν. Επίσης, ο Σπένγκλερ θεωρούσε τη ναζιστική θεωρία περί «Άριας φυλής» και καθαρότητας του αίματος επιστημονικά ηλίθια και γκροτέσκα. Για εκείνον, η «φυλή» δεν ήταν θέμα βιολογίας ή DNA, αλλά θέμα πνευματικού «ρυθμού» και κοινής κουλτούρας. Και βέβαια, ως ελιτιστής, έβλεπε τον Εθνικοσοσιαλισμό ως ένα «πεζοδρομιακό», προλεταριακό και μαζικό κίνημα. Σιχαινόταν τις μαζικές συγκεντρώσεις όλων, άρα και των Ναζί. Έτσι, ο Σπένγκλερ αρνήθηκε την πρόσκληση του Γκέμπελς να γράψει προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος. Το 1933 εξέδωσε το βιβλίο του «Τα Χρόνια της Απόφασης» (Jahre der Entscheidung), όπου ασκούσε έμμεση αλλά σαφή κριτική στο καθεστώς. Ως αποτέλεσμα, οι Ναζί απαγόρευσαν τα βιβλία του, τον απέκλεισαν από τον δημόσιο λόγο και ο Σπένγκλερ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του (πέθανε το 1936) σε πλήρη απομόνωση.
Ο «Φαουστικός Πολιτισμός»:
Ο Σπένγκλερ ονόμασε τον Δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό «Φαουστικό» (Faustian Culture), ο οποίος ξεκίνησε γύρω στον 10ο αιώνα μ.Χ. Ο όρος είναι εμπνευσμένος από τον Φάουστ του Γκαίτε, τον λόγιο που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο με αντάλλαγμα την απεριόριστη γνώση και δύναμη. Τα κύρια χαρακτηριστικά του Φαουστικού Πολιτισμού σύμφωνα με τον Σπένγκλερ είναι:
1. Η εμμονή με το Άπειρο και την Επέκταση: Ενώ ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός (τον οποίο ονόμαζε «Απολλώνιο») αγαπούσε το μέτρο, το όριο και το άμεσα ορατό, η δυτική φαουστική ψυχή χαρακτηρίζεται από μια ακόρεστη δίψα για το άπειρο, το μακρινό και το ανέφικτο.
2. Η Χωροθέτηση και η Κυριαρχία: Αυτό εκφράζεται παντού: στην αρχιτεκτονική (οι γοτθικοί ναοί που τείνουν ασταμάτητα προς τον ουρανό), στις τέχνες (η προοπτική και το βάθος στη ζωγραφική), στην επιστήμη (η ανάγκη να δαμαστούν οι νόμοι του σύμπαντος) και στη γεωπολιτική (η τάση για αποικιοκρατία και παγκόσμια κυριαρχία).
3. Ο Μηχανικισμός και η Τεχνολογία: Ο φαουστικός άνθρωπος είναι κατ’ εξοχήν ο τεχνοκράτης. Αντικαθιστά την οργανική σχέση με τη φύση με μηχανές και ορθολογισμό, προσπαθώντας να υποτάξει τον κόσμο στη θέλησή του.
Ο Σπένγκλερ πίστευε ότι η Δύση έχει αφήσει την άνοιξη και το θέρος (Kultur, της πνευματικής κουλτούρας) και έχει εισέλθει στον «χειμώνα» της (τη φάση του Zivilisation, του τεχνικού/υλικού πολιτισμού). Σε αυτή τη φάση, η πνευματική δημιουργία και η αληθινή ηθική αναζήτηση πεθαίνουν. Τη θέση τους παίρνουν ο στείρος ορθολογισμός, ο θετικισμός, η κυριαρχία του χρήματος και η χειραγώγηση των μαζών μέσα από αφηγήματα, οδηγώντας τον πολιτισμό σε έναν αναπόφευκτο (ντετερμινιστικό) θάνατο.

[8] Ο Ίαν ΜακΓκίλκριστ (Iain McGilchrist, γεννημένος το 1953) είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και επιδραστικές προσωπικότητες της σύγχρονης βρετανικής διανόησης, καθώς συνδυάζει τρεις φαινομενικά ασύνδετες ιδιότητες: είναι ψυχίατρος-νευροεπιστήμονας, φιλόσοφος και φιλόλογος. Ξεκίνησε τις σπουδές του με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Ωστόσο, η ανάγκη του να κατανοήσει βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα τον ώθησε να αλλάξει εντελώς πορεία. Σπούδασε εκ νέου Ιατρική και ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική. Εργάστηκε ως Κλινικός Διευθυντής στα διάσημα ψυχιατρικά νοσοκομεία Maudsley και Bethlem Royal του Λονδίνου, ενώ παράλληλα έκανε έρευνα στη νευροαπεικόνιση (neuroimaging) στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins των ΗΠΑ.  Σήμερα, ζει στο απομονωμένο νησί Σκάι της Σκωτίας, όπου συνεχίζει να συγγράφει.
Ο ΜακΓκίλκριστ έγινε παγκοσμίως γνωστός με το βιβλίο του The Master and His Emissary (Ο Αφέντης και ο Απεσταλμένος του, 2009) και το δίτομο έργο του The Matter with Things (2021). Σε αυτά, ανατρέπει την παλιά, εκλαϊκευμένη θεωρία (ότι το αριστερό ημισφαίριο είναι η «λογική» και το δεξί τα «συναισθήματα») και εισάγει μια νέα επαναστατική υπόθεση: Και τα δύο ημισφαίρια εμπλέκονται σε ό,τι κάνουμε, αλλά παρατηρούν τον κόσμο με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Αριστερό Ημισφαίριο (Ο «Απεσταλμένος»): Εστίαση = Στενή, αναλυτική, επικεντρωμένη στη λεπτομέρεια. Στόχος = Χειραγώγηση, έλεγχος, χρήση εργαλείων. Αντίληψη = Βλέπει τον κόσμο σαν «μηχανή» φτιαγμένη από κομμάτια. Γλώσσα & Σκέψη = Άκαμπτη λογική, κατηγοριοποίηση, βεβαιότητα.
Δεξί Ημισφαίριο (Ο «Αφέντης»): Εστίαση = Ευρεία, σφαιρική, επικεντρωμένη στο πλαίσιο. Στόχος = Κατανόηση του όλου, σύνδεση, ενσυναίσθηση. Αντίληψη = Βλέπει τον κόσμο ως ένα ζωντανό, αλληλεξαρτώμενο δίκτυο. Γλώσσα & Σκέψη = Διαίσθηση, μεταφορά, τέχνη, μύθος, το «ιερό».
Η κεντρική θέση του ΜακΓκίλκριστ είναι ότι για να λειτουργήσει σωστά ο άνθρωπος, το αριστερό ημισφαίριο πρέπει να υπηρετεί το δεξί (εξού και ο τίτλος: ο Απεσταλμένος πρέπει να υπηρετεί τον Αφέντη). Το δεξί ημισφαίριο συλλαμβάνει τη γενική εικόνα της πραγματικότητας, τη στέλνει στο αριστερό για ανάλυση και αποδόμηση και μετά το αριστερό πρέπει να την επιστρέφει στο δεξί για την τελική σύνθεση. Ωστόσο, ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός (ειδικά μετά τον Διαφωτισμό) έχει πάθει μια «νευρολογική εμπλοκή»: έχει αποθεώσει το αριστερό ημισφαίριο. Έχει εγκλωβιστεί στη γραφειοκρατία, τη μηχανιστική σκέψη, τους απόλυτους ορισμούς και τον έλεγχο, αγνοώντας πλήρως τη σοφία, τη διαίσθηση και τη σύνδεση με το όλο που προσφέρει το δεξί ημισφαίριο.
Όταν στο άρθρο αναφέρεται ότι «ο τρόπος που προσανατολίζουμε τη συνείδησή μας καθορίζει τι θα βρούμε», εννοεί πως αν κοιτάμε τον κόσμο μόνο με το αριστερό ημισφαίριο (μηχανιστικά), θα βλέπουμε μόνο εχθρούς, κομμάτια και αδιέξοδα. Αν ενεργοποιήσουμε το δεξί (μέσα από την τέχνη, την ολοκληρωμένη σκέψη ή την εικόνα), ο κόσμος θα ανοίξει και θα αποκτήσει ξανά νόημα.

[9] Ανυπέρβλητα εμπόδια (Impedimenta): Η λέξη impedimenta είναι λατινική και στην αρχαιότητα σήμαινε τις αποσκευές και τα βαριά φορτία που κουβαλούσε ένας στρατός, τα οποία συχνά καθυστερούσαν ή μπλοκάριζαν την πορεία του. Στη φιλοσοφία και την κοινωνική κριτική, ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά ως τροχοπέδη. Αναφέρεται σε πνευματικά «βαρίδια», προκαταλήψεις ή ξεπερασμένα συστήματα σκέψης που κουβαλάμε μαζί μας και τα οποία μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε μπροστά.

[10]  Αποφατική προσέγγιση (Apophatic approach): Πρόκειται για μια μέθοδο που έρχεται από τη φιλοσοφία και, κυρίως, την ορθόδοξη θεολογία (Αποφατισμός). Δηλαδή, αντί να προσπαθείς να ορίσεις κάτι θετικά (λέγοντας τι είναι), το προσεγγίζεις αφαιρετικά, δηλώνοντας τι δεν είναι. Για παράδειγμα, στη θεολογία ο Θεός είναι «άκτιστος» (όχι κτιστός), «ακατάληπτος» (αυτός που δεν χωράει στο μυαλό).
Ο συγγραφέας τη χρησιμοποιεί για να δείξει ότι η δυτική σκέψη έχει την τάση να εγκλωβίζει τα πάντα σε απόλυτους, ορθολογικούς ορισμούς («αυτό είναι σωστό, εκείνο λάθος»). Η αποφατική προσέγγιση αμβλύνει αυτές τις αιχμηρές γωνίες, επειδή αναγνωρίζει ότι η γλώσσα μας έχει όρια και ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο βαθιά από τις λέξεις και τις έννοιες που χρησιμοποιούμε για να την περιορίσουμε.

[11] Η διάσταση του «μεταξύ» (Betweenness): Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στη σύγχρονη φιλοσοφία για να περιγράψει τον δυναμικό χώρο που υπάρχει ανάμεσα σε δύο αντίθετα πράγματα. Η δυτική σκέψη λειτουργεί συχνά με άσπρο-μαύρο (Δύση εναντίον Ανατολής, υποκειμενικό εναντίον αντικειμενικού). Το «μεταξύ» δεν είναι ένας απλός συμβιβασμός ή μια μέση λύση, είναι ένας τρίτος, ενδιάμεσος χώρος σχέσης και επικοινωνίας. Ο συγγραφέας θέλει να δείξει ότι αν σταματήσουμε να οχυρωνόμαστε πίσω από απόλυτα, δογματικά επιχειρήματα, μπορούμε να βρούμε αυτό το «μεταξύ» –ένα κοινό έδαφος– όπου οι διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να συναντηθούν και να συνυπάρξουν, γεφυρώνοντας τις αντιθέσεις τους.

* Ο Alastair Crooke είναι πρώην Βρετανός διπλωμάτης, ειδικός απεσταλμένος επί δεκαετίες για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή, ιδρυτής και διευθυντής του Φόρουμ για τις Συγκρούσεις (Conflicts Forum) με έδρα τη Βηρυτό.

Πηγή: strategic-culture.su