Πολλοί αναρωτιούνται: τι συμβαίνει τελικά με τις ηγεσίες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του γραφειοκρατικού μηχανισμού που την διοικεί; Γιατί όλη αυτή η προσπάθεια να ηττηθεί η Ρωσσία στον πόλεμό της με την Ουκρανία; Γιατί όλα αυτά τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ που πετιόνται σε ένα «βαρέλι χωρίς πάτο», όπως αποδεικνύει συστηματικά αυτός ο πόλεμος;
Πέραν φυσικά των βάσιμων υποψιών και της πληθώρας των ενδείξεων, ότι διαμέσου της Ουκρανίας και του Ζελένσκι, «ξεπλένεται» και μοιράζεται πακτωλός χρημάτων σε αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις, ίσως υπάρχουν και πραγματικά βαθύτερα αίτια που αιτιολογούν αυτήν την «παράδοξη» συμπεριφορά που στρέφεται απ’ ευθείας ενάντια στα συμφέροντα των λαών των χωρών που συναπαρτίζουν την Ε.Ε.
Με βάση τα δεδομένα και το τεράστιο αυτό κόστος του πολέμου, που επιβαρύνει όλους μας, «ένοχες» σκέψεις στροβιλίζουν στο μυαλό του καθενός μας (πχ πόσα έβαλε στην τσέπη ο κος Μητσοτάκης για να κηρύξει τον πόλεμο στη Ρωσσία; Και η… «ψυχοπονιάρα» η Φον Ντερ Λάιεν, μέχρι τελευταίου Ουκρανού… βρήκε την κότα που κάνει το χρυσό αυγό, για την πάρτη της φυσικά). Χωρίς κέρδος κέρατα, γίνεται; Εντάξει δεν έχουμε αποδείξεις. Και πως να έχουμε όταν απέναντι μας βρίσκεται ένας μηχανισμός που συγκαλύπτει τα πάντα που μπορούν να θεωρηθούν «ενοχλητικά»;
Γι’ αυτό κι επειδή δεν είμαστε εισαγγελείς, ας γυρίσουμε πίσω στα βαθύτερα αίτια αυτής της κρίσης. Το πρόβλημα αναδεικνύεται με τη διαπίστωση των ευρωπαϊκών ελίτ, ότι ο γεωγραφικός χώρος που καλύπτουν οι χώρες τους, δεν διαθέτει επαρκείς πόρους προκειμένου να διατηρήσει ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης των πληθυσμών τους και ταυτόχρονα να συντηρήσει ένα επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, έτσι ώστε η «Ευρώπη» να διεκδικεί ένα ικανοποιητικό μερίδιο στον διεθνή καταμερισμό, ως ηγετική δύναμη κι όχι ως παρακολούθημα τρίτων.
Στην εποχή του «κανιβαλισμού»
Η εποχή της αποικιοκρατίας και της σχεδόν δωρεάν μεταφοράς πόρων και πλούτου από την αποικιοκρατούμενη περιφέρεια στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις πέρασε ανεπιστρεπτί.
Η απάντηση των ελίτ υπήρξε μέσω της προσπάθειας για επιτάχυνση της διαδικασίας ενοποιήσεως της Ευρώπης σε μια ενιαία κρατικομονοπωλιακή απολυταρχική οντότητα υπεράνω των εθνών, που θα ευνοούσε τις ισχυρές κεντροευρωπαϊκές χώρες σε βάρος των πιο αδύναμων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας κυρίως του νότου.
Ο «φεντεραλισμός» υπήρξε ως το προκάλυμμα για μια διαδικασία εσωτερικής αποικιοποίησης της Ευρώπης κι εν τέλει κανιβαλισμού της. Μια διαδικασία όμως που σταδιακά ο κανιβαλισμός θα περνούσε και στο εσωτερικό των μεγάλων κεντροευρωπαϊκών χωρών, αφού οι περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα, ότι είχαν να δώσουν το έδωσαν ήδη, κι εν πάση περιπτώσει ήταν και είναι πολύ λίγο για το μέγεθος της ευρωπαϊκής ενώσεως και των αδηφάγων αναγκών της γραφειοκρατίας και των ελίτ που τη στηρίζουν, για να περισσεύει κάτι και για τους υποτελείς λαούς ειδικά της περιφέρειας.
Σε αυτήν ακριβώς τη φάση βρισκόμαστε σήμερα. Στην εποχή του κανιβαλισμού των κοινωνιών και των σπασμωδικών αντιδράσεών τους απέναντι σε ό,τι συμβαίνει σε βάρος τους.
Τα θεμελιώδη δεδομένα
Για να κατανοήσουμε αυτά τα βαθύτερα αίτια της κρίσης, αλλά και της συμπεριφοράς των ηγεσιών σε σχέση με την αντιμετώπισή της, οφείλουμε να κατανοήσουμε τα θεμελιώδη μεγέθη, με τη γεωγραφία να αποτελεί το καθοριστικό μέγεθος.
Οι χώρες της δυτικής Ευρώπης, που αποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσονται σε μια επιφάνεια 4 εκατομμυρίων 233 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων (Km2) στη δυτική πλευρά της μεγάλης ευρασιατικής ηπείρου. Υπολογίζουμε την Ευρώπη ως ξεχωριστή ήπειρο, στην πραγματικότητα όμως, από την πλευρά της γεωγραφίας, είναι η δυτική απόληξη της Ευρασίας, καλύπτοντας μόλις το 7,7% της συνολικής επιφάνειας. Ενώ μόνον το «ευρωπαϊκό» κομμάτι της Ρωσσίας καλύπτει άλλα περίπου 7,9 εκατομμύρια Km2 (το σύνολο της επιφάνειας της Ρωσσικής Ομοσπονδίας ανέρχεται σε 17.100.000 Km2). Ήδη το θεωρούμενο ως ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσσίας είναι σχεδόν διπλάσιας επιφανείας από την επιφάνεια που καλύπτουν οι χώρες της Ε.Ε., ενώ συνολικά η Ε.Ε. καλύπτει «σκάρτα» μόλις το 25% μιας επιφάνειας αντίστοιχης με εκείνη της Ρωσσικής Ομοσπονδίας.
Σε αυτό το μόλις 25% της αντίστοιχης επιφάνειας της Ρωσσίας «συνωστίζεται» ένας πληθυσμός υπερτριπλάσιος εκείνου της Ρωσσίας, ήτοι 452 εκατομμύρια κάτοικοι, έναντι μόλις 145 εκατομμυρίων κατοίκων της Ρωσσίας.
Η μέση πυκνότητα πληθυσμού στην Ε.Ε. ανέρχεται σε 109 άτομα ανά Km2, ενώ στις χώρες του πυρήνα της (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Ιταλία και Αυστρία) η μέση πυκνότητα ξεπερνά τα 196 άτομα/Km2. Αντίστοιχα η μέση πυκνότητα πληθυσμού στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν ξεπερνά τα 8,5 άτομα/Km2.
Επίσης, οι ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο, είναι η τέταρτη σε μέγεθος χώρα του κόσμου, (9,1 εκατομμύρια Km2) υπερδιπλάσια του μεγέθους της Ε.Ε. σε εδαφική επιφάνεια, έχει πληθυσμό περίπου 350 εκατομμύρια, δηλαδή μικρότερο κατά τουλάχιστον 100 εκατομμύρια από εκείνο της Ε.Ε.) και μια μέση πυκνότητα ανά Km2 της τάξης των 38 ατόμων/ Km2, παρά τις έντονες εσωτερικές αντιθέσεις και ανισότητες στην κατανομή του πληθυσμού.
Τέλος η Κίνα (3η σε μέγεθος χώρα του κόσμου και λίγο μεγαλύτερη από τις ΗΠΑ με έκταση 9,6 εκατομμύρια Km2), παρά τον τεράστιο πληθυσμό της, λόγω του μεγέθους της έχει επίσης ελαφρώς μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού από εκείνη των κεντροευρωπαϊκών χωρών (150 άτομα/Km2 έναντι των 196 των κεντροευρωπαϊκών χωρών).
Φαίνεται καθαρά ότι είναι η «Ευρώπη» των 27 χωρών της Ένωσης, που το χαρακτηριστικό της είναι ο υπερπληθυσμός, και η αδυναμία της να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτής την τεράστιας πληθυσμιακής συγκέντρωσης, κυρίως στις κεντροευρωπαϊκές χώρες, η οποία μάλιστα ενισχύεται με τα ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά ρεύματα, τα οποία είναι ανίκανη να ελέγξει.
Διότι επίσης, όσον αφορά στην κατανομή των πόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών, η φύση δεν φαίνεται να στάθηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη απέναντι στο δυτικοευρωπαϊκό τμήμα της μεγάλης Ευρασίας. Αποδεικνύεται, ότι αποτελεί τη φτωχότερη σε πόρους κι εν γένει πλουτοπαραγωγικές πηγές περιοχή, ειδικά εάν συνυπολογίσουμε τους πληθυσμούς και την κατανομή των πόρων σε σχέση με αυτούς. Έτσι οι διαθέσιμοι εγχώριοι πόροι στην περιοχή της Ε.Ε. είναι ανεπαρκέστατοι για να συντηρήσουν ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο στους πολυπληθείς, σε σχέση με το μέγεθος της επιφάνειας της λαούς και ταυτόχρονα η Ε.Ε. να παραμένει ανταγωνιστική σε σχέση με τη Ρωσσία, τις ΗΠΑ και την Κίνα, αλλά και την Ινδία, που ανταγωνίζονται για μεγαλύτερο μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό.
Ειδικά σε σύγκριση με την υπερπλεονασματική Ρωσσία που μπορεί να συντηρεί και να θρέφει πλουσιοπάροχα πενταπλάσιο πληθυσμό από αυτόν που έχει σήμερα, η «Ευρώπη» δεν μπορεί καν να συντηρήσει τον δικό της πληθυσμό, που ταυτόχρονα γερνά ταχύτερα και δέχεται ισχυρά μεταναστευτικά κύματα που είναι αδύνατον να ενσωματωθούν στις υπάρχουσες κοινωνίες.
Οι ΗΠΑ επίσης είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις σε ενέργεια και πρώτες ύλες, ελέγχοντας μάλιστα, σχεδόν συνολικά, το δυτικό ημισφαίριο και μόλις πρόσφατα σε μεγάλο βαθμό τη Γροιλανδία, απέχει μακράν των προβλημάτων έλλειψης πόρων που αντιμετωπίζει η «Ευρώπη». Εάν σε αυτά προσθέσουμε και την κυριαρχία στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τομέα και την μέχρι στιγμής σχετικά «ακλόνητη» θέση του δολλαρίου ως παγκόσμιου μέσου συναλλαγών και αποθεματικού νομίσματος, η «Ευρώπη» δεν είναι απλά ουραγός, αλλά πλήρως εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.
Με την Κίνα, τέλος, κι αυτή να έχει βρει τους δικούς της τρόπους να εξασφαλίζει επαρκή και φθηνή τροφοδότηση σε ενέργεια και πρώτες ύλες της τεράστιας βιομηχανικής της υποδομής και της συνέχισης μιας πρωτοφανούς ανάπτυξης κάθε είδους που οδηγεί την Κίνα δεκαετίες μπροστά σε σχέση με εταίρους και ανταγωνιστές. Και με την «Ευρώπη» να παρακολουθεί ενεή την «κατάκτηση» της εσωτερικής της αγοράς από τα κινεζικά προϊόντα.
Η «Ευρώπη» κανιβαλίζει τον εαυτόν της
Το κενό αυτό και το έλλειμμα σε πόρους της «Ευρώπης» το κάλυπτε μέχρι πριν μερικές δεκαετίες, όπως προελέγχθη, η αποικιοκρατία. Η απάντηση, μετά την σταδιακή κατάργησή της, ήλθε με τη λογική του «δια της ενώσεως η ισχύς». Όμως η «Ευρώπη» παρά ότι εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτόν της ως «λίκνο» του πολιτισμού και των αρχών και αξιών της δημοκρατίας, και παρά το αμαρτωλό της παρελθόν, τα πολλά μέτρα και σταθμά και την μπόλικη υποκρισία που χαρακτηρίζει τις πράξεις της, εξακολουθεί να είναι μια εθνοτικά κατακερματισμένη περιοχή. Με κράτη και έθνη παραδοσιακά ανταγωνιστικά μεταξύ τους, με εντελώς διαφορετικά επίπεδα ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης, με διαφορετικά ήθη, έθιμα, γλώσσες κτλ κτλ. Έτσι η «κοινή αγορά» σχεδιάστηκε ως μια μεγάλη «ρωμαϊκή αρένα» όπου ο ανταγωνισμός των «μονομάχων» ήταν και παραμένει εξοντωτικός. Πράγματι ισχύει ότι όπου αναπτύσσεται το εμπόριο σιγούν τα κανόνια. Ενίοτε όμως και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, το εμπόριο μπορεί να αποδειχθεί καταλληλότερο και αποτελεσματικότερο από τα κανόνια στην «εξόντωση» του αντιπάλου (μην πάει ο νου σας στο… κακό, καμία αιχμή για την… Telecom, την Fraport και τα άλλα ευρωπαϊκά ευαγή ιδρύματα που ήρθαν και μας… ξεβλάχεψαν οριστικά και αμετάκλητα).
Έτσι καλλιεργήθηκε το περιβάλλον για τον «κανιβαλισμό» ειδικά της περιφέρειας της Ε.Ε. που προαναφέρθηκε. Παράλληλα με την ανάπτυξη του εσωτερικού ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά σύμφωνα και με τη «φιλελεύθερη» πεποίθηση, εργαλείο «επιβίωσης» επιλέχθηκε η περίφημη παγκοσμιοποίηση διαμέσου της ελευθερίας διακίνησης εμπορευμάτων, κεφαλαίων και ανθρώπων.
Η παγκοσμιοποίηση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστη το προπύργιο και ο διαπρύσιος κήρυκας της παγκοσμιοποίησης, πιστεύοντας ότι έτσι, λόγω και των άφθονων κεφαλαίων που διέθετε θα μπορούσε να συνεχίσει και να επεκτείνει μάλιστα την εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου και νυν παγκόσμιου νότου. Κι αυτό, μεταφέροντας σταδιακά την βαριά βιομηχανία εκεί που υπήρχαν ακόμη φθηνά εργατικά χέρια και προσβάσιμες φθηνές πρώτες ύλες, κρατώντας στη «μητρόπολη» την κεφαλαιακή διαχείριση με τη συνέχιση, δια αυτού του τρόπου της μεταφοράς πλούτου από την περιφέρεια προς το κέντρο, χωρίς πια τα εμπόδια που θα μπορούσαν να τεθούν από τους «εθνικισμούς» σε αυτήν την «πανδαισία» ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπων μέσα στο παγκόσμιο χωριό υπό την αντίστοιχη διακυβέρνηση.
Όμως πολύ σύντομα αυτό απεδείχθη μια ακόμη αυταπάτη και τα πράγματα πολύ πιο σύνθετα από αυτό που θεωρούσαν οι αφελείς σχεδιαστές επί χάρτου των παγκόσμιων εξελίξεων.
Η παγκοσμιοποίηση λειτούργησε τελικά υπέρ της περιφέρειας.
Μιας περιφέρειας που άρχισε να αναπτύσσεται ταχύρρυθμα, προσφέροντας μεν φθηνά εργατικά χέρια και φθηνές πρώτες ύλες στις ελεγχόμενες από τις δυτικές πολυεθνικές εταιρίες που εγκατέστησαν στο έδαφος των χωρών της περιφέρειας όλες τις βαριές (και ρυπογόνες) βιομηχανίες, αλλά αυτές οι χώρες απέκτησαν γρήγορα και τεχνογνωσία και κατάλληλες υποδομές, για να προχωρήσουν και να αναπτυχθούν σχετικά αυτοδύναμα από τις μητροπόλεις της δύσης. Οι οποίες μητροπόλεις, χάνοντας σιγά – σιγά, το παραγωγικό τους δυναμικό, κατέστησαν «πελάτες» και «καταναλωτές» των ταχέως αναπτυσσόμενων νέων βιομηχανικών χωρών στον παγκόσμιο νότο, με προεξάρχουσα βεβαίως την Κίνα, αντιστρέφοντας έτσι τη ροπή μεταφοράς πλούτου από το «κέντρο» πλέον προς την περιφέρεια, που αρχίζει δειλά – δειλά να λειτουργεί ως το νέο «κέντρο» που «μαγνητίζει» κεφάλαια και πλούτο!
Η ευρωπαϊκή «αφασία» και το δίλημμα σε σχέση με τη Ρωσσία
Εάν αυτό άρχισε να γίνεται αντιληπτό από τους Αμερικανούς, οι οποίοι ξεκίνησαν την προσπάθεια ανατροπής αυτής της πορείας προς την παρακμή και την υποβάθμιση της θέσης τους στον παγκόσμιο καταμερισμό, ανεξάρτητα εάν αυτή η προσπάθεια εκφράζεται σήμερα με τον αλλοπρόσαλλο τρόπο του Τράμπ και του MAGA, ή θα είναι επιτυχής. Στην Ευρώπη φαίνεται ότι οι ελίτ και οι γραφειοκρατίες κοιμούνται ακόμη τον ύπνο του δικαίου.
Μάλλον έχουν αντιληφθεί γενικά τι συμβαίνει, αλλά αρνούνται να το δεχθούν. Είναι η αλαζονεία και η βαθιά πίστη στην ανωτερότητά τους απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, που τους εμποδίζει να δουν την πραγματικότητα επιλέγοντας σωστά μπροστά στο μεγάλο δίλημμα.
Και το δίλημμα αυτό προκύπτει τόσο από τη σπανιότητα των ίδιων πόρων της Ε.Ε., όσο και την αδυναμία πλέον των «παραδοσιακών» οδών μεταφοράς πλούτου από την περιφέρεια προς τις μητροπόλεις του κέντρου.
Η μόνη λύση που έχει απομείνει για τις κεντροευρωπαϊκές κυβερνήσεις και την ελεγχόμενη από αυτές γραφειοκρατία των Βρυξελλών, είναι η εκμετάλλευση των άφθονων πόρων που βρίσκονται στο απέραντο έδαφος της Ρωσσικής Ομοσπονδίας. Βρίσκονται κοντά, σχεδόν δίπλα, είναι άφθονες, σχεδόν ατελείωτες και ως εκ τούτου πάμφθηνες.
Υπάρχει όμως ένας «κόφτης», ένα σοβαρό εμπόδιο. Οι πόροι αυτοί και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ανήκουν σε ένα κράτος μεγάλο, με αυτοκρατορικό παρελθόν και ιστορία, κι ενώ δεν θα είχε την παραμικρή αντίρρηση να εφοδιάζει τη δύση και ειδικά τις χώρες της Ε.Ε. με φθηνή ενέργεια και κάθε είδους πρώτες ύλες, αφού κερδίζει από αυτές, δεν είναι όμως διατεθειμένο να τις αφήσει να λεηλατηθούν από τον οποιονδήποτε τρίτο.
Έτσι οι «Ευρωπαίοι» είχαν να επιλέξουν μεταξύ δύο οδών σε σχέση με τη Ρωσσία.
Ή, να συνεργαστούν όσο πιο στενά γίνεται μαζί της, ως πραγματικοί εταίροι, δείχνοντας εμπιστοσύνη και να εξασφαλίσουν έτσι φθηνή ενέργεια και πόρους μέσω της «ενσωμάτωσης» της Ρωσσίας στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Κάτι που η Ρωσσία φαίνονταν να το επιθυμούσε σφόδρα τα πρώτα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και μέχρι πρόσφατα.
Ή, να προσπαθήσουν να υπονομεύσουν την ενότητα της Ρωσσικής Ομοσπονδίας και κατά τη γνωστή μέθοδο του «διαίρει και βασίλευε» να λεηλατήσουν τους πόρους της. Οι δύο προσπάθειες που προηγήθηκαν δηλαδή με τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ, και δια του πολέμου, απέτυχαν οικτρά και κατάφεραν να ισχυροποιήσουν περισσότερο τη Ρωσσία.
Τώρα ίσως αυτό να επιτυγχάνονταν δια της ήπιας ισχύος, ή με επίθεση, περικύκλωση, φθοροποιό κατατριβή μέσω «proxy» κι εν τέλει διάλυση.
Πράγματι, η Ρωσσική Ομοσπονδία και λόγω της τεράστιας έκτασης που καταλαμβάνει, έχει μια έντονα πολυεθνική, πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική κοινωνία. Καταμετρώνται πάνω από 190 διαφορετικές εθνοτικές ομάδες στο έδαφός της. Έτσι, κατά τους «δυτικούς» και όχι μόνον, υπάρχει τεράστιο περιθώριο υπονόμευσης, αποσάθρωσης κι εν τέλει διάλυσης της Ρωσσικής Ομοσπονδίας (αποαποικιοποίηση είναι ο καινοφανής όρος που χρησιμοποιείται πρόσφατα), μέσω της μόχλευσης κάθε είδους αποσχιστικών κινημάτων στο εσωτερικό της χώρας.
Κατά μια έννοια και ο πόλεμος στην Ουκρανία προήλθε από τέτοια μόχλευση του αποσχιστικού και άκρως εθνικιστικού κινήματος στο εσωτερικό της Ουκρανίας με τον χαρακτηρισμό του πολέμου ως εμφυλίου να μην μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά. Είχαν προηγηθεί οι δύο πόλεμοι στην Τσετσενία, Η κρίση στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία, με την Γεωργία, οι τρομοκρατικές επιθέσεις κτλ.
Η πρώτη οδός της στενής συνεργασίας και της από κοινού ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού «οικοδομήματος», κατά τη ρήση του Ντε Γκολ από τα Ουράλια έως τον Ατλαντικό (τώρα από το Βλαδιβοστόκ μέχρι τον Ατλαντικό), μολονότι είχε το πλεονέκτημα τόσο της αποδοχής των Ρώσσων, όσο και, κατά κύριο λόγο, την άπλετη προσφορά φθηνής ενέργειας και κάθε είδους αναγκαίου πόρου συνολικά για την ευρωπαϊκή οικονομία, προκαλούσε αναφυλαξία στις ελίτ των κεντροευρωπαϊκών χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Διότι, η Ρωσσία με το μέγεθος, τον πλούτο και του ενός από τους πιο μορφωμένους και τεχνικά καταρτισμένους λαούς στον κόσμο, που αριθμεί μάλιστα παραπάνω από το άθροισμα των πληθυσμών της Γερμανίας και της Γαλλίας μαζί, θα ήταν πολύ λογικό και παραπάνω από βέβαιο, ότι θα επικρατούσε ως κυρίαρχος παράγοντας στο εσωτερικό της Ένωσης. Φέρνοντας, έτσι, τις παραδοσιακές ηγετικές δυνάμεις σε υποδεέστερη μοίρα να τσακώνονται μεταξύ τους για τη δεύτερη και τρίτη θέση. Κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό από τις ίδιες. Να έχουμε, δηλαδή, αντί τη γερμανική Ευρώπη (ήτοι την 4η στη σειρά «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» -Ράιχ, που με συνέπεια οικοδομείται για σχεδόν 80 χρόνια υπό την Ευρωπαϊκή Ένωση που γνωρίζουμε), τη νέα μεγάλη… Ρωσσική «Αυτοκρατορία» να εκτείνεται μεταξύ των δύο μεγάλων ωκεανών του πλανήτη, και κάθετα από τον Αρκτικό ωκεανό στη Μεσόγειο θάλασσα.
Στην πράξη η διακύβευση και η διελκυστίνδα γύρω από αυτήν αφορά στον έλεγχο αυτού που ονομάστηκε «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Εάν θα παραμείνει αποκλειστικά υπόθεση των γερμανικών φύλων και των αγγλοσαξόνων ως επικυρίαρχων, ή ο έλεγχος θα περάσει στους κατέχοντες τον εκ της γης πλούτο, πλην «κατωτέρων φυλετικά» ως Σλάβων, Ρώσσων!
Υπάρχει, λοιπόν, σοβαρός λόγος που κρύβεται πίσω από τη «ρωσοφοβία» και τον υποκρυπτόμενο ρατσισμό. Δεν φοβούνται τη Ρωσσία, ότι θα τους κατακτήσει στρατιωτικά, αλλά ότι θα τους πνίξει «στοργικά» στην αγκαλιά της δια μέσου του ίδιου πλούτου που εποφθαλμιούν να της αρπάξουν, και αυτή τους τον προσφέρει περίπου γενναιόδωρα για να τους «υποτάξει», εάν δεν της επιτεθούν οι ίδιοι για να την αποδυναμώσουν με κάθε τρόπο.
Σε αυτό ήλθε να προστεθεί και η πάγια θέση των ΗΠΑ, η οποία συνίσταται στο να αποτρέψει πάση θυσία την ένωση της Γερμανίας, ή της γερμανικής Ευρώπης με τη Ρωσσία σε μια Σούπερ Υπερδύναμη, που κανείς δεν θα μπορούσε να την ανταγωνιστεί. Εξ άλλου αυτός ήταν ο σκοπός της δημιουργίας του ΝΑΤΟ καθ’ ομολογίαν του ίδιου του πρώτου του γενικού γραμματέα Λόρδου Ισμέι, που περιέγραψε τον σκοπό της δημιουργίας της βορειοατλαντικής συμμαχίας με την περίφημη φράση «Να κρατά τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω».
Αναφορικά με το κράτημα των Ρώσσων έξω φαίνεται ότι συνέπιπταν και συμπίπτουν τα συμφέροντα, με βάση τις πεποιθήσεις και τον τρόπο που αυτά γίνονται αντιληπτά από τους ίδιους, τόσο των ΗΠΑ, όσο και των ελίτ των κεντροευρωπαϊκών χωρών.
Έτσι, μπροστά στο δηλητηριώδες αυτό δίλημμα, εάν η «Ευρώπη» θα «υποταχθεί» και θα γίνει παρακολούθημα της Μεγάλης Ρωσσίας, ή τον πόλεμο, την καταστροφή κι εν τέλει δια της φθοράς την εσωτερική αποσάθρωση και διάλυση (αποαποικιοποίηση) της Ρωσσικής Ομοσπονδίας πριν γίνει «Μεγάλη», επιλέχθηκε η σύγκρουση και ο πόλεμος, σχεδόν ως μονόδρομος και χωρίς δυνατότητα επιστροφής.
Το ιστορικό του διαφαινόμενου στρατηγικού αδιεξόδου
Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν όπως τα σχεδίασαν οι εμπνευστές τους.
Πράγματι τα πρώτα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, παρά τις υποσχέσεις περί μη επέκτασης του ΝΑΤΟ ανατολικά κτλ, η συλλογική δύση πέραν της οικονομικής διεισδύσεώς της στο εσωτερικό της Ρωσσίας, άρχισε να επεκτείνεται ανατολικότερα. Χτύπησε τον «ορθόδοξο» άξονα στήριξης της Ρωσσίας, σπάζοντας τη «σπονδυλική» της στήλη στα Βαλκάνια μέσω της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Ενώ αργότερα μέσω της χρεοκοπίας και των μνημονίων μετέτρεψαν την Ελλάδα στο απόλυτο υποχείριό τους. Δεν επιλέχθηκε τυχαία η Ελλάδα στον ρόλο που της ανατέθηκε στον πόλεμο κατά της Ρωσσίας, που εάν διατηρούσε στοιχειώδη ελευθερία επιλογών δεν θα τον αναλάμβανε ποτέ αυτόν τον ρόλο. Ταυτόχρονα μόχλευσε κάθε δυνατότητα αναταραχής και δημιουργίας προβλημάτων στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσσικής Ομοσπονδίας στον Καύκασο. Μόχλευση αποσχιστικών κινημάτων και τρομοκρατίας στη Τσετσενία με δύο αιματηρότατους πολέμους μέχρι το 2010. Και αντίστοιχες παρεμβάσεις στη Γεωργία, αλλά και όπου αλλού θα μπορούσε να είναι αυτό δυνατόν.
Όμως παρά τις αρχικές επιτυχίες, η Ρωσσία μετά από μια δεκαετία πραγματικής συντριβής, κατάφερε από το 2000 και μετά, να σταθεί στα πόδια της και να ανακτά τις δυνάμεις της. Έτσι, από το 2008 προειδοποίησε τη «δύση» για τις «κόκκινες» γραμμές της και ζήτησε την καθιέρωση ενιαίας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη που θα κάλυπτε πλήρως και τα δικά της ζωτικά συμφέροντα. Οι «δυτικοί» αδιαφόρησαν πλήρως για τις ανησυχίες και τις αιτιάσεις της Ρωσσίας και απροκάλυπτα προχώρησαν στο πραξικόπημα της πλατείας Μεϊντάν στη Ουκρανία το 2014. Η Ρωσσία απάντησε με την προσάρτηση της Κριμαίας και την μόχλευση του αποσχιστικού κινήματος των ρωσσόφωνων πληθυσμών στο Ντονμπάς. Κι επειδή για τους Ρώσσους το Ντονμπάς, η Κριμαία, η Χερσόνα, η Ζαπορόζιε, ακόμη και το Χάρκοβο και η Οδησσός δεν κείνται μακράν!
Εκεί ακριβώς το 2014 φάνηκε καθαρά ότι η υφήλιος έμπαινε σε μια κρίσιμη θερμή φάση ενός ακήρυχτου πλην εξελισσόμενου πολέμου μεταξύ της συλλογικής δύσης και του αναδυόμενου «νέου κόσμου», όπου η Κίνα και η Ρωσσία παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Έτσι φτάσαμε, διαμέσου διαφόρων σταθμών στο 2022 και την «εισβολή» της Ρωσσίας στην Ουκρανία, αφού ήταν πλέον σε όλους φανερό ότι η Ουκρανία χρησιμοποιούνταν ως η αιχμή του δόρατος για την υπονόμευση και τη φθορά της Ρωσσίας.
Η «συλλογική» δύση δεν άφησε έξοδο διαφυγής στη Ρωσσία. Ήθελε διακαώς τον πόλεμο και τον προκάλεσε δημιουργώντας τα μεγαλύτερα δυνατά αδιέξοδα στη ρωσσική εξωτερική πολιτική και μάλιστα απέναντι σε ρωσσικούς πληθυσμούς που κατοικούν σε περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν «πάτρια εδάφη».
Η δύση ηθέλησε τον πόλεμο, διότι θεώρησε, κρίνοντας με τα δικά της μέτρα και σταθμά, ότι η Ρωσσία δεν θα μπορούσε να αντέξει μια αναμέτρηση σε βάθος χρόνου με την επιβολή μάλιστα εξοντωτικών κυρώσεων σε βάρος της.
Ήλπιζε ότι η ρωσσική οικονομία θα κατέρρεε, εάν όχι μέσα σε μερικές εβδομάδες, εντός ολίγων μηνών. Έτσι το μέλημά της ήταν να αντέξει η Ουκρανία, ώστε να αναγκαστεί η Ρωσσία σε υποχώρηση. Που με τη σειρά της η υποχώρηση αυτή και ο ετεροβαρής συμβιβασμός που θα υποχρεώνονταν να αποδεχθεί η Ρωσσία, θα προκαλούσε μαζί με την οικονομική κρίση, εσωτερική αναταραχή στη Ρωσσία, κατάρρευση του «πουτινικού» καθεστώτος, πιθανή ανάληψη της εξουσίας από φιλοδυτικές δυνάμεις, οι οποίες θα διευκόλυναν τη διάσπαση της Ρωσσικής Ομοσπονδίας σε κομμάτια και θα καθιστούσαν πλέον εύκολη τη λεηλασία των πόρων της.
Δυστυχώς, για τη δύση και κυρίως για την «Ευρώπη», τα γεγονότα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά. Η οικονομία της Ρωσσίας όχι μόνον δεν κατέρρευσε, αλλά οι κυρώσεις τη βοήθησαν να αναπτύξει γρήγορα την εσωτερική της παραγωγή και την οδήγησαν στην ανάκτηση της αγοράς της από εγχώρια προϊόντα. Τα θεμελιώδη μεγέθη, που συνήθως η σημασία τους υποβαθμίζεται από τους αναλυτές, είναι που λειτουργούν καταλυτικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Τεσσεράμισι χρόνια πολέμου και η Ρωσσία εξακολουθεί να έχει ένα από τα μικρότερα δημόσια χρέη στον κόσμο κι ένα εμπορικό πλεόνασμα της τάξης των 150 εκατομμυρίων δολλαρίων τον χρόνο. Τέτοια επιτυχία οι δυτικές κυρώσεις!
Αντίθετα με τις προβλέψεις και τις προσδοκίες κι ενώ η Ρωσσία αναπτύσσεται, η «Ευρώπη» πληρώνει πανάκριβη την ενέργεια στους Αμερικανούς κι άλλους προμηθευτές και δια μέσου αυτών την ίδια τη Ρωσσία, αλλά και κάθε άλλο πόρο και πρώτη ύλη (πχ λιπάσματα) και ταυτόχρονα η ζημιά είναι διπλή. Και είναι διπλή αφού η Ε.Ε. πέραν της ενέργειας και των λοιπών πόρων που πληρώνει πανάκριβα, έχασε μια μεγάλη αγορά της τάξης των 150 εκατομμυρίων ανθρώπων με αυξανόμενες τις καταναλωτικές τους ανάγκες, όπως είναι η ρωσσική αγορά. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν που η «Ευρώπη» βυθίζεται στην ύφεση και την παρακμή, με τον πληθωρισμό να τρώει τα εισοδήματα και με τις κοινωνίες των επιμέρους κρατών να δυσανασχετούν και να διαμαρτύρονται ολοένα και πιο έντονα.
Ταυτόχρονα στα πεδία των μαχών τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά για την επιχείρηση, με τη Ρωσσία να δείχνει εξαιρετικά ανθεκτική στην πολεμική φθορά και σταδιακά να κερδίζει εδάφη, με εμφανείς τεράστιες δυνατότητες αναπλήρωσης απωλειών, που οι αντίστοιχες δυνατότητες των Ουκρανών μειώνονται συν τω χρόνω, παρά την απίθανα μεγάλη κάθε είδους βοήθεια από τους δυτικούς.
Οι Αμερικανοί έχοντας βγει μέχρι στιγμής κερδισμένοι από την υπόθεση του ουκρανικού, πουλώντας πανάκριβα οπλικά συστήματα στους Ευρωπαίους, κρατούν απόσταση ασφαλείας από τις εξελίξεις, παριστάνοντας τον ειρηνευτικό διαμεσολαβητή, αφήνοντας την επερχόμενη ήττα να την εισπράξουν ολόκληρη οι Ευρωπαίοι.
Οι τελευταίοι βρίσκονται μπροστά σε ένα πραγματικό στρατηγικού χαρακτήρα αδιέξοδο.
Η καταστροφική επιλογή του πολέμου
Επέλεξαν τον πόλεμο, επειδή πέραν των υπολοίπων, μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών ελίτ χαρακτηρίζονται από έντονο ρεβανσισμό απέναντι στη Ρωσσία εξ αιτίας της ήττας στο Β’ΠΠ.
Έτσι, δεν χρειάστηκε να το πολυσκεφθούν, το μίσος και ο ρεβανσισμός, μαζί με το συμφέρον, όπως το αντιλαμβάνονται οι ίδιοι μέσω της υφαρπαγής και της λεηλασίας των ρώσσικων πόρων, όπως και η φαινόμενη ευκολία διάλυσης της πολυεθνικής Ρωσσικής Ομοσπονδίας, βάζοντας μπροστά τους «πρόθυμους» Ουκρανούς, τους οδήγησε να επιλέξουν τον πόλεμο.
Μια καταστροφική επιλογή που μετά τόσα χρόνια αποδεικνύει ότι έκαναν τραγικό λάθος.
Δεν τους βγαίνει!
Ηττώνται στο έδαφος. Η Ρωσσία αντί να αποδυναμώνεται, ενισχύεται. Αντίθετα είναι η Ευρώπη που «σαπίζει» εσωτερικά, που βυθίζεται στην οικονομική δυσπραγία, στην πολιτική και κοινωνική παρακμή. Πληρώνουν πανάκριβα την ενέργεια και τις πρώτες ύλες και έχασαν επιπρόσθετα μια αγορά 150 εκατομμυρίων.
Χειρότερα κι από το «Νόμο του Μέρφυ» τα πράγματα για τους Ευρωπαίους δεν θα μπορούσαν να πάνε ποτέ τόσο χειρότερα, απ’ ό,τι έχουν πάει στη σχέση τους με τη Ρωσσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Επί της ουσίας δεν τους έχει μείνει επιλογή. Τι να πουν τώρα στους δικούς τους λαούς; Ότι έκαναν λάθος;
Μέχρι πότε θα μπορούν να προσποιούνται ότι η Ρωσσία χάνει τον πόλεμο και οι ίδιοι παραμένουν κυρίαρχοι του παιχνιδιού;
Να παραδεχθούν την ήττα; Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν;
Και μετά δεν θα υπάρξει καταλογισμός ευθυνών; Ποιος θα αποζημιώσει την Ουκρανία που καταστρέφεται; Ο νικητής, ή αυτός που από απρονοησία προκάλεσε έναν πόλεμο που δεν μπορούσε να κερδίσει;
Η στάση των Αμερικανών
Ποντάρουν στους Αμερικανούς, αλλά αυτοί δεν έχουν λόγο να συρθούν στον «βούρκο» που τους παρασύρουν οι σύμμαχοί τους στην Ευρώπη. Έχουν κάθε λόγο να βλέπουν τα πράγματα με διαφορετικά «γυαλιά» από εκείνα των Ευρωπαίων.
Στα 250 χρόνια της ύπαρξης του αμερικανικού κράτους, η σχέση του με τη Ρωσσία ήταν σχεδόν πάντα φιλική και συνεργατική. Η Ρωσία, μάλιστα, έχει βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αρκετές κρίσιμες στιγμές της ιστορίας τους, με τις σημαντικότερες να εντοπίζονται κατά τον Αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μόνον την περίοδο μετά τον Β’ΠΠ και με το πρόσχημα του κομμουνισμού υπήρξε αντιπαλότητα, μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων που σχηματοποιήθηκαν με τη λήξη του πολέμου, που έχει αφήσει φυσικά τα σημάδια της ακόμη και σήμερα στην αμερικανική ιθύνουσα τάξη, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη ρωσοφοβία των Ευρωπαίων, στηριγμένη σε παραδοσιακή αντιπαλότητα αιώνων και στον ρεβανσισμό από τον Β’ΠΠ. Οι Αμερικανοί διαβλέπουν ότι με τους Ρώσσους έχουν να κερδίσουν κάνοντας business αντί πόλεμο και ταυτόχρονα καθιστούν έτσι τη Ρωσσία τουλάχιστον ουδέτερο παράγοντα σε σχέση με την Κίνα που θεωρούν ότι είναι ο κύριός τους αντίπαλος και ανταγωνιστής.
Κι εδώ στη θέση των Αμερικανών απέναντι στον πόλεμο με αντίπαλο τη Ρωσσία, οι Ευρωπαίοι έκαναν λάθος υπολογισμούς. Δεν πίστεψαν ότι δεν θα είχαν τους Αμερικανούς στο πλευρό τους παρά μόνον στη περίπτωση γρήγορης και ασφαλούς επικράτησης και νίκης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι Αμερικανοί, όντας μακρυά έναν ολόκληρο ωκεανό, θα έβρισκαν τρόπους να αποφύγουν την άμεση ζημιά, αφήνοντας τους συμμάχους τους εκτεθειμένους.
Οι Αμερικανοί μόνον ένα μέλημα έχουν για τη Ρωσσία, αντιλαμβανόμενοι ότι οι Ρώσσοι ως υπεραυτάρκεις σε μια τεράστια αραιοκατοικημένη έκταση, που είναι δύσκολο ακόμη και για τον πλήρη έλεγχο των συνόρων της, δεν έχουν λόγο, αλλά ούτε και μπορούν να επιδιώξουν επέκταση. Από τη φύση και τη θέση της η Ρωσσία δεν μπορεί να είναι «ιμπεριαλιστική»! Συνεπώς, δεν έχουν λόγους να ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ, παρά μόνον να συνεργάζονται μαζί τους για κοινό όφελος.
Οι Αμερικανοί θέλουν τη Ρωσσία έξω από την Ευρώπη σύμφωνα με το Νατοϊκό δόγμα και ταυτόχρονα ουδέτερη ως προς την Κίνα, δηλαδή, «έξω» και από την Κίνα. Για να μην αποκτήσουν πανίσχυρο αντίπαλο με τη δημιουργία στην Ευρασία προς δυσμάς μιας υπερ-υπερδύναμης με κορμό τη Ρωσσία και τη Γερμανία, είτε αντίστοιχα προς ανατολάς με κορμό τη Ρωσσία και την Κίνα. Αυτό «τρέμουν» και θα κάνουν τα πάντα για να το αποτρέψουν!
Αφού οι Αμερικανοί διαπιστώνουν ότι η φθορά της Ρωσσίας δια της διαιώνισης του πολέμου δεν βγάζει πουθενά, παρά μόνον στέλνει τη Ρωσσία ολοένα και περισσότερο στην αγκαλιά της Κίνας, είναι απολύτως λογικό και αναμενόμενο, και το βλέπουμε να εξελίσσεται με βραδείς ρυθμούς μπροστά στα μάτια μας, οι Αμερικανοί να γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τους Ευρωπαίους αφήνοντάς τους να βράζουν στο ζουμί τους. Έτσι κι αλλιώς οι τελευταίοι δεν έχουν να πάνε κάπου. Πάλι τον «κώλο» του Τράμπ, ή όποιου άλλου στη θέση του, θα γλύψουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του Προέδρου των ΗΠΑ.
Το στρατηγικό αδιέξοδο που οδηγεί στη διάλυση της ευρωένωσης
Η στρατηγική επιλογή της κατατριβής της Ρωσσίας δια του πολέμου με proxy την Ουκρανία (που οι Αμερικανοί είχαν τουλάχιστον την ειλικρίνεια και την ευθύτητα να το παραδεχθούν δια στόματος του υπουργού τους των εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο), οδήγησε σήμερα σε αυτό, επίσης στρατηγικού χαρακτήρα, αδιέξοδο. Διότι δεν υπάρχει πλέον οδός διαφυγής ούτε πισωγυρίσματος, ενώ υποχρεώνει τις χώρες που έκαναν αυτήν την επιλογή και συνολικά την Ε.Ε. να συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο της σύγκρουσης, ενώ χάνουν κατά κράτος, απομονώνονται σταδιακά διεθνώς, αιμορραγούν οικονομικά, φτωχοποιούνται συστηματικά και αποσαθρώνονται κοινωνικά στο εσωτερικό τους.
Η μόνη προοπτική που μπορούν να ελπίζουν και πιέζουν γι’ αυτό κάθε πλευρά, είναι η εκεχειρία και το πάγωμα της σύγκρουσης, έτσι ώστε από τη μια να μπορούν να ισχυρίζονται ότι δεν έχασαν τον πόλεμο, απλά σταμάτησαν την επιθετικότητα της «αρκούδας» και στη συνέχεια να περιμένουν μια καλύτερη ευκαιρία στο μέλλον για να αντεπιτεθούν, έχοντας φροντίσει για τον επανεξοπλισμό τους.
Μια προοπτική βέβαια που για να υλοποιηθεί χρειάζεται την αφελή αποδοχή της Ρωσσίας στο «πάγωμα» της σύγκρουσης.
Η Ρωσσία, ως μέχρι προσώρας νικήτρια της σύγκρουσης, δεν έχει κανέναν λόγο να δεχθεί κάτι τέτοιο, αντίθετα έχει κάθε λόγο να τελειώσει τη «δουλειά» και να επιβάλλει τους όρους της για μια συνολική «αρχιτεκτονική» ασφαλείας στην Ευρώπη. Μια «αρχιτεκτονική» ασφαλείας, που θα λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν τα συμφέροντα και τις ανάγκες στο διηνεκές για ασφάλεια της Ρωσσικής Ομοσπονδίας. Αδιέξοδο, λοιπόν, για την «Ευρώπη» και αναφορικά με αυτήν την προοπτική.
Για τις ηγεσίες της «Ευρώπης» και τη γραφειοκρατία στις Βρυξέλλες υπάρχουν δύο εκδοχές. Είτε αντιλαμβάνονται τι πραγματικά συμβαίνει και βρίσκονται σε απελπισία, αντιδρώντας σπασμωδικά, είτε ως αλαζόνες δεν καταλαβαίνουν βυθισμένοι στις μεγάλες αυταπάτες τους και βρίσκονται σε αφασία, λειτουργώντας ανάλογα.
Και στις δύο περιπτώσεις, είτε της απελπισίας, είτε της αφασίας, η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη. Το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εξαιρώντας τη Ρωσσία και έχοντας την απέναντί της, μέσα από τα στρατηγικά αδιέξοδα που δημιουργεί αυτή η εξαίρεση, καθεύει προς την πλήρη αποτυχία του. Και οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διάλυση της ευρωένωσης. Φυσικά μέσω μιας μακρόσυρτης, πολύχρονης ενδεχομένως, και εξαιρετικά επώδυνης για τους λαούς διαλυτικής διαδικασίας.
Πρώτη δημοσίευση του άρθρου στην ιστοσελίδα του Όθωνα Κουμαρέλλα Αιρετικές Ιδέες.
Ο Όθων Κουμαρέλλας είναι Αρχιτέκτονας – Μηχανικός, πολιτικός και οικονομικός αναλυτής και συγγραφέας με πλούσια πολιτική και οικονομική αρθρογραφία, διαχειριστής της ιστοσελίδας hereticalideas.gr.

Αφήστε ένα σχόλιο