Η νίκη της Αριστεράς ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την κατοικία, τη δημοκρατική εντολή και το κοινωνικό κράτος
του Αλέξανδρου Σταθακιού,*
Κοινωνιολόγου, Θεολόγου, Λειτουργού Πρόληψης των Εξαρτήσεων
Στο Βερολίνο η Die Linke κέρδισε τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου με 25,3%. Στο κέντρο της καμπάνιας της δεν βρισκόταν μια αφηρημένη υπόσχεση για «αλλαγή», αλλά ένα ερώτημα που φτάνει κάθε μήνα στο τραπέζι της κουζίνας: πόσο από το εισόδημά μας καταπίνει το ενοίκιο; Η πρότασή της για κοινωνικοποίηση κατοικιών που ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες ανακινεί μια παλιά και επίκαιρη σύγκρουση. Ποιος αποφασίζει για μια πόλη: οι άνθρωποι που ζουν σε αυτήν ή η απαίτηση να παραμένει πάντοτε ασφαλής η απόδοση της επένδυσης;
Η νίκη αυτή δεν σημαίνει ότι η στεγαστική κρίση λύθηκε. Σημαίνει όμως ότι ένα κοινωνικό αίτημα, που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν ως ανεφάρμοστο, έγινε κεντρική εκλογική επιλογή. Και μας υποχρεώνει να δούμε πέρα από το Βερολίνο: τι είδους Ευρώπη υπερασπιζόμαστε όταν λέμε πως φοβόμαστε για το μέλλον της;
Το ενοίκιο ως πολιτική απόφαση
Η ιστορία δεν άρχισε στην κάλπη. Το 2021 οι Βερολινέζοι ψήφισαν υπέρ της κοινωνικοποίησης κατοικιών μεγάλων στεγαστικών εταιρειών. Το δημοψήφισμα ζητούσε να εκπονηθεί νομοθετική πρόταση. Ακολούθησαν νομικές διαφωνίες, καθυστερήσεις και αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς. Το αίτημα όμως δεν εξαφανίστηκε. Οι ενοικιαστές, οι συλλογικότητες και η δημόσια αντιπαράθεση το κράτησαν ζωντανό έως ότου επέστρεψε με εκλογική ισχύ.
Η κοινωνικοποίηση αφορά έναν τεράστιο αριθμό κατοικιών και απαιτεί αποζημίωση, χρηματοδότηση, διοικητική ικανότητα και σαφείς κανόνες διαχείρισης. Μια σοβαρή πρόταση οφείλει να εξηγεί πώς θα συνυπολογιστούν τα υπερκέρδη από τα ενοίκια, αν η αποζημίωση μπορεί να καταβληθεί με μακροχρόνια ομόλογα. Η δίκαιη αποζημίωση δεν είναι λευκή επιταγή για μεταφορά ολόκληρου του κόστους στους πολίτες. (Μαζί με το ερώτημα πόσο δίκαιη είναι η κερδοσκοπία πάνω στη λαϊκή στέγη, όταν αυτή εμφανίζεται ως κίνητρο για την προσέλκυση επενδυτών.)
Ακόμη και αν η μεταφορά προχωρήσει, δεν αρκεί η αλλαγή του τίτλου ιδιοκτησίας. Ποιος θα διοικεί τις κατοικίες; Πώς θα εκπροσωπούνται οι ένοικοι; Ποιο μέρος των εσόδων θα συντηρεί τα κτίρια και ποιο θα δημιουργεί νέες προσιτές κατοικίες; Πώς θα εμποδιστεί μια δημόσια εταιρεία να λειτουργήσει αύριο με την ίδια λογική που σήμερα καταγγέλλουμε; Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες για τους ειδικούς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνική υπόσχεση αποκτά διάρκεια και μπορεί να ελεγχθεί από τους ανθρώπους που αφορά.
Η αντίδραση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς φώτισε ακριβώς αυτή τη σύγκρουση. Εξήγγειλε ομοσπονδιακή νομοθετική παρέμβαση για να εμποδιστούν τέτοιες κοινωνικοποιήσεις, επικαλούμενος και το μήνυμα που πρέπει να σταλεί στους διεθνείς επενδυτές. Όμως η προστασία των επενδυτικών προσδοκιών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως απάντηση που τελειώνει τη δημοκρατική συζήτηση πριν αρχίσει.
Ποια Ευρώπη θυμόμαστε;
Συχνά μιλάμε για την Ευρώπη σαν να υπήρξε μια αδιάκοπη ιστορία ειρήνης, ελευθερίας και κοινωνικής προστασίας. Η πραγματικότητα είναι πιο τραχιά. Η μεταπολεμική οικοδόμηση γεννήθηκε μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο, την πυρηνική απειλή και τις αποικιακές συγκρούσεις. Είχε μέσα της την κοινή αγορά, αλλά και την επιλογή να τεθούν ορισμένοι πόροι του πολέμου, όπως ο άνθρακας και ο χάλυβας, σε κοινή διαχείριση. Το κοινωνικό κράτος δεν χαρίστηκε από τις συνθήκες. Κατακτήθηκε με συνδικάτα, κόμματα και κοινωνικές συγκρούσεις.
Ο Βίλι Μπραντ με την Ostpolitik έδειξε ότι η ύφεση και η επικοινωνία είχαν νόημα ακριβώς επειδή υπήρχε κίνδυνος. Σήμερα οι απειλές είναι επίσης πραγματικές. Η ασφάλεια όμως τείνει να περιγράφεται όλο και περισσότερο με όρους εξοπλισμών, ενώ η ασφάλεια της κατοικίας, της υγείας και του εισοδήματος υποχωρεί στη γλώσσα του «δημοσιονομικού κόστους». Η Ευρώπη δεν θα γίνει ασφαλής αν οι κάτοικοί της φοβούνται κάθε λογαριασμό, μια ασθένεια ή την επόμενη ανανέωση του μισθωτηρίου τους.
Μια ήπειρος που επενδύει στην πολεμική κυριαρχία για να ανεβάσει τη βιομηχανία της και ονομάζει κίνδυνο τους εκατέρωθεν και πολύμορφους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, αλλά αφήνει την κατοικία και τη φροντίδα να γίνουν προνόμια, θα δυσκολευτεί να πείσει τους πολίτες της ότι υπερασπίζεται πράγματι τη ζωή τους. Η ασφάλεια έχει πρώτα από όλα κοινωνικό περιεχόμενο· χωρίς αυτό, η λέξη αδειάζει.
Η Susan Strange ονόμασε ήδη από τη δεκαετία του 1980 «καζινοκαπιταλισμό» ένα σύστημα όπου η κίνηση κεφαλαίων και οι χρηματοπιστωτικές προσδοκίες περιορίζουν τις επιλογές εκλεγμένων κυβερνήσεων. Οι αγορές έχουν ισχύ, αλλά δεν είναι εκλογικό σώμα: δεν διαθέτουν ισότιμη ψήφο ούτε λογοδοτούν όπως οι δημόσιοι θεσμοί. Όταν η αντίδρασή τους αναγορεύεται σε φυσικό νόμο, η πολιτική επιλογή μεταμφιέζεται σε τεχνική αναγκαιότητα. Αυτό το όριο δοκιμάζεται σήμερα στο Βερολίνο.
Η εντολή χρειάζεται κοινωνική δύναμη
Εμείς στην Ελλάδα γνωρίζουμε πόσο επώδυνο είναι το χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική εντολή και στην εφαρμογή της. Το «Όχι» του δημοψηφίσματος του 2015 δεν κατήργησε την έλλειψη ρευστότητας, τους συσχετισμούς στην Ευρωζώνη ή την ανάγκη μιας επεξεργασμένης εναλλακτικής. Η μετέπειτα συμφωνία άφησε σε πολλούς την αίσθηση ότι η ψήφος τους δεν μπορούσε τελικά να αλλάξει την πορεία. Δεν χρειάζεται να ξαναδικάσουμε σε μία παράγραφο εκείνη τη σύγκρουση. Χρειάζεται να πάρουμε στα σοβαρά το πολιτικό τραύμα που άφησε.
Μια λαϊκή εντολή είναι αναγκαία. Δεν είναι μαγικό ραβδί. Χρειάζεται σχέδιο για το κόστος, τους θεσμικούς περιορισμούς, τις διεθνείς δεσμεύσεις και την επόμενη ημέρα. Κυρίως χρειάζεται κοινωνία οργανωμένη: να στηρίζει, να ελέγχει, να διορθώνει και να πιέζει όταν η κυβέρνηση υποχωρεί. Στο Βερολίνο η στεγαστική διεκδίκηση πέρασε από υπογραφές και γειτονιές, από δημοψήφισμα και νομική επεξεργασία, πριν μετατραπεί σε εκλογική νίκη. Η αντοχή της δεν εξαρτήθηκε από μία Κυριακή.
Εδώ κρύβεται μια δύσκολη διαφορά ανάμεσα στην ανάθεση και στη συμμετοχή. Μια κυβέρνηση μπορεί να εκλεγεί με ένα καθαρό πρόγραμμα και παρ’ όλα αυτά να βρεθεί αντιμέτωπη με δικαστήρια, διοικητικές αδυναμίες, χρηματοπιστωτική πίεση και ισχυρά συμφέροντα. Αν οι πολίτες έχουν περιοριστεί στον ρόλο του θεατή, κάθε υποχώρηση μοιάζει μοιραία. Αν υπάρχουν συλλογικές οργανώσεις, γνώση των μέτρων και δημόσιος έλεγχος, η εντολή αποκτά διάρκεια πέρα από την κάλπη. Αυτό δεν εξαλείφει τις ήττες· αλλά δίνει στην κοινωνία τη δυνατότητα να μάθει από αυτές και να επιμείνει.
Το ίδιο ερώτημα διαπερνά τις γερμανικές διαμάχες για τις συντάξεις, την υγεία και τη φροντίδα. Το κοινωνικό κράτος έχει κόστος και η δημογραφική γήρανση δημιουργεί πιέσεις. Αλλά η λέξη «μεταρρύθμιση» δεν μας λέει ποιος θα σηκώσει το βάρος. Ο εργαζόμενος που έχει καταβάλει εισφορές επί δεκαετίες; Ο ασθενής που περιμένει πρόσβαση σε γιατρό; Η οικογένεια που φροντίζει έναν άνθρωπο στο σπίτι; Ή τα υψηλά εισοδήματα, τα κέρδη και η περιουσία; Το κοινωνικό κράτος μοιράζει κινδύνους και, μαζί τους, πραγματική ελευθερία.
Από τις μεγάλες λέξεις στη ζωή
Για την ευρωπαϊκή Αριστερά το μάθημα είναι απαιτητικό. Δεν αρκεί να καταγγέλλει τον νεοφιλελευθερισμό ή να υπόσχεται μια διαφορετική Ευρώπη. Οφείλει να πει τι ακριβώς θα αλλάξει στην καθημερινή ζωή: σπίτι, ρεύμα, νερό, τροφή, μετακίνηση, σχολείο, υγεία, αξιοπρεπής εργασία, ελεύθερος χρόνος. Και έπειτα να απαντήσει στις δύσκολες ερωτήσεις: με ποιο μέτρο, από ποιους πόρους, με ποια κοινωνική συμμαχία και με ποια προετοιμασία απέναντι στην αντίδραση όσων χάνουν ισχύ;
Έτσι ο πολίτης μπορεί να ελέγξει την υπόσχεση. Μειώθηκε το ενοίκιο; Βελτιώθηκε η πρόσβαση στην περίθαλψη; Προστατεύτηκε ο πραγματικός μισθός; Ποιος πλήρωσε και ποιος ωφελήθηκε; Ο ριζοσπαστισμός δεν μετριέται από την ένταση της διακήρυξης, αλλά από τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να διακρίνει τον στόχο, το κόστος και το αποτέλεσμα.
Αυτή η ακρίβεια δεν μικραίνει το πολιτικό όραμα. Του δίνει έδαφος. Όταν λες «δημόσιο συμφέρον», δείξε ποια κατοικία θα γίνει προσιτή και με ποιον κανόνα. Όταν λες «κοινωνική δικαιοσύνη», πες ποιο εισόδημα θα προστατευθεί, πώς θα χρηματοδοτηθεί η προστασία και ποιος θα λογοδοτήσει αν αποτύχει. Διαφορετικά, οι μεγάλες λέξεις γίνονται εύκολη λεία για όσους παρουσιάζουν κάθε υφιστάμενη ανισότητα ως αναπόφευκτη.
Η Ευρώπη που αξίζει να υπερασπιστούμε δεν υπήρξε ποτέ άφθαρτος παράδεισος. Είναι η δυνατότητα να φτιάχνουμε την ειρήνη πολιτικά, να μοιραζόμαστε κοινωνικούς κινδύνους και να βάζουμε όρια στην οικονομική ισχύ. Είναι, πάνω απ’ όλα, μια δημοκρατία στην οποία οι εκλογές μπορούν να ανοίγουν πραγματικές επιλογές. Το Βερολίνο δεν προσφέρει εγγυημένο τέλος στην ιστορία. Μας θυμίζει όμως πως η ιστορία δεν τελείωσε: όταν ένα αίτημα ριζώνει στην καθημερινότητα και αποκτά οργάνωση, ακόμη και το ενοίκιο μπορεί να γίνει υπόθεση δημοκρατίας.
* Ο Αλέξανδρος Δ. Σταθακιός είναι Κοινωνιολόγος, Θεολόγος, Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Λειτουργός Πρόληψης των Εξαρτήσεων στο Κέντρο Πρόληψης Π.Ε. Σάμου και Αντιπρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης.
Αφήστε ένα σχόλιο