Η ετοιμοθάνατη αποικιοκρατία αναβιώνει στους διεθνείς συνασπισμούς της νεοαποικιοκρατίας. Αυτοί οι συνασπισμοί ανταγωνιστικών οργανισμών αντανακλούν τον παγκόσμιο χαρακτήρα που έχει αποκτήσει το χρηματοπιστωτικό μονοπώλιο υπό την κυριαρχία του ισχυρότερου ιμπεριαλισμού, αυτού της Αμερικής.
Κουάμε Νκρούμαχ, «Νεοαποικιοκρατία: Το Τελευταίο Στάδιο του Ιμπεριαλισμού»[1]
Μέρος 3 από 3 Μέρη. Δείτε εδώ το 1ο και 2ο Μέρος
του Owen Anderson
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
DD Geopolitics, 26/07/2026

Αγρότες οργώνουν τη γη για σπορά, Άνω Βόλτα (Μπουρκίνα Φάσο), μέσα της δεκαετίας του 1970. Η λεζάντα γράφει: «Καθαρό πόσιμο νερό, τρία γεύματα την ημέρα, μια κλινική, ένα σχολείο και ένα απλό αλέτρι. Αυτά εξακολουθούν να αποτελούν στοιχεία μιας ιδανικής ζωής που εκατομμύρια Μπουρκιναμπέζοι δεν έχουν ακόμη επιτύχει».
Όπως είδαμε, η ανάλυση που καταθέτουν η Δρ. Μπετίνα Ένγκελς και το Jacobin και στα δύο εν λόγω άρθρα, δεν αφήνει απολύτως κανένα περιθώριο για τις συγκεκριμένες πολιτισμικές ιδιομορφίες που υφίστανται τόσο στο εσωτερικό της Μπουρκίνα Φάσο ως έθνους, όσο και, πολύ περισσότερο, στην περιοχή του Σαχέλ. Ακόμη και αν κάποιοι από εμάς, που ζούμε σε δυτικές χώρες, έχουμε ηθικές και δεοντολογικές επιφυλάξεις για ορισμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις, η εκτίμηση της εφαρμογής τους πρέπει να προκύπτει μέσα από την κατανόηση του πλαισίου στο οποίο αυτές γεννιούνται.
Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Ένγκελς, η κυβέρνηση του Τραορέ – υπό το έξυπνο προσωπείο του «Σανκαρισμού»- δεν προβαίνει σε περιορισμένες μεταρρυθμίσεις για να καταστείλει τη λαϊκή αναταραχή. Το να ισχυρίζεται κανείς κάτι τέτοιο δείχνει μια θεμελιώδη παρανόηση των αντικειμενικών συνθηκών στις οποίες βρίσκεται η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Μπουρκίνα Φάσο. Για τους Μπουρκιναμπέζους, ο Σανκάρα αντιπροσωπεύει πράγματι την αντίσταση και την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον — όμως ο Σανκάρα από μόνος του δεν είναι η Επανάσταση της Μπουρκίνα Φάσο και το ίδιο θα πρέπει να γίνει κατανοητό και για τον Τραορέ.
Ο Τομά Σανκάρα πιθανότατα θα ζούσε ακόμη σήμερα, αν δεν είχε δολοφονηθεί από τον επί χρόνια φίλο του και υποστηριζόμενο από το ΝΑΤΟ προδότη, Μπλεζ Κομπαορέ — που τώρα απολαμβάνει ανενόχλητος την εξορία του στην Ακτή Ελεφαντοστού (τη χώρα από την οποία προέρχονται πολλοί από τους συνωμότες του πραξικοπήματος!). Ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο έχει συμβιβαστεί με τις συνέπειες του θανάτου του Σανκάρα. Η άρνηση αυτού του γεγονότος σημαίνει αγνόηση της επώδυνης περιόδου της πρόσφατης ιστορίας της χώρας από το 1987 έως το 2014, κατά την οποία ο Κομπαορέ επανέφερε πολλές από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που το επαναστατικό κίνημα του Σανκάρα είχε καταργήσει.
Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι η Ένγκελς, στο άρθρο της στο Jacobin, αναφέρεται στον Κομπαορέ απλώς ως «τον άνθρωπο που ανέτρεψε [τον Σανκάρα]»—παραγνωρίζοντας εντελώς το βαθμό στον οποίο οι εγκεκριμένες από τη Δύση πολιτικές του Κομπαορέ ανέτρεψαν πολλά από τα επαναστατικά κεκτημένα της εργατικής τάξης της Μπουρκίνα Φάσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.[2]
Η Επανάσταση της Μπουρκίνα Φάσο συνεχίζει να ζει χωρίς τον Σανκάρα — και όχι αποκλειστικά μέσα από την εικόνα του Τραορέ που φορά τον κόκκινο μπερέ, αλλά μέσα από το γεγονός ότι η κυβέρνησή του δίνει τη δυνατότητα στον λαό της Μπουρκίνα Φάσο να εκφράσει την αυτοδιάθεσή του. Το λαϊκό κίνημα που ανάγκασε τον προδότη Κομπαορέ να διαφύγει στην εξορία το 2014 συνδέεται άρρηκτα με τα γεγονότα που βλέπουμε σήμερα. Παρόλα αυτά, το κλασικό δυτικό σφάλμα να αποδίδεται η ζωτική δύναμη ενός λαϊκού εργατικού κινήματος στο εμβληματικό χάρισμα ενός μόνο ανθρώπου ή μιας ομάδας ανθρώπων αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο έργο της Ένγκελς και του Jacobin.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραορέ όχι μόνο κόβει τους εναπομείναντες δεσμούς της Μπουρκίνα Φάσο με τον δυτικό κόσμο, αλλά επανεπενδύει απευθείας πόρους στην εγχώρια οικονομία για να πετύχει απτά οφέλη για τους εργαζόμενους της χώρας: παρέχοντας γη, τρακτέρ, λεωφορεία, φορτηγά, λιπάσματα, τσιμέντο και άλλα εργαλεία υποδομής. Ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο στερήθηκε εσκεμμένα αυτά τα αναγκαία αγαθά από τα δυτικά αποικιοκρατικά συμφέροντα και για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκεί που σφάλλουν οι δυτικοί «αριστεροί» είναι ότι, αντί να αποδώσουν αυτή τη στέρηση στην κληρονομιά της νεοαποικιοκρατίας, συμπεραίνουν ότι οφείλεται κυρίως στις «αυταρχικές», «συντηρητικές» ή «οπισθοδρομικές» τάσεις που επιδεικνύουν λαοφιλείς ηγέτες όπως ο Τραορέ.
Ενσαρκώνοντας το φετίχ της καθαρότητας,[3] η Ένγκελς ουσιαστικά μετατοπίζει την ευθύνη για την καταπίεση του λαού της Μπουρκίνα Φάσο από τους πραγματικούς δυνάστες του — τις δυτικές πολιτικοοικονομικές ελίτ που διευκολύνουν και διαιωνίζουν το σύστημα του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού — και την εναποθέτει στο λαϊκό επαναστατικό κίνημα που προσπαθεί ενεργά να αποκρούσει μια βίαιη, αποικιοκρατική πολιορκία.
Επιπλέον, το φετίχ της καθαρότητας, έτσι όπως εφαρμόζεται στην περίπτωση της Μπουρκίνα Φάσο από την Ένγκελς και το Jacobin, οδηγεί στην εντύπωση ότι εργατικές φιγούρες όπως ο Τραορέ εμφορούνται από τις ίδιες αξίες με τις άπληστες και διψασμένες για εξουσία ελίτ που εργάζονται ενεργά για να τους υπονομεύσουν και να τους καταστρέψουν. Οι απτές υλικές αλλαγές που βιώνει η Μπουρκίνα Φάσο από τότε που ο Τραορέ ανέλαβε την εξουσία το 2022 (όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος) χρησιμεύουν ως περίτρανη απόδειξη για το αντίθετο.
Όπως είπε ο ίδιος ο Σανκάρα στην ομιλία του για τον «Πολιτικό Προσανατολισμό» το 1983: «Ο ιμπεριαλισμός είναι παντού. Μέσα από την κουλτούρα που διαδίδει, μέσα από την παραπληροφόρηση που διαχέει, μας κάνει να σκεφτόμαστε σαν αυτόν, μας αναγκάζει να υποταχθούμε σε αυτόν και να συμβιβαστούμε με όλους τους ελιγμούς του. Για όνομα του Θεού, πρέπει να σταθούμε εμπόδιο στον ιμπεριαλισμό… Ο ιμπεριαλισμός είναι αυτός που δολοφόνησε τους Λουμούμπα,[4] τους Καμπράλ[5] και τους Κουάμε Νκρούμαχ». Αν η Μπουρκίνα Φάσο υπό τον Τραορέ ενεργούσε σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα «καθαρότητας», όπως λένε η Ένγκελς και το Jacobin ότι θα έπρεπε να κάνει, πιθανότατα θα προστίθετο και αυτός στη μακρά λίστα των θυμάτων του ιμπεριαλισμού, όπως τόσο μοιραία συνέβη στον Σανκάρα το 1987.[6]

Κατασκευή κτιρίου διαμερισμάτων στο κέντρο της Ουαγκαντούγκου, 1985.
Μια άλλη αδύναμη πρόφαση που τονίζεται στις περισσότερες αναλύσεις δυτικής προέλευσης για την Μπουρκίνα Φάσο είναι η καταδικαστέα πολιτική της να επιδιώκει μια στρατηγική εταιρική σχέση με τη Ρωσία. Τα περισσότερα δυτικά μέσα ενημέρωσης αδράχνουν την ευκαιρία για να επισημάνουν την παρουσία ρωσικών σημαιών σε συγκεντρώσεις στην Ουαγκαντούγκου και συμβάσεων με ρωσικές μεταλλευτικές εταιρείες. Ελάχιστοι, έως κανένας, αναρωτιούνται γιατί η Μπουρκίνα Φάσο δεν θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να κάνει δουλειές με όποιον επιλέγει, όπως ακριβώς κάνει και η αμερικανική αυτοκρατορία.
Παρομοίως, παραμένει στο απυρόβλητο η προηγούμενη ολοκληρωτική ιδιοκτησία της μεταλλευτικής βιομηχανίας της Μπουρκίνα Φάσο από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά, προτού τελικά εκδιωχθούν το 2023. Οι δυτικές εταιρείες έλεγχαν πολύ μεγαλύτερο μέρος της μεταλλευτικής βιομηχανίας της Μπουρκίνα Φάσο πριν από το 2023 από ό,τι οι ρωσικές σήμερα. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή μια τέτοια κριτική θα απαιτούσε την αναγνώριση ότι τα ρωσικά συμβόλαια που τις αντικατέστησαν είναι πιο δίκαια για τον λαό της Μπουρκίνα Φάσο, περιλαμβάνοντας όρους όπως η υποχρέωση των ρωσικών μεταλλευτικών εταιρειών να προσλαμβάνουν προσωπικό από τον τοπικό πληθυσμό (χάρη σε έναν νόμο του 2023 που ψηφίστηκε από τη λαϊκή συνέλευση) και να αποδίδουν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στο κράτος της Μπουρκίνα Φάσο. Τέτοιες διαμαρτυρίες κατά της Μπουρκίνα Φάσο μυρίζουν παλαιό, ψυχροπολεμικής εποχής αντικομμουνιστικό συναίσθημα, το οποίο, όπως αρχίζουν να συνειδητοποιούν πολλές από τις νεότερες γενιές του κόσμου, δεν έχει καμία βάση στην πραγματικότητα.
Μια ενδελεχής ανάλυση της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ προπαγάνδας που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σχετικά με την Μπουρκίνα Φάσο, ξεσκεπάζει διάφορες τάσεις που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική/ιμπεριαλιστική άρχουσα τάξη. Η Ένγκελς και το Jacobin, εφαρμόζοντας το φετίχ της καθαρότητας στην ανάλυσή τους, παίρνουν ως βάση τα δυτικά αστικά πρότυπα και προσδοκίες για το επαναστατικό εγχείρημα του αφρικανικού έθνους. Αγνοούν εντελώς την περίπλοκη πολιτισμική ιστορία της περιοχής του Σαχέλ, εκείνη της Μπουρκίνα Φάσο ως ενός σχετικά νεοσύστατου εθνικού εγχειρήματος, καθώς και τις πολύ απτές υλικές βελτιώσεις που έχει δει ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο από τότε που ο Τραορέ ανέλαβε την εξουσία το 2022.
Στην περίφημη ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη το 1984, ο Τομά Σανκάρα απευθύνει την ακόλουθη έκκληση προς τον δυτικό κόσμο:
Δεν έχω την αξίωση να εκθέσω εδώ κάποιο δόγμα. Δεν είμαι ούτε μεσσίας, ούτε προφήτης. Δεν κατέχω καμία αλήθεια. Η μόνη μου φιλοδοξία είναι διπλή: πρώτον, να μπορέσω να μιλήσω εξ ονόματος του λαού μου, του λαού της Μπουρκίνα Φάσο, με λόγια απλά, λόγια ξεκάθαρα και βασισμένα στα γεγονότα. Και δεύτερον, με τον δικό μου τρόπο, να μιλήσω επίσης εξ ονόματος του «μεγάλου απόκληρου λαού του κόσμου», εκείνων που ανήκουν στον κόσμο που τόσο ειρωνικά βαφτίστηκε Τρίτος Κόσμος. Και να δηλώσω, παρότι δεν ελπίζω να γίνω κατανοητός, τους λόγους της εξέγερσής μας… Η χώρα μου ξεχειλίζει από όλες τις συμφορές των λαών του κόσμου, μια επώδυνη σύνθεση όλων των δεινών της ανθρωπότητας, αλλά επίσης —και πάνω απ’ όλα— από την υπόσχεση του αγώνα μας. Γι’ αυτό η καρδιά μου χτυπά φυσικά για λογαριασμό των αρρώστων που αναζητούν με αγωνία στον ορίζοντα μια επιστήμη που μονοπωλείται από τους εμπόρους όπλων.[7]
Τόσο ο Σανκάρα — μέσα από την επαναστατική του κληρονομιά, διανθισμένη με μια ευγλωττία όπως αυτή που παρατίθεται παραπάνω — όσο και ο Τραορέ, μέσα από τις καθημερινές του πράξεις, καθιστούν σαφές ένα πράγμα: ως δυτικοί παρατηρητές, η γνώμη και η ανάλυσή μας για την Επανάσταση στη Μπουρκίνα Φάσο είναι, σε τελική ανάλυση, άσχετη. Στο τέλος, είναι ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο και μόνο — όχι όσοι ζουν στη χώρα των διεθνών εμπόρων όπλων — που αποφασίζει για τη νομιμότητα αυτής της φάσης του αντιιμπεριαλιστικού του αγώνα.
Η Ένγκελς και κατ’ επέκταση το Jacobin, φαίνεται να απορρίπτουν, πάνω απ’ όλα, τους δημιουργικούς τρόπους με τους οποίους η κυβέρνηση του Τραορέ έχει ελιχθεί μέσα στο ναρκοπέδιο της σύγχρονης νεοαποικιοκρατίας, έτσι όπως αυτή υφίσταται σήμερα. Αυτοί οι ελιγμοί υπήρξαν ουσιαστικής σημασίας για τη διατήρηση της αυτοδιάθεσης της Μπουρκίνα Φάσο ως εθνικά κυρίαρχης χώρας (ως υφίσταται σήμερα). Και οι σημερινές πολυάριθμες εισβολές της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ Δύσης σε άλλους πολιτισμούς ανά τον κόσμο θα έπρεπε να χρησιμεύουν ως απόδειξη αυτού του γεγονότος.

Συγκέντρωση στην Οροντάρα, στην επαρχία Κενεντούγκου, κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Η λεζάντα γράφει: «Η Επανάσταση της Μπουρκίνα Φάσο είναι κτήμα των λαών της Αφρικής. Μόνο η επανάσταση θα τους επιτρέψει να απελευθερωθούν από τη νεοαποικιακή και ιμπεριαλιστική επικυριαρχία».
Στο μνημειώδες έργο του 1965 «Νεοαποικιοκρατία: Το Τελευταίο Στάδιο του Ιμπεριαλισμού», ο επαναστάτης παναφρικανιστής και πρώτος Πρόεδρος του κυρίαρχου έθνους της Γκάνας, Κουάμε Νκρούμαχ, στηρίζει «το επιχείρημα υπέρ μιας οικονομικής ανάπτυξης σχεδιασμένης σε ηπειρωτική κλίμακα, έτσι ώστε όλα τα [αφρικανικά] κράτη να μπορούν να επωφεληθούν από την εκβιομηχάνιση και άλλες βελτιώσεις που καθίστανται δυνατές μέσω μιας ενιαίας κατεύθυνσης».[8] Όπως κι ο Σανκάρα, ο Νκρούμαχ τόνιζε πάντα το γεγονός ότι μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρης της Αφρικής — μιας βαλκανοποιημένης ηπείρου που υφίσταται τα ισχυρότερα πλήγματα από τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία στα χέρια των δυτικών ελίτ.
Ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο, παρά τα επιχειρήματα που προβάλλουν δυτικοί «αριστεροί» μέσα από το βήμα γνωστών εντύπων όπως το Jacobin, δεν αποτελεί εξαίρεση. Με τον Τραορέ, όπως είδαμε, ο λαός της Μπουρκίνα Φάσο αντιπροσωπεύει το προπύργιο ενάντια στην νεοαποικιοκρατία στην Αφρική, αυτή τη γενοκτονική δύναμη την οποία ο Νκρούμαχ χαρακτηρίζει ως «την κινητήριο δύναμη της εξουσίας, την κατεύθυνση των πολιτικών που στέκονται ενάντια στο επερχόμενο κύμα ελευθερίας των υποδουλωμένων λαών της Αφρικής και του κόσμου».[9] Χθες, η εργατική τάξη του παρελθόντος της Μπουρκίνα Φάσο ήταν καθηλωμένη έχοντας μόνο την τσάπα για να οργώνει τα χωράφια της. Σήμερα και αύριο, με την αναζωογόνηση της Επανάστασης από τον Τραορέ —και τη μηχανή— η αυτοδιάθεση και η απελευθέρωση για τον λαό της Μπουρκίνα Φάσο διαφαίνονται επιτέλους ξανά στον ορίζοντα.
Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:
[1] Ο Κουάμε Νκρούμαχ (Kwame Nkrumah, 1909–1972) ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Γκάνας και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του Παναφρικανισμού. Οδήγησε τη χώρα του στην ανεξαρτησία από τη Βρετανία το 1957. Ίδρυσε το Κόμμα Σύμβασης με το Λαό (CPP) το 1949. Κέρδισε τις εκλογές και έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Γκάνας το 1957. Το 1960 έγινε πρόεδρος της χώρας. Εφάρμοσε σοσιαλιστικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις και έχτισε μεγάλα έργα υποδομής.
Ανατράπηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα το 1966 με την υποστήριξη της CIA, ενώ βρισκόταν σε διπλωματική αποστολή στο Βιετνάμ. Μετά το πραξικόπημα, ο Κουάμε Νκρούμαχ κατέφυγε στη Γουινέα, όπου ο πρόεδρος Σεκού Τουρέ τον ανακήρυξε επίτιμο συμπρόεδρο. Το 1972 ασθένησε σοβαρά και πέθανε νοσηλευόμενος στο Βουκουρέστι.
Ήταν ο κυριότερος εκφραστής της ιδέας για μια ενωμένη Αφρική και ιδρυτικό μέλος του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας το 1963. Στο εμβληματικό του βιβλίο, «Νεοαποικιοκρατία: Το τελευταίο στάδιο του ιμπεριαλισμού» (1965), εξήγησε πώς οι δυτικές δυνάμεις ελέγχουν τις πρώην αποικίες μέσω της οικονομίας και των δανείων, παρά την τυπική πολιτική τους ανεξαρτησία.
[2] Ο Κομπαορέ δεν ανέτρεψε «πολλά από τα επαναστατικά κεκτημένα», τα ανέτρεψε σχεδόν όλα. Δείτε υποσημείωση 3 του Μέρους Ι.
[3] Garrido, Carlos L. The Purity Fetish and the Crisis of Western Marxism. Midwestern Marx Publishing Press, 2024.
[4] Ο Πατρίς Λουμούμπα (Patrice Lumumba, 1925-1961) ήταν ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός του ανεξάρτητου Κονγκό (1960). Έγινε παγκόσμιο σύμβολο της αντίστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
[Το Κονγκό του Λουμούμπα είναι η σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με πρωτεύουσα την Κινσάσα. Μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από τον Λουμούμπα ονομαζόταν Βελγικό Κονγκό, με όλη τη φρικιαστική ιστορία της βελγικής αποικιοκρατίας. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Λουμούμπα ονομαζόταν Δημοκρατία του Κονγκό. Ο δικτάτορας Μομπούτου μετονόμασε τη χώρα σε Ζαΐρ. Από την ανατροπή του Μομπούτου το 1997 η χώρα ονομάζεται Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη διπλανή Δημοκρατία του Κονγκό, με πρωτεύουσα τη Μπραζαβίλ, που αποτελεί μικρότερη χώρα στα δυτικά της ΛΔ Κονγκό και πρώην Γαλλική αποικία. Οι δύο χώρες χωρίζονται από τον ποταμό Κονγκό, κατοικούνται όμως από τις ίδιες φυλετικές εθνότητες και μιλούν ίδιες γλώσσες.]
Ο Λουμούμπα γεννήθηκε πάμπτωχος στο Βελγικό Κονγκό. Εργάστηκε ως ταχυδρομικός υπάλληλος και υπάλληλος ζυθοποιίας, ενώ παράλληλα αναδείχθηκε σε χαρισματικό ρήτορα. Ίδρυσε το Εθνικό Κονγκολέζικο Κίνημα (MNC). Οδήγησε τη χώρα στην ανεξαρτησία από το Βέλγιο τον Ιούνιο του 1960. Στον ιστορικό του λόγο την ημέρα της ανεξαρτησίας, παρουσία του Βέλγου βασιλιά, κατήγγειλε δημόσια τις φρικαλεότητες και τον ρατσισμό της αποικιοκρατίας. Οραματιζόταν ένα ενωμένο Κονγκό, πλήρως ανεξάρτητο, που θα είχε τον έλεγχο του τεράστιου ορυκτού του πλούτου (ουράνιο, χρυσός, κοβάλτιο).
Μόλις 12 εβδομάδες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ανατράπηκε από πραξικόπημα. Η βελγική κυβέρνηση και η αμερικανική CIA ενορχήστρωσαν την πτώση του, καθώς τον θεωρούσαν απειλή για τα οικονομικά τους συμφέροντα και φοβούνταν προσέγγισή του με την ΕΣΣΔ. Συνελήφθη από τις δυνάμεις του πραξικοπηματία Μομπούτου και παραδόθηκε σε αντάρτες της επαρχίας Κατάνγκα (που υποστηρίζονταν από το Βέλγιο). Στις 17 Ιανουαρίου 1961, αφού βασανίστηκε άγρια, εκτελέστηκε από απόσπασμα υπό βελγική διοίκηση. Για να μην γίνει ο τάφος του τόπος προσκυνήματος, Βέλγοι αξιωματικοί τεμάχισαν το πτώμα του και το διέλυσαν μέσα σε θειικό οξύ. Το μόνο που διασώθηκε ήταν ένα χρυσό δόντι που κράτησε ως «τρόπαιο» ένας Βέλγος αστυνομικός, το οποίο επιστράφηκε επίσημα στην οικογένειά του από το Βέλγιο μόλις το 2022.
[5] Ο Αμίλκαρ Καμπράλ (Amílcar Cabral, 1924–1973) ήταν γεωπόνος, διανοούμενος, ποιητής και ο θεωρητικός αρχιτέκτονας του απελευθερωτικού αγώνα της Γουινέας-Μπισάου και του Πράσινου Ακρωτηρίου ενάντια στην αποικιοκρατία της Πορτογαλίας. Γεννήθηκε στη Γουινέα-Μπισάου. Σπούδασε γεωπονία στη Λισαβόνα, όπου ήρθε σε επαφή με άλλους αντιαποικιοκράτες διανοούμενους της Αφρικής. Το 1956 ίδρυσε το Αφρικανικό Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πράσινου Ακρωτηρίου (PAIGC). Μετά τη βίαιη καταστολή μιας απεργίας εργατών από τους Πορτογάλους το 1959, ο Καμπράλ συνειδητοποίησε ότι η ειρηνική διαμαρτυρία δεν αρκούσε. Οργάνωσε έναν εξαιρετικά επιτυχημένο ανταρτοπόλεμο στην ύπαιθρο, καταφέρνοντας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές στοχαστές του 20ού αιώνα. Στα γραπτά του τόνιζε ότι η αληθινή απελευθέρωση δεν είναι απλώς η εκδίωξη των αποικιοκρατών, αλλά η πολιτισμική επανασύνδεση του λαού με τις ρίζες του και η πλήρης αναδόμηση της κοινωνίας.
Στις 20 Ιανουαρίου 1973, ο Καμπράλ πυροβολήθηκε και έπεσε νεκρός έξω από το σπίτι του στο Κόνακρι της Γουινέας (όπου βρισκόταν το αρχηγείο του κινήματος). Ο άνθρωπος που τράβηξε τη σκανδάλη ήταν ο Ινοσένσιο Κάνι, ένα δυσαρεστημένο στέλεχος του ίδιου του του κινήματος (PAIGC). Η συνωμοσία είχε καθοδηγηθεί και χρηματοδοτηθεί από την PIDE (την τρομερή μυστική αστυνομία του φασιστικού καθεστώτος της Πορτογαλίας), η οποία ήθελε να εξοντώσει τον Καμπράλ για να σταματήσει την κατάρρευση των αποικιών της. Παρά το γεγονός ότι ο Καμπράλ δολοφονήθηκε, το έργο του δεν σταμάτησε. Μόλις λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1973, η Γουινέα-Μπισάου διακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία της, την οποία η Πορτογαλία αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το 1974 μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων και την πτώση της δικτατορίας στη Λισαβόνα.
[6] Sankara, Thomas. Ομιλίες του Τομά Σανκάρα: Η Επανάσταση της Μπουρκίνα Φάσο, 1983-1987. Pathfinder Books, 2007. σελ. 55.
[7] Όπως παραπάνω, σελ. 162-171.
[8] Nkrumah, Kwame. Neo-Colonialism: The Final Stage of Imperialism. PANAF Books, 2009. σελ. 27.
[9] Όπως παραπάνω, σελ. 36.
Πηγή: DD Geopolitics
Αφήστε ένα σχόλιο