«Ο ιμπεριαλισμός, προσπαθώντας να διασωθεί απέναντι στον αντιαποικιακό αγώνα των καταπιεσμένων μαζών, παρουσίασε τη νεοαποικιοκρατία στις μάζες. Νεοαποικιοκρατία σημαίνει ανίσχυρη ορατότητα.[1] Βλέπεις έναν Αφρικανό πρόεδρο, αλλά ολόκληρη η χώρα ελέγχεται από τη Γαλλία ή το Βέλγιο ή την Αγγλία — τον πρώην αποικιακό της δυνάστη.»
Κουάμε Τουρέ & Τσαρλς Β. Χάμιλτον, «Μαύρη Ισχύς: Η Πολιτική της Απελευθέρωσης»

Μέρος 2 από 3 Μέρη. Δείτε εδώ το 1ο και το 3ο Μέρος

του Owen Anderson
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

DD Geopolitics, 19/07/2026

Ουαγκαντούγκου, 4 Αυγούστου 1985. Παρέλαση γυναικών κατά τον εορτασμό των δύο χρόνων της επανάστασης.

Πέρα από την άρνησή της να αναγνωρίσει την πολυσύνθετη πολιτική κατάσταση στο Σαχέλ (όπως συζητήθηκε στο 1ο μέρος), η καθηγήτρια Δρ. Μπετίνα Ένγκελς, με έδρα το Βερολίνο, αναλώνει ένα σημαντικό μέρος του άρθρου της στο Jacobin εμμένοντας στον «ντόρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» γύρω από τον Τραορέ. Υποστηρίζει ότι «η έντονη επιθυμία, ιδιαίτερα μεταξύ της νεότερης γενιάς, για ουσιαστική αλλαγή στις πολιτικές και οικονομικές δομές, δηλαδή για ένα τέλος στη νεοαποικιακή και ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και κυριαρχία» οδήγησε στο «να παρουσιάζεται ο Τραορέ ως ένας Παναφρικανιστής επαναστάτης». Έτσι, οι ευρείες κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις της Επανάστασης στη Μπουρκίνα Φάσο υποβιβάζονται σε ένα μικροπρεπές παιχνίδι εγωισμών και πολιτικών ταυτότητας,[2] απογυμνωμένες από το ζωτικό τους πλαίσιο και από μια συγκεκριμένη ανάλυση των υλικών συνθηκών του λαού της χώρας.

Αυτός είναι ένας κλασικός στόχος του φετιχιστή της καθαρότητας. Στον τρόπο με τον οποίο η Ένγκελς αναλύει την Επανάσταση στη Μπουρκίνα Φάσο υπό τον Τραορέ -όπως αναφέρει ο Δρ. Κάρλος Λ. Γκαρίδο στο Φετίχ της Καθαρότητας και η Κρίση του Δυτικού Μαρξισμού«τα πράγματα δεν εξετάζονται πλέον μέσα στην κίνηση και τις αλληλοσυνδέσεις τους, αλλά αντιμετωπίζονται στατικά, σαν αφηρημένα κουτάκια με βάση τυποποιημένες συνταγές.[3] Ο σοσιαλισμός μετατρέπεται σε έναν άκαμπτο ορισμό, με μια σειρά από χαρακτηριστικά που πρέπει να πληροί η πραγματικότητα προκειμένου να της δοθεί η ταμπέλα του ‘σοσιαλιστικού’».[4]

Όπως και στο 1ο μέρος αυτού του κειμένου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ούτε ο Τραορέ, ούτε ο Σανκάρα ισχυρίστηκαν ποτέ ότι επιθυμούν να οδηγήσουν την Μπουρκίνα Φάσο, ως εθνικό εγχείρημα, προς τον κομμουνισμό (αν και ο Σανκάρα παρέθετε συχνά τον Μαρξ και τον Λένιν στις ομιλίες του και υποστήριζε ρητά την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής αφρικανικής κοινωνίας). Ο Σανκάρα, σε συνέντευξη του 1985, δηλώνει: «Προς το παρόν, είμαι αντιιμπεριαλιστής. Μιλώντας ως ο σύντροφός σας πρόεδρος, αυτό ισχύει επίσης. Πιστεύουμε ότι αποτελεί προϊόν μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας. Αυτό μας αρκεί—το να είμαστε χρήσιμοι στον λαό μας, ειδικά όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν σκοτίζονται να βάζουν ταμπέλες στους ηγέτες τους, αλλά τους κρίνουν πάνω απ’ όλα από την επαναστατική τους δράση».[5] Ο Τραορέ, τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη, φαίνεται να ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι. Δυστυχώς και για τους δύο ηγέτες, η οπτική του «φετιχισμού της καθαρότητας» που χρησιμοποιούν η Ένγκελς και το Jacobin εφαρμόζεται εξίσου σε αντιιμπεριαλιστικά επαναστατικά κινήματα, όπως αυτό της Μπουρκίνα Φάσο.

Η Ένγκελς παγιώνει τη θέση της εδώ: καταδικάζει την ιδέα ότι ο Τραορέ είναι «μια προσωπικότητα άξια να φέρει τη βαριά κληρονομιά του Σανκαρισμού». Είναι σημαντικό, διότι σε αυτό ακριβώς το σημείο του άρθρου, η Ένγκελς και το Jacobin ξεπερνούν το όριο της σιωπηρής αποδοκιμασίας και πέφτουν σε μια ατεκμηρίωτη καταδίκη. Η σύγκριση μεταξύ των δύο ηγετών «ισχύει μόνο σε περιορισμένο βαθμό», δηλώνει η Ένγκελς, παρόλο που «έχει πραγματικό αντίκτυπο στον δημόσιο λόγο και ο ίδιος ο Τραορέ ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τις αναφορές στον Σανκάρα ως έναν τρόπο για να κερδίσει νομιμοποίηση».

Για απόδειξη, η Ένγκελς βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο γεγονός ότι η κυβέρνηση του Τραορέ καταργεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης, περιορίζει τις ΜΚΟ και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και καταστέλλει τη διαφωνία με τη βία (ενώ παρακάμπτει έξυπνα το ζήτημα της εθνικοποίησης της γεωργίας και της βιομηχανίας, πράξεις που πάντα προκαλούν την αγανάκτηση των συμμάχων της αυτοκρατορίας). Ως απόδειξη για το τελευταίο της επιχείρημα, επικαλείται το έργο του Νιγηριανού πολιτικού επιστήμονα Αμπντουραχμάν Ιντρίσσα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η χρήση λαϊκών πολιτοφυλακών, γνωστών ως Βαγιγιάν (Wayiyans)[6], τρομοκρατεί τον πληθυσμό που διαφωνεί με τη λαοφιλή κυβέρνηση. Θα εξετάσουμε αυτά τα επιχειρήματα ένα προς ένα.

Συνεδρίαση μιας Επιτροπής για την Υπεράσπιση της Επανάστασης σε γειτονιά της Ουαγκαντούγκου, Αύγουστος 1985. Οι CDR (Επιτροπές) είχαν ως στόχο να κινητοποιήσουν εργάτες, αγρότες και νεολαία, ώστε να εργαστούν μαζί για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.

Υπάρχει μια πληθώρα προβλημάτων με τις υποθέσεις που προβάλλει η Ένγκελς: Σε καμία περίπτωση ο Τραορέ δεν ισχυρίζεται ότι παρέλαβε τη σκυτάλη του «Σανκαρισμού». Αυτό είναι ένα ιδεολογικό κουτάκι στο οποίο τον στριμώχνει η συγγραφέας χωρίς καμία εξήγηση. Όπως έκανε και ο Τομά Σανκάρα κατά την πρώτη φάση της Επανάστασης στη Μπουρκίνα Φάσο, ο Τραορέ πάντα τονίζει ότι το κίνημά τους είναι ένα πανεθνικό λαϊκό κίνημα, το οποίο εργάζεται για τους κοινούς στόχους των εργαζόμενων της χώρας, ικανοποιώντας τις πιο πιεστικές υλικές ανάγκες της πλειοψηφίας.

Ως εκ τούτου, οι σαρωτικές μεταρρυθμίσεις που βλέπουμε στην Μπουρκίνα Φάσο δεν αποτελούν προϊόν δικτατορικών διαταγμάτων που εκδίδει ο Τραορέ κατά το δοκούν. Επιπλέον, η Νομοθετική Συνέλευση του Λαού αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από επιστήμονες που έχουν σπουδάσει στην Μπουρκίνα Φάσο και από τοπικούς ηγέτες χωριών, καθιστώντας την ένα κυβερνητικό σώμα πολύ πιο αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού που εκπροσωπεί, σε σύγκριση με τις περισσότερες δυτικές “δημοκρατίες” που κυβερνώνται από την επιχειρηματική ελίτ. Με αυτή τη λογική, οι αμφιλεγόμενες και προβληματικές νομοθετικές ενέργειες της κυβέρνησης του Τραορέ, όπως το οικογενειακό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα κατά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, τον Σεπτέμβριο του 2025, δεν αποτελούν μηχανορραφίες μιας μικροσκοπικής τάξης της ελίτ (όπως συμβαίνει συχνά στη Δύση), αλλά είναι αντιθέτως πολύ πιο αντιπροσωπευτικές των πραγματικών αξιών που ιεραρχεί η πλειοψηφία του λαού της Μπουρκίνα Φάσο.

Αντίθετα με τα δυτικά αφηγήματα, ο Τραορέ δεν είναι δικτάτορας. Τα μέλη του νομοθετικού σώματος της Μπουρκίνα Φάσο, της Μεταβατικής Νομοθετικής Συνέλευσης (ALT), είναι εύκολα προσβάσιμα στον ιστότοπο της κυβέρνησης. Επικεφαλής της είναι ο καθηγητής πανεπιστημίου Ουσμάν Μπουγκουμά, που σπούδασε στη Γενεύη (οι Δυτικοί προοδευτικοί τρέμουν μπροστά στο προπύργιο της αντιδημοκρατικής κατήχησης: την Ελβετία!) και επέστρεψε για να διδάξει νομική στο Πανεπιστήμιο Τομά Σανκάρα — ένα ίδρυμα που επιδοτείται γενναιόδωρα από την κυβέρνηση της Μπουρκίνα Φάσο. Η αντιπρόεδρος της συνέλευσης, Ασίτα Μπ. Φρανσουάζ Ρομέν Μπαϊλού, ηγείται της Επιτροπής για το Φύλο, την Υγεία, την Κοινωνική Δράση και τις Ανθρωπιστικές Υποθέσεις (Commission du genre, de la santé, de l’action sociale et humanitaire – CGSASH), μιας μόνιμης εξειδικευμένης επιτροπής που ιδρύθηκε από τον Τραορέ για την προώθηση της ισότητας των [δύο] φύλων στη χώρα. Αυτές οι προοδευτικές προσπάθειες μένουν ασχολίαστες στα άρθρα της Ένγκελς και του Jacobin.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο Τομά Σανκάρα είχε εφαρμόσει παρόμοια προγράμματα πίσω στη δεκαετία του ’80 (ίδρυσε και ο ίδιος μια επιτροπή για την ισότητα των φύλων, την Union des Femmes du Burkina [Ένωση Γυναικών της Μπουρκίνα Φάσο/UFB], το 1985, η οποία διαλύθηκε αμέσως το 1987 από τον προδότη Μπλεζ Κομπαορέ) αντιμετωπίζεται βολικά με τη ροζ αίγλη μιας εξαγνισμένης νοσταλγίας από τους λεγόμενους αριστερούς, όπως το Jacobin, όταν εξετάζονται εκ των υστέρων. Αυτό αναγκάζει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν το Jacobin θα είχε εγκρίνει τον Σανκάρα στην εποχή του, όταν κι εκείνος απαγόρευε τα πολιτικά κόμματα και κινείτο προς τη δικτατορία της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης.[7]

Επιπλέον, τουλάχιστον πέντε από τα 71 μέλη του νομοθετικού σώματος ανήκουν στην εθνοτική ομάδα των Φουλάνι/Πουλάρ: ο Νταούντα Ντιαλό, ο Ουσμάν Ντιαλό, ο Μουμουνί Ντιαλά, ο Λι Χαμά και ο Μαμαντού Γιαρό. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όσον αφορά την πηγή της Ένγκελς, την κατηγορία του Δρ. Ιντρίσσα για συστημική βία κατά των Φουλάνι στην Μπουρκίνα Φάσο «την οποία ορισμένοι θα αποκαλούσαν γενοκτονία». Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch)[8] ανέφερε παρόμοια περιστατικά σχετικά με αυθαιρεσίες των λαϊκών πολιτοφυλακών, καθώς και του στρατού της Μπουρκίνα Φάσο, αλλά παραλείπει βολικά το κρίσιμο πλαίσιο προκειμένου να προκαλέσει την παλιά, κλασική δυτική αντίδραση: τη δαιμονοποίηση των ηγετών κυρίαρχων, αντιιμπεριαλιστικών και αντιαποικιακών εθνών.

Είναι αλήθεια ότι τζιχαντιστές κατέχουν επί του παρόντος την περιοχή κατά μήκος των συνόρων Μπουρκίνα Φάσο-Μάλι, όπου οι πληθυσμοί των Φουλάνι είναι πυκνοί. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί η απάντηση του στρατού της Μπουρκίνα Φάσο στις επιθέσεις των τζιχαντιστών (πολλές από τις οποίες περιλαμβάνουν έναν αριθμό ανταρτών Φουλάνι) με μια στοχευμένη απόπειρα εθνοκάθαρσης. Σε μια εποχή που σημειώνονται αρκετές πολύ πραγματικές γενοκτονίες ανά τον κόσμο —μία εκ των οποίων εκεί κοντά, στην περιοχή του Σαχέλ, στο Σουδάν και το Τσαντ— γίνεται ακόμη πιο υποκριτικό να κολλάει κανείς αλόγιστα την ταμπέλα της εθνοκάθαρσης σε μια ένοπλη σύγκρουση, ιδιαίτερα καθώς η Μπουρκίνα Φάσο αμύνεται ενάντια στη δυτική νεοαποικιοκρατία.

Μάθημα γραφής και ανάγνωσης στο Καμπουανσέ, Μάρτιος 1986. Για την καταπολέμηση του ποσοστού αναλφαβητισμού που άγγιζε το 92%, η επανάσταση ξεκίνησε μια εκστρατεία για τη διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής στις κύριες γλώσσες που μιλιούνται στη χώρα.

 Ο Δρ. Ιντρίσσα αντιμετωπίζει την έννοια των λαϊκών πολιτοφυλακών (Βαγιγιάν) με έναν παρόμοιο βαθμό υποτίμησης. Τις παρουσιάζει ως περιπλανώμενες συμμορίες τρομοκρατών, αποφασισμένες να καταχραστούν την εξουσία τους ως κρατικά υποστηριζόμενες ένοπλες ομάδες και να διαπράξουν εγκλήματα κατά του τοπικού πληθυσμού. Αυτό δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια: ένα βίντεο που αναρτήθηκε στο X από το ανεξάρτητο σομαλικό μέσο ενημέρωσης Daljir Media από την πρωτεύουσα της Μπουρκίνα Φάσο, Ουαγκαντούγκου, στον απόηχο μίας από τις απόπειρες πραξικοπήματος του 2025, δείχνει μια ομάδα πολιτών να δίνουν συνέντευξη καθώς περνούν τις νύχτες τους έξω από το προεδρικό μέγαρο του Τραορέ και σε πολυσύχναστους κόμβους. Όταν ρωτήθηκε γιατί κοιμούνται μέσα και γύρω από την κατοικία του προέδρου, ένας νεαρός άνδρας απαντά: «λόγω της αγάπης που έχουμε για την πατρίδα μας» (το λέει αυτό σε άπταιστα αγγλικά, καθώς ο δημοσιογράφος, πιθανότατα Σομαλός, δεν θα μοιραζόταν το ίδιο γαλλόφωνο υπόβαθρο με τον νεαρό από την Μπουρκίνα Φάσο που παίρνει συνέντευξη).

Μακριά από την εικόνα των διεφθαρμένων, βίαιων πολιτοφυλακών που ζωγραφίζει ο Δρ. Ιντρίσσα, οι Βαγιγιάν αποτελούνται κυρίως από ελαφρά οπλισμένους πολίτες, πρόθυμους να θέσουν τη ζωή τους σε κίνδυνο υπέρ της αντιαποικιακής επανάστασης της χώρας τους. Άλλα έγκυρα, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, όπως το People’s Dispatch, έχουν αναδείξει αυτή την πραγματικότητα, η οποία όμως αγνοείται εντελώς από επικριτές όπως ο Δρ. Ιντρίσσα και τα δυτικά μέσα που του δίνουν βήμα.

Όσον αφορά την έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch – HRW), η οποία κυκλοφόρησε όλως παραδόξως μέσα σε έναν μήνα από το άρθρο του Jacobin, αμερικανικές ΜΚΟ όπως το HRW έχουν ένα άθλιο παρελθόν όσον αφορά τη δίκαιη και ακριβή ενημέρωση για τα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα στον Παγκόσμιο Νότο. Η κύρια πηγή που χρησιμοποιείται στην έκθεση είναι ένα βίντεο που τραβήχτηκε αφού σταμάτησαν οι μάχες μεταξύ τζιχαντιστικών οργανώσεων και των εθελοντικών δυνάμεων άμυνας της Μπουρκίνα Φάσο, αφήνοντας πίσω τους περισσότερους από εκατό νεκρούς χωρικούς Φουλάνι. Η αξιοπιστία ολόκληρης της έκθεσης του HRW βασίζεται στην «Ανώτερη Ερευνήτρια για το Σαχέλ» της ΜΚΟ, την αμερικανοσπουδαγμένη Ιταλίδα Ιλάρια Αλεγκρότσι — η οποία με τη σειρά της δεν επικαλείται καμία πηγή ή μέσο ενημέρωσης με έδρα την Μπουρκίνα Φάσο στο ρεπορτάζ της.

Αυτές οι ύποπτες συνθήκες είναι χαρακτηριστικές του τρόπου με τον οποίο συντάσσουν τις εκθέσεις τους το HRW και άλλες αμερικανικές ΜΚΟ που είναι ευθυγραμμισμένες με το καθεστώς των ΗΠΑ. Επιπλέον παραδείγματα αυτής της τάσης μπορεί να βρει κανείς εύκολα στο βιβλίο του Τζο Έμερσμπεργκερ και του The Anti Empire Project (Τζάστιν Ποντούρ) του 2021, Εξαιρετική Απειλή: Η Αυτοκρατορία των ΗΠΑ, τα ΜΜΕ και 20 Χρόνια Αποπειρών Πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα, καθώς και στο βιβλίο των Τζέρεμι Κουζμάροφ και Ντάνιελ Κοβάλικ του 2025, Συρία: Ανατομία μιας Αλλαγής Καθεστώτος.

Δήθεν «ουδέτερες» ΜΚΟ και δεξαμενές σκέψης (think tanks), όπως το HRW, το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations), η Διεθνής Αμνηστία, το Ινστιτούτο Μπρούκινγκς (Brookings Institute), το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), το InSight Crime και πολλοί άλλοι, εργάζονται για την προώθηση των στόχων της νεοαποικιοκρατίας. Όποιος ενδιαφέρεται για μια σε βάθος μελέτη των εσωτερικών μηχανισμών της μοχθηρής στρατηγικής της αμερικανικής αυτοκρατορίας όσον αφορά τα μέσα ενημέρωσης, θα πρέπει να ανατρέξει στο αριστούργημα του Μάικλ Παρέντι από το 1986, Inventing Reality [Κατασκευάζοντας την Πραγματικότητα].[9]

Δεδομένου ότι το χωριό Σολένζο της Μπουρκίνα Φάσο -όπου το HRW ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα αυτή η σφαγή- βρίσκεται υπό σχεδόν πλήρη έλεγχο τζιχαντιστών τρομοκρατών, είναι αδύνατο να επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αλεγκρότσι εκ μέρους της αμερικανικής ΜΚΟ. Η κυβέρνηση της Μπουρκίνα Φάσο επιμένει ότι οι εθελοντικές δυνάμεις της δεν διέπραξαν τις δολοφονίες, σημειώνοντας ότι τζιχαντιστικές οργανώσεις, όπως η JNIM, είναι γνωστό ότι στρατολογούν μαζικά χωρικούς Φουλάνι και καταφεύγουν σε απάνθρωπες μεθόδους, όπως η χρήση ανθρώπινων ασπίδων και ο εξαναγκασμός των χωρικών να πολεμήσουν ενάντια στις δυνάμεις της Μπουρκίνα Φάσο.

Έχοντας όλα αυτά κατά νου, οι αναγνώστες θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τα ρεπορτάζ του HRW σχετικά με τον Παγκόσμιο Νότο, στην καλύτερη περίπτωση, με επιφύλαξη. Ο στρατηγικός ρόλος που διαδραματίζουν αυτές οι ΜΚΟ εντός της αμερικανικής κοινωνίας επιτρέπει στην αμερικανική αυτοκρατορία να διαιωνίζει αφηγήματα τα οποία όχι μόνο υπονομεύουν τα λαϊκά κινήματα στο εξωτερικό, αλλά και συντηρούν τη συνεχιζόμενη καταπίεση της νεοαποικιοκρατίας. Όπως σημειώνεται στο βιβλίο Εξαιρετική Απειλή: «Ας θυμηθούμε ότι, στην περίπτωση του Ισραήλ, όταν σχεδόν το εκατό τοις εκατό των θανάτων είναι από την πλευρά των Παλαιστινίων και ο απολογισμός των νεκρών ανέρχεται σε χιλιάδες, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης καταφέρνουν συχνά να παρουσιάζουν τους Παλαιστίνιους ως την πιο βίαιη πλευρά. Στην καλύτερη περίπτωση, παρουσιάζονται ως εξίσου βίαιοι και συνυπεύθυνοι. Η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν ξεπέσει επίσης σε αυτή την ψευδή απεικόνιση».[10] Αυτή η στρατηγική αποδεικνύεται άκρως χρήσιμη για τις μηχανορραφίες της αμερικανικής αυτοκρατορίας όσον αφορά τον κυρίαρχο λαό του Σαχέλ.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Η «ανίσχυρη ορατότητα» (powerless visibility στο πρωτότυπο) αποτελεί κεντρική έννοια στις πολιτικές θεωρίες για τη νεοαποικιοκρατία. Περιγράφει την κατάσταση όπου η εξουσία είναι επιφανειακά ορατή, αλλά στην πραγματικότητα ανίσχυρη. Σημαίνει την Ψευδαίσθηση της Ανεξαρτησίας: Η ύπαρξη ντόπιων ηγετών δίνει την εντύπωση ότι η χώρα αυτοκυβερνάται. Δημιουργεί έτσι ένα Θεσμικό Προπέτασμα: Το Σύνταγμα, η σημαία, ο στρατός και οι εκλογές λειτουργούν ως σύμβολα κυριαρχίας, που είναι όμως κενά περιεχομένου καθώς οι εγχώριοι θεσμοί στερούνται πραγματικής ικανότητας λήψης αποφάσεων.
Στην πράξη ο Οικονομικός Έλεγχος ανήκει αλλού. Η πρώην αποικιακή δύναμη ελέγχει το νόμισμα, τις κεντρικές τράπεζες και τους φυσικούς πόρους. Οι πολυεθνικές εταιρείες και οι ξένοι στρατοί καθορίζουν την εσωτερική κι εξωτερική πολιτική. Οι τοπικοί πολιτικοί λειτουργούν ως μαριονέτες, διαχειριστές ξένων συμφερόντων, αντί για εκπρόσωποι του λαού τους.
Παρέχει όμως σοβαρά πλεονεκτήματα στον ιμπεριαλισμό: Απορροφά τις λαϊκές αντιδράσεις και καταστέλλει τις επαναστάσεις, καθώς ο λαός νιώθει ότι «νίκησε» κερδίζοντας την τυπική ανεξαρτησία του. Μεταθέτει την ευθύνη: Αν η χώρα αποτύχει οικονομικά, η ευθύνη βαραίνει την ντόπια ηγεσία και όχι τον ξένο δυνάστη. Κοστίζει φθηνότερα: Η πρώην αποικιακή δύναμη διατηρεί την κυριαρχία και τα κέρδη της χωρίς το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος της άμεσης κατοχής.

[2] Οι πολιτικές ταυτότητας (identity politics) είναι μια προσέγγιση στην πολιτική που ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι σχηματίζουν αποκλειστικές πολιτικές συμμαχίες με βάση την κοινή τους εθνοτική καταγωγή, τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία ή τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, αντί για παραδοσιακές πολιτικές ιδεολογίες ή την κοινωνικοοικονομική (ταξική) τους θέση. Στο πλαίσιο της Μπουρκίνα Φάσο, ο Λοχαγός Ιμπραχίμ Τραορέ και το κίνημά του (MPSR 2) απορρίπτουν τις δυτικές πολιτικές ταυτότητας και τις θεωρούν επικίνδυνο εργαλείο της νεοαποικιοκρατίας.
Η σχέση του Τραορέ με αυτές τις πολιτικές είναι βαθιά συγκρουσιακή και αναδεικνύεται μέσα από τρεις συγκεκριμένους άξονες:
1. Ταξική και Εθνική Ενότητα ενάντια στον Εθνοτικό Διχασμό: Η περιοχή του Σαχέλ είναι ένα μωσαϊκό δεκάδων εθνικών ομάδων (π.χ. Μόσι, Φουλάνι, Τουαρέγκ). Οι δυτικές δυνάμεις και οι τζιχαντιστικές οργανώσεις προσπαθούν συχνά να εκμεταλλευτούν τις εθνοτικές διαφορές (identity politics) για να στρέψουν τη μία φυλή ενάντια στην άλλη, προκαλώντας εμφύλια αναταραχή. Ο Τραορέ, ακολουθώντας τη γραμμή του Σανκάρα, προκρίνει μια εθνική, πατριωτική ταυτότητα («Burkinabè») και μια ταξική συμμαχία των εργατών και των αγροτών. Στόχος του είναι να εκμηδενίσει τις πολιτικές ταυτότητας που βασίζονται στη φυλή, ώστε να διατηρήσει την ενότητα της χώρας απέναντι στην τρομοκρατία.
2. Κριτική προς τους Δυτικούς Αριστερούς και Φιλελεύθερους: Η δυτική αριστερά χρησιμοποιεί τις δικές της, μεταμοντέρνες πολιτικές ταυτότητας και τα αστικά πρότυπα περί δικαιωμάτων για να κρίνει την Αφρική. Ο Τραορέ απαντά ότι η επιβίωση του έθνους, η ασφάλεια από τους τζιχαντιστές και η υλική επιβίωση (γη, τρακτέρ, νερό) προηγούνται των δυτικών ακαδημαϊκών συζητήσεων περί ταυτοτήτων.
3. Παναφρικανική Ταυτότητα ενάντια στη Βαλκανοποίηση: Αντί για τον κατακερματισμό των λαών σε μικρές υποομάδες, ο Τραορέ και η Συμμαχία Κρατών του Σαχέλ (AES) προωθούν μια συλλογική πολιτική ταυτότητα. Αυτή η ταυτότητα βασίζεται στον κοινό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα και στην ηπειρωτική αυτοδιάθεση, όπως ακριβώς την οραματιζόταν ο Κουάμε Νκρούμαχ.

[3] Στο πρωτότυπο: “things are no longer seen in their movement and interconnections, but treated abstractly and in a reified manner.” Η ακριβής μετάφραση είναι «τα πράγματα δεν εξετάζονται πλέον μέσα στην κίνηση και τις αλληλοσυνδέσεις τους, αλλά αντιμετωπίζονται αφηρημένα και με έναν πραγμοποιημένο τρόπο.» Καθώς φαίνεται ο Γκαρίδο, που κατά τα άλλα η ανάλυσή του είναι καλή, πάσχει ομοίως από την βερμπαλιστική-νεολογιστική πάθηση της Αριστεράς. Έτσι, ο όρος πραγμοποίηση (που σημαίνει απλά ότι μετατρέπεις μια ζωντανή, σύνθετη πραγματικότητα σε ένα στεγνό, νεκρό αντικείμενο) μεταγράφηκε σε ανθρώπινη γλώσσα.
Γιατί όπως λέει και ο ΑΙ βοηθός μου: Αν ρωτούσατε έναν άνθρωπο εκεί, θα σας έλεγε το εξής απλό: «Ο αγώνας μας για ψωμί, νερό και αξιοπρέπεια αλλάζει κάθε μέρα ανάλογα με τις ανάγκες μας. Ένας ξένος ακαδημαϊκός κάθεται σε ένα γραφείο στην Ευρώπη, παίρνει τη ζωή μας, την κάνει “κουτάκι” και μας κρίνει αν είμαστε αρκετά επαναστάτες με βάση τις δικές του ταμπέλες». Αυτό ακριβώς καταγγέλλει το κείμενο, παρά την περίπλοκη ορολογία του.

[4] Garrido, Carlos L. The Purity Fetish and the Crisis of Western Marxism. Midwestern Marx Publishing Press, 2023. σελ. 58.

[5]Sankara, Thomas. Thomas Sankara Speaks: The Burkina Faso Revolution, 1983-1987 (edited by Michael Prairie). Pathfinder Press, 2007. σελ. 266.

[6] Οι πολιτοφυλακές στις οποίες αναφέρεται το κείμενο με τον τοπικό όρο Wayiyans είναι ευρύτερα γνωστές στη διεθνή ορολογία ως VDP (Volontaires pour la défense de la patrie – Εθελοντές για την Υπεράσπιση της Πατρίδας). Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και κρίσιμα μέτρα του Τραορέ: ο οπλισμός του λαού.
Συνιστούν σώματα Λαϊκής Πολιτοφυλακής από εθελοντές πολίτες για να βοηθήσουν τον υπερφορτωμένο εθνικό στρατό. Στόχος τους είναι η αντιμετώπιση των ένοπλων τζιχαντιστικών οργανώσεων (που συνδέονται με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος), οι οποίες ελέγχουν μεγάλα τμήματα της χώρας. Υπό την ηγεσία του Τραορέ, το πρόγραμμα επεκτάθηκε μαζικά, φτάνοντας να αριθμεί σχεδόν 90.000 ένοπλους πολίτες. Συνιστούν μάχιμους πατριώτες που υπερασπίζονται τα χωριά τους από τις επιθέσεις των τζιχαντιστών. Αντιπροσωπεύουν την ιδέα του «ένοπλου λαού» (στα πρότυπα των επιτροπών του Τομά Σανκάρα τη δεκαετία του ’80), όπου η ασφάλεια της χώρας δεν επαφίεται σε ξένους στρατούς (π.χ. στη Γαλλία, που εκδιώχθηκε από τον Τραορέ), αλλά στους ίδιους τους κατοίκους.
Οργανώσεις όπως το Human Rights Watch κατηγορούν τους VDP ότι στοχεύουν συστηματικά την εθνοτική ομάδα των Φουλάνι (Fulani), βαφτίζοντας αμάχους τους τζιχαντιστές -που στρατολογούνται σε μεγάλο αριθμό από αυτή την κοινότητα.

[7] Δείτε την υποσημείωση στη σελ. 69 του ιδίου: «Μόνο τα κόμματα που συνδέονταν με το πρώην νεοαποικιακό καθεστώς διαλύθηκαν. Ένας αριθμός ομάδων και οργανώσεων που υποστήριξαν την επανάσταση ήταν σε θέση να λειτουργούν ανοιχτά.»

[8] Human Rights Watch (Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) στον κόσμο, με έδρα τη Νέα Υόρκη. Ο επίσημος ρόλος του είναι η έρευνα και η δημοσίευση εκθέσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εγκλήματα πολέμου και διαφθορά σε περισσότερες από 100 χώρες. Χρησιμοποιεί αυτές τις εκθέσεις για να πιέσει κυβερνήσεις, τον ΟΗΕ και διεθνείς οργανισμούς να επιβάλουν κυρώσεις ή να αλλάξουν πολιτική. Χρηματοδοτείται από τα ιδρύματα του Τζορτζ Σόρος. Λειτουργεί ως βραχίονας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Επιλέγει να στοχοποιεί χώρες του Παγκόσμιου Νότου που αντιστέκονται στη δυτική κυριαρχία (όπως η Μπουρκίνα Φάσο, η Βενεζουέλα ή η Κούβα), ενώ δείχνει ανοχή στα εγκλήματα συμμάχων των ΗΠΑ (Ισραήλ). Οι ερευνητές του δεν πατούν ποτέ στο πεδίο των μαχών, αλλά βγάζουν πορίσματα εξ αποστάσεως, βασιζόμενοι σε επιλεκτικό υλικό (π.χ. βίντεο στα social media) για να δαιμονοποιήσουν εθνικά κυρίαρχες κυβερνήσεις.

[9] Μπορείτε να κατεβάσετε και να διαβάσετε το βιβλίο (στα αγγλικά) εδώ.

[10] Podur, Justin & Emersberger, Joseph. Extraordinary Threat: The US Empire, The Media, and Twenty Years of Coup Attempts in Venezuela. Monthly Review Press, 2024. σελ. 170.

Πηγή: DD Geopolitics