Οι κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή σκηνή καθορίζονται ολοένα και περισσότερο από απερίσκεπτες, κλιμακούμενες σαν χιονοστιβάδα ενέργειες επιβολής της αμερικανικής ισχύος μέσω ανεξέλεγκτης στρατιωτικής βίας — με το Ιράν να αποτελεί τον τρέχοντα στόχο. Ο Όλεγκ Μπαραμπάνοφ, Διευθυντής Προγράμματος της Λέσχης Βαλντάι, αναλογίζεται τη φύση των στρατηγικών υπολογισμών πίσω από την επίθεση του Τραμπ στο Ιράν, περιγράφοντας την προσέγγιση του προέδρου ως: «το θέλω, άρα μπορώ να το κάνω».

Σημείωμα της Μεταφράστριας: Ένα πολύ ενδιαφέρον ρωσικό άρθρο για τον στρατιωτικό «σχεδιασμό» της ηγεσίας Τραμπ και την αντίσταση του Ιράν. Διαβάζοντάς το καθίσταται προφανές, πως το άρθρο επιτελεί τη λειτουργία «χτυπάω το σαμάρι για να ακούσει ο γάιδαρος». Εν προκειμένω, «με βάση την πρόσφατη στρατιωτικο-πολιτική ιστορία», ο «γάιδαρος» είναι η Ρωσική ηγεσία που πρέπει να πειστεί να δράσει όπως το Ιράν. Με βάση τις πρόσφατες δηλώσεις κι εξελίξεις, ίσως έχει πειστεί.

του Олег Барабанов*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Valdai-Club, 23/04/2026

Οι ενέργειες του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έδειξαν ότι η προσέγγιση του «παγκόσμιου ηγεμόνα» βασίζεται πλέον αποκλειστικά στη βία. Επιπλέον, η επιθυμία για χρήση βίας δεν περιορίζεται ούτε από νομικούς, ούτε από ηθικούς κανόνες. Ακόμη και οι πιθανοί αυτοπεριορισμοί που σχετίζονται με την υπολογίσιμη αβεβαιότητα των συνεπειών των ίδιων των πράξεων κάποιου, δεν λειτουργούν πια. Μια παρόμοια προσέγγιση μπορεί, αν το επιθυμεί κανείς, να παρατηρηθεί και σε πλήθος άλλων περιπτώσεων. Ως αποτέλεσμα, η αρχή του «το θέλω, άρα το κάνω» καθίσταται ολοένα και περισσότερο μία από τις καθοριστικές αρχές της σύγχρονης παγκόσμιας πολιτικής. Πρόκειται για μια απλή, απλοϊκή αρχή και δεν μπορεί κανείς καν να ισχυριστεί ότι είναι καινούργια. Ίσχυε και πριν — μάλιστα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ίσως να ήταν έτσι πάντα.

Στο παρελθόν, ωστόσο, η αρχή αυτή περιλάμβανε γενικά και ένα ακόμη στοιχείο: το «μπορώ» — «θέλω, μπορώ και το κάνω». Τώρα, αυτό το στοιχείο του «μπορώ» συχνά παραλείπεται εντελώς από τον μαθηματικό τύπο και δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη. Πρώτον, επειδή ο υπολογισμός των ενεργειών κάποιου υπό τις συνθήκες αβεβαιότητας που σχετίζονται με μια σύγκρουση είναι δύσκολος και δεν οδηγεί απαραίτητα στα αποτελέσματα που αρχικά επιδιώκονταν. Δεύτερον, επειδή η δύναμη της επιθυμίας —το στοιχείο του «θέλω»— κυριαρχεί ψυχολογικά και καταπίνει ολοκληρωτικά τον λήπτη των αποφάσεων. Το ψυχολογικό προφίλ του ίδιου του Τραμπ ενδεχομένως να ταιριάζει σε αυτό το πρότυπο. Ως αποτέλεσμα, σε τέτοιες διαδικασίες λήψης αποφάσεων τοποθετείται αμέσως ένα μαθηματικό σύμβολο ισότητας μεταξύ των στοιχείων «θέλω» και «μπορώ». Εδώ, το «θέλω» συνεπάγεται εκ των προτέρων το «μπορώ». Ή ορθότερα: «μάλλον θα τα καταφέρω κάπως και μετά τα πράγματα θα στρώσουν μόνα τους». Όλο αυτό θυμίζει, σε έναν βαθμό, τη γνωστή ψυχολογική αρχή του μάνατζερ επιχειρήσεων: «προσήλωση στον στόχο, πίστη στον εαυτό σου και αγνόηση των εμποδίων». Εδώ, όμως, αυτή η γενική συνταγή αυτοβελτίωσης αναδεικνύεται σε βάση της εξωτερικής πολιτικής και της λήψης στρατιωτικών αποφάσεων.

Κατά καιρούς, πρέπει να παραδεχτούμε, μια τέτοια προσέγγιση λειτουργεί. Ένα παράδειγμα είναι η επιχείρηση του Τραμπ στη Βενεζουέλα. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που δεν λειτουργεί – όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό. Ισχύει τόσο για την τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν, καθώς και για μια σειρά από άλλες περιπτώσεις. Μερικές φορές συμβαίνει όλα όσα είχαν σχεδιαστεί εκ των προτέρων και με μεγάλη λεπτομέρεια να μην μπορούν, στην πράξη, να εφαρμοστούν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικοπολιτικής πάλης. Και αυτό ακριβώς συνέβη, για άλλη μια φορά, στον Τραμπ στο Ιράν. Φυσικά, δημόσια είπε ότι όλα προχωρούν σύμφωνα με το σχέδιο και θα το πει ακόμη πιο επίμονα αν οι προσπάθειες για την επίλυση αυτής της σύγκρουσης οδηγήσουν τελικά σε μια λίγο πολύ σταθερή εκεχειρία. Αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος.

Η αντίσταση του Ιράν στον Τραμπ θα μπορούσε πιθανώς να είχε προβλεφθεί. Στην περίπτωση του Ιράν, επιπλέον, δεν μιλάμε μεταφορικά, αλλά πολύ συγκεκριμένα, για συλλογική πολιτική βούληση. Από τον θάνατο πρώτα του Αλί Χαμενεΐ και στη συνέχεια του Αλί Λαριτζανί και, αν πιστέψουμε τις φήμες, τον σοβαρό τραυματισμό του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, το Ιράν έχει μείνει χωρίς έναν αποκλειστικό ανώτατο ηγέτη. Η συλλογική πολιτική βούληση του Ιράν κατάφερε να μην υποκύψει στον «πειρασμό της Βενεζουέλας» που ονειρευόταν ο Τραμπ, στον οποίο αρκεί να απομακρυνθεί ένα μόνο άτομο και όλοι οι άλλοι προχωρούν γρήγορα σε προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Έχω ήδη γράψει ότι είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τους ηγέτες της Βενεζουέλας για αυτό, δεδομένης της προφανούς ανισότητας δυνάμεων και του απλού ανθρώπινου ενστίκτου αυτοσυντήρησης, το οποίο σε μια κρίσιμη στιγμή καταστέλλει, σε πάρα πολλούς ανθρώπους, την επιθυμία να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τα ιδανικά τους. Επιπλέον, δεν είχαν ακόμη μπροστά τους το παράδειγμα της ιρανικής αντίστασης. Η εξωτερική ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αν και όχι τόσο συντριπτική όσο αυτή μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας, ήταν επίσης απολύτως προφανής. Ωστόσο, η συλλογική πολιτική βούληση του Ιράν επέλεξε να αντισταθεί.

Αυτό εγείρει το ερώτημα εάν οι ΗΠΑ ήταν σε θέση να υπολογίσουν τις πιθανές μορφές της ιρανικής αντίστασης. Κατά την άποψή μου, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, αν και σαφώς αποτέλεσε έκπληξη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν απολύτως προβλέψιμο. Ήδη από τον περσινό «πόλεμο των 12 ημερών», μόνο οι νοητικά καθυστερημένοι δεν είχαν γράψει γι’ αυτό.

Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ και το Πεντάγωνο —αν έλαβαν καν υπόψη πολεμικά σενάρια— μπορεί κάλλιστα να συμπέραναν ότι, εφόσον το Ιράν δεν έκλεισε τα στενά κατά τη διάρκεια του πολέμου των 12 ημερών, δεν θα το έκανε ποτέ. Πως οι περίφημες «κόκκινες γραμμές» του Ιράν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από απειλητική ρητορική. Η πρόσφατη παγκόσμια στρατιωτικο-πολιτική ιστορία ίσως φάνηκε να παρέχει στους Αμερικανούς παραδείγματα που επιβεβαίωναν αυτή την άποψη. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να έπεσαν θύματα της αυτοϋποβολής πως το Ιράν θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο. Σε συνδυασμό με αυτό που θεωρούσαν ως ακαταμάχητη έλξη του «βενεζουελάνικου πειρασμού» —την εγκατάλειψη της αντίστασης και το προσκύνημα— πιθανότατα δεν εξέτασαν σοβαρά την πιθανότητα να κλείσει το Ιράν τα Στενά του Ορμούζ.

Ήταν πιο δύσκολο, ωστόσο, να υπολογιστεί ένα άλλο στοιχείο της στρατηγικής αντίστασης του Ιράν. Συγκεκριμένα, ότι σε απάντηση στις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, το Ιράν δεν θα χτυπούσε μόνο το Ισραήλ, όπως έκανε κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου. Για τους Αμερικανούς, αυτό μπορεί να θεωρήθηκε αναπόφευκτο, αλλά όχι ιδιαίτερα σημαντικό από στρατηγική άποψη – μια μορφή παράπλευρης απώλειας στο πλαίσιο της στρατιωτικής εκστρατείας. Το Ιράν επέλεξε διαφορετικά. Η ιδέα ότι τα αραβικά κράτη του Κόλπου θα αναγκάζονταν να πληρώσουν το τίμημα για τις ενέργειες των ΗΠΑ και του Ισραήλ ήταν πραγματικά δύσκολο να προβλεφθεί.

Αυτού του είδους η ασύμμετρη πολεμική στρατηγική από την πλευρά του Ιράν εξέπληξε σχεδόν τους πάντες. Είναι αμφίβολο ότι οποιοδήποτε προκαταρκτικό σενάριο για αυτόν τον πόλεμο επεκτάθηκε πέρα ​​από ένα ή δύο συμβολικά πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις σε αυτές τις χώρες – με προηγούμενες προειδοποιήσεις και ειδοποιήσεις – όπως είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου. Το Ιράν, ωστόσο, επέλεξε μια στρατηγική που περιλάμβανε όχι μόνο πολυάριθμα πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις στα αραβικά κράτη του Κόλπου, αλλά και επιθέσεις σε στόχους υποδομών – αεροδρόμια, διυλιστήρια πετρελαίου και άλλα – ακόμη και πολιτικούς στόχους σε αυτές τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων ξενοδοχείων που κατέλυαν στρατιωτικές δυνάμεις και υπηρεσίες των ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα του πολυδιαφημισμένου «παραδείσου του Ντουμπάι» διαλύθηκε και, πολύ πιο σημαντικό, κατέστη σαφές ότι οι Αμερικανοί είναι ανίκανοι να προστατεύσουν τους εταίρους τους, οι οποίοι δεν έχουν άμεση δράση στην αντιπαράθεσή τους με το Ιράν. Επιπλέον, αυτή είναι ίσως η πρώτη περίπτωση στην οποία οι χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις έγιναν νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι για την πλευρά που αντιτίθεται στις ΗΠΑ – παρόλο που οι ίδιες δεν έχουν άμεση εμπλοκή στη σύγκρουση.

Το παράδειγμα που δίνεται με αυτόν τον τρόπο σε άλλες χώρες διαφόρων περιοχών του κόσμου, οι οποίες επίσης φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, είναι, ειλικρινά, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό. Υπάρχει, ωστόσο, μία προϋπόθεση εδώ: η ετοιμότητα του αντιπάλου της Αμερικής να διεξάγει έναν τόσο σκληρό ασύμμετρο πόλεμο και βεβαίως η διάθεσή του να αντισταθεί γενικότερα. Στον βαθμό, μάλιστα, που επιδεικνύει η συλλογική πολιτική βούληση του Ιράν. Οι χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις σε άλλες περιοχές του κόσμου μπορεί να πιστεύουν, με βάση την πρόσφατη στρατιωτικο-πολιτική ιστορία, ότι η περίπτωση της πραγματικής ιρανικής αντίστασης αποτελεί περισσότερο την εξαίρεση παρά τον κανόνα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τραμπ παραμένει πιστός στον εαυτό του και δηλώνει επανειλημμένα ότι νίκησε το Ιράν. Κατά καιρούς, συνοδεύει τις δηλώσεις αυτές με απειλές ότι δεν έχει καν ξεκινήσει ακόμα — κι όμως, παρ’ όλα αυτά, θεωρεί πως ήδη νίκησε. Τώρα, έχοντας κουραστεί με το Ιράν, στρέφεται για άλλη μια φορά προς την Κούβα. Προφανώς, ο Τραμπ πιστεύει ότι η ψυχολογική του προσέγγιση στον στρατιωτικό σχεδιασμό —«το θέλω, άρα μπορώ να το κάνω»— θα λειτουργήσει απρόσκοπτα για ακόμη μια φορά στην περίπτωση της Κούβας. Και μετά την Κούβα, ίσως έρθει η σειρά της Γροιλανδίας. Θα λειτουργήσει άραγε αυτή η αρχή και εκεί;

* Ο Όλεγκ Μπαραμπάνοφ είναι Διευθυντής Προγράμματος της Λέσχης Βαλντάι (από το 2015) και συντονίζει τα προγράμματα για τα Παγκόσμια Κοινά και τις Παγκόσμιες Εναλλακτικές. Διδάκτωρ πολιτικών επιστημών (1997). Απόφοιτος της Σχολής Ιστορίας του Κρατικού Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας (1993). Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο MGIMO (από το 2015). Καθηγητής της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (από το 2015). Συν-συγγραφέας των δημοσιεύσεων της Λέσχης Βαλντάι για τα παγκόσμια δεξιά και αριστερά κινήματα, για τη δημιουργία της Μεγάλης Ευρασίας, για τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και ΗΠΑ και για τους «πυρηνικούς φόβους» μετά την ουκρανική κρίση.

Πηγή: valdaiclub.com