Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Οι αναλύσεις του Κιτ Κλάρενμπεργκ είναι πάντα εξαιρετικές κι εύστοχες, δεν χρήζουν εισαγωγής. Το σημείωμα στοχεύει μόνο να συνδέσει την παρούσα με άλλες αναλύσεις που έχουμε δημοσιεύσει (εδώ κι εδώ) και που όλες αποδεικνύουν τις συνέπειες της αποβιομηχάνισης, των ιδιωτικοποιήσεων, του outsourcing και της διάλυσης της οργανωμένης κι εξειδικευμένης εργατικής τάξης ακόμα και στη στρατιωτική ικανότητα των ΗΠΑ και γενικά της συλλογικής Δύσης. Μια κατάσταση που ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να αναστρέψουν όπως γλαφυρά υποδεικνύει η -αστεία επί της ουσίας- ανάλυση κυρίου άρθρου του Economist με τίτλο «Ο πόλεμος στην Ουκρανία δείχνει ότι η Δύση μπορεί να επανεξοπλιστεί χωρίς να επαναβιομηχανιστεί. Η βιομηχανική ικανότητα σε καιρό ειρήνης δεν είναι πλέον απαραίτητη για την επιτυχία στον πόλεμο».

Η ανάλυση του Κλάρεμπεργκ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πολύ πρόσφατη έκθεση του Βασιλικού Ινστιτούτου Ενόπλων Δυνάμεων της Βρετανίας (RUSI), με τίτλο «Πάνω από 11.000 πυρομαχικά σε 16 ημέρες πολέμου στο Ιράν: Ο ‘Έλεγχος στην Ταχύτητα Αναπλήρωσης’ κυβερνά την Αντοχή». Αξίζει να διαβαστεί παρότι βρίθει ευφημισμών και νεολογισμών. Αλλά και μόνο τους πίνακες και τα στοιχεία να δει κανείς, είναι αποκαλυπτικά. Παραθέτουμε την τελευταία παράγραφο – συμπέρασμα της έκθεσης που επιβεβαιώνει ουσιαστικά την παραπάνω κατάσταση – άλλωστε, η λύση του προβλήματος παραπέμπεται στον «επόμενο πόλεμο»…:

Ο έλεγχος των ωκεανών, του αέρα και του διαστήματος με εξελιγμένα όπλα παραμένει αναγκαίος, αλλά η «Επική Οργή» αποδεικνύει ότι καθίσταται ολοένα και πιο ανεπαρκής χωρίς τον «Έλεγχο στην Ταχύτητα Αναπλήρωσης [εξοπλισμού-πυρομαχικών]» . Αυτός απαιτεί επενδύσεις στην αμυντική οικονομία, θωράκιση και διαφοροποίηση [μικροί-μεγάλοι, φθηνοί-εξελιγμένοι] των αισθητήρων αναγνώρισης [ραντάρ, δορυφόροι, drones αναγνώρισης] και διαχείριση της βιομηχανικής βάσης (με άλλα λόγια, από την ικανότητα παραγωγής των υπεργολάβων έως τα [εισαγόμενα] ενεργειακά υλικά/εκρηκτικά) ως στρατηγικής υποδομής. Στον επόμενο πόλεμο, η πλευρά που θα μπορεί να αναπληρώνει ταχύτερα δεν θα κερδίσει απλώς τη μάχη της φθοράς, θα καθορίσει το κατά πόσο η στρατηγική της παραμένει αξιόπιστη μετά την πρώτη ομοβροντία.

του Kit Klarenberg*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Kit.Klarenberg.com, 01/04/2026

Καθώς ο εγκληματικός σιωνιστικός-αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν εισέρχεται στον δεύτερο μήνα του, η σύγκρουση αποδεικνύεται τόσο καταστροφική για τους επιτιθέμενους που έχει σημάνει έντονος συναγερμός. Η ντροπιαστική αποτυχία τους να υποτάξουν την Ισλαμική Δημοκρατία από αέρος, εγείρει την προοπτική μιας κάποιου είδους αμερικανικής χερσαίας επιχείρησης, που θεωρείται ευρέως ως αποστολή αυτοκτονίας. Η Ουάσιγκτον έχει επίσης ξοδέψει πάνω από 850 πυραύλους Τόμαχωκ και 1.000 αναχαιτιστικούς πυραύλους αεράμυνας, με ρυθμό που το Πεντάγωνο θεωρεί «ανησυχητικό». Ταυτόχρονα, το Ισραήλ πλησιάζει γρήγορα στον πλήρη αφοπλισμό.

Στις 24 Μαρτίου, η ελίτ βρετανική, ημικρατική, «δεξαμενή σκέψης» RUSI[1] δημοσίευσε μια αμείλικτη νεκροψία των πρώτων 16 ημερών του πολέμου. Ένα εσωτερικό «εργαλείο καταγραφής» που παρακολουθεί την «έντονη κατανάλωση προηγμένων πυρομαχικών» από τις ΗΠΑ και τη σιωνιστική οντότητα, υπολόγισε 11.294 βολές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι οποίες κόστισαν συνολικά περίπου 26 δισεκατομμύρια δολάρια για να παραχθούν. Κατά συνέπεια, τα αποθέματα των ΗΠΑ – και ως εκ τούτου και του Ισραήλ – σε αναχαιτιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και όπλα ακριβείας «πλησιάζουν στην εξάντληση». Και η αναπλήρωση όσων χάθηκαν ίσως κοστίσει τα διπλά αυτού του συγκλονιστικού ποσού.

Η Αντίσταση δεν δείχνει σημάδια επιβράδυνσης στην επίθεσή της και όλα δείχνουν ότι η παραγωγή πυρομαχικών στην Τεχεράνη συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς σε καιρό πολέμου. Ακόμη και τα δυτικά μέσα ενημέρωσης αναγνωρίζουν ότι το οπλοστάσιο μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων του Ιράν κοστίζει ένα κλάσμα του κόστους του παρελθόντος και του μελλοντικού κόστους που απαιτείται για την κατάρριψή τους. Σύμφωνα με το RUSI, ο πόλεμος κατά του Ιράν αποκάλυψε μια «κρίσιμη ευπάθεια» στον πυρήνα των πολεμικών δυνατοτήτων της Αυτοκρατορίας: μια «στρατηγικά καταστροφική σχέση κόστους όπλων-κόστους στόχων που η βιομηχανική ικανότητα της Δύσης δεν είναι προετοιμασμένη να αντέξει.»

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εκτόξευσαν πάνω από δώδεκα διαφορετικά είδη πυρομαχικών κατά τη διάρκεια των πρώτων 16 ημερών της σύγκρουσης, «με ρυθμό που φαίνεται μη βιώσιμος». Τώρα, το αδιάκοπο μπαράζ επιθέσεων της Τεχεράνης «συνεχίζει να εξαντλεί τον πιο κρίσιμο εξοπλισμό του συνασπισμού» – το RUSI υπολογίζει ότι οι επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη επέφεραν κατά μέσο όρο 33 και 94 πλήγματα ημερησίως. Αντίθετα, η ανάλυση του οργανισμού δείχνει ότι «τα κενά στα οπλοστάσια» της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ «έρχονται σύντομα». Επιπλέον, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Rheinmetall προειδοποίησε ότι τα παγκόσμια αποθέματα πυρομαχικών της Αυτοκρατορίας «άδειασαν ή σχεδόν άδειασαν».

Οι συνέπειες ιρανικής επίθεσης στο Τελ Αβίβ, στις 28 Φεβρουαρίου

Έτσι, ο σιωνιστικός-αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν έχει καταστεί «ένας αγώνας αντοχής», στον οποίο «το αποφασιστικό πλεονέκτημα μετατοπίζεται στον παράγοντα που μπορεί να διατηρήσει την αμυντική του οικονομία και να αναπληρώσει τα πιο κρίσιμα στοιχεία του εξοπλισμού του». Με βάση τις τρέχουσες τάσεις της μάχης, η Ισλαμική Δημοκρατία κατέχει σταθερά αυτό το πλεονέκτημα και θα συνεχίσει να το έχει. Οι ΗΠΑ μπορεί να απέχουν μόλις λίγες εβδομάδες από το να ξεμείνουν από πυραύλους επίγειας επίθεσης – συμπεριλαμβανομένων των πολυδιαφημισμένων ATACMS – και αναχαιτιστικά συστήματα THAAD. Το RUSI προβλέπει επίσης ότι τα αναχαιτιστικά συστήματα Arrow του Ισραήλ «πιθανότατα» θα «εξαντληθούν πλήρως» τον Απρίλιο.

Πέρα από το τεράστιο κόστος, ακόμη και με βάση τα προπολεμικά επίπεδα παραγωγής, θα χρειάζονταν χρόνια για να αναπληρωθούν όσα δαπανήθηκαν σε δύο εβδομάδες εναντίον του Ιράν. Όπως κατέγραψε ο συντάκτης στις 24 Μαρτίου, το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από την Τεχεράνη οδήγησε την ήδη διαλυμένη στρατιωτική βιομηχανική βάση της Αυτοκρατορίας σε πλήρη αταξία. Τα βασικά προϊόντα και τα εξαρτήματα για την κατασκευή και συντήρηση ψηφιακών και ηλεκτρονικών συστημάτων, καθώς και των πυρομαχικών ακριβείας, τα οποία μέχρι τώρα διέσχιζαν το Στενό καθημερινά σε αφθονία, βρίσκονται πλέον σε σπάνη και το κόστος τους αυξάνεται συνεχώς.

«Συνεχής Συναγερμός»

Το Ιράν δεν έχει μόνο κατακλύσει και αφοπλίσει την σιωνιστική οντότητα και τους αυτοκρατορικούς στόχους σε όλη τη Δυτική Ασία μέσω συστηματικών, κλιμακωτών επιθέσεων με drones και πυραύλους. Τα πλήγματα σε τουλάχιστον 12 αμερικανικά και συμμαχικά ραντάρ και δορυφορικά τερματικά σε όλη την περιοχή μείωσαν σημαντικά τα ποσοστά αναχαίτισης, ενώ παράλληλα αύξησαν τον αριθμό των πυραύλων που απαιτούνται για την κατάρριψη των τελευταίων μπαράζ που εκτόξευσε η Τεχεράνη – συχνά ανεπιτυχώς. Μερικές φορές χρειάζεται να εκτοξευθούν ως και 11 αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot εναντίον ενός ιρανικού πυραύλου και ως 8 εναντίον ενός μόνο drone.

Όπως διαπιστώνει μια έκθεση της 26ης Μαρτίου από την σιωνιστική «δεξαμενή σκέψης» JINSA[2] που ασκεί τεράστια επιρροή, «οι επιθέσεις του Ιράν έχουν επιβάλει αυξανόμενο κόστος σε κάθε στοιχείο της αμυντικής αρχιτεκτονικής». Η Ισλαμική Δημοκρατία εισήλθε στη σύγκρουση «με ένα σκόπιμο σχέδιο να υποβαθμίσει τις δυνατότητες των ΗΠΑ και [των συμμάχων] επιτιθέμενη σε κάθε στοιχείο της αρχιτεκτονικής της αεράμυνάς τους». Έτσι, «μερικοί από τους πιο αποτελεσματικούς και ακριβούς αισθητήρες» του παγκόσμιου αποθέματος της Ουάσιγκτον έχουν καταστραφεί, με ελάχιστες πιθανότητες βραχυπρόθεσμης επισκευής.

Αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν ουσιαστικά στην σιωνιστική οντότητα ένα «σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης». Τώρα, ένα μεγάλο και συνεχώς διευρυνόμενο κενό έχει δημιουργηθεί στο δίκτυο ανίχνευσης και προειδοποίησης του Τελ Αβίβ. Ως εκ τούτου, τα ιρανικά σμήνη μη επανδρωμένων αεροσκαφών – «που συχνά βασίζονται σε ρωσικές τακτικές καινοτομίες από τον πόλεμο της Ουκρανίας» – αποδεικνύονται συστηματικά «πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστούν και να ηττηθούν» από πυραύλους και πλήττουν διπλάσιο αριθμό στόχων με εξαιρετική ακρίβεια. Ορισμένα συστήματα αισθητήρων των ΗΠΑ δεν μπορούν να ανιχνεύσουν ομοβροντίες Σαχέντ σε χαμηλό υψόμετρο – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Δεν είναι μόνο οι Σαχέντ που έχουν προκαλέσει χάος. Ολόκληρη η Αντίσταση χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο κατευθυνόμενα drones οπτικών ινών που είναι «απρόσβλητα από παρεμβολές ηλεκτρονικού πολέμου» και drones πρώτου προσώπου «για ακριβείς επιθέσεις εναντίον σημειακών στόχων», αναφέρει το JINSA. Άλλα ιρανικά drones είναι εξοπλισμένα με κινητήρες τζετ, γεγονός που τα καθιστά σημαντικά ταχύτερα από τα Σαχέντ και ακόμη πιο προβληματική την αναχαίτισή τους. Καθώς η σύγκρουση εξελίσσεται, η Τεχεράνη βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε βαλλιστικούς πυραύλους με κεφαλές διασποράς, που απελευθερώνουν έως και 80 υποπυρομαχικά σε μεγάλο υψόμετρο, τα οποία διασκορπίζονται σε περιοχές που εκτείνονται σε πολλά χιλιόμετρα.

Το JINSA εκτιμά ότι πάνω από το ήμισυ του συνόλου των ιρανικών πυραύλων που εκτοξεύτηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας σύγκρουσης έφεραν κεφαλές διασποράς, σε σύγκριση με μόνο τρεις γνωστές χρήσεις κατά τη διάρκεια του καταστροφικού Πολέμου των 12 Ημερών. «Αλλά ακόμα και μια επιτυχημένη αναχαίτιση δεν εγγυάται ότι δεν θα πέσουν τα βομβίδια» – αν τα αναχαιτιστικά δεν καταφέρουν να πλήξουν αυτούς τους πυραύλους πριν εισέλθουν ξανά στην ατμόσφαιρα της Γης, εξακολουθούν να διασκορπίζουν υποπυρομαχικά στον αέρα ή να τα απελευθερώνουν κατά την πρόσκρουση. Αυτές οι επιθέσεις δεν στοχεύουν σκόπιμα Ισραηλινούς πολίτες, αλλά παρόλα αυτά καθιστούν άθλια την καθημερινή ζωή για τους εποίκους:

«Μικρότερες, αλλά πιο συχνές ιρανικές ομοβροντίες κρατούν τον άμαχο πληθυσμό σε συνεχή συναγερμό… [Αυτό] μειώνει τον χρόνο μεταξύ των επιθέσεων, μειώνοντας παράλληλα τη συνολική θνησιμότητα, ανταλλάσσοντας το μαζικό πλήγμα με την επίμονη φθορά της καθημερινής ζωής. Οι κεφαλές με πυρομαχικά διασποράς ενισχύουν αυτές τις διαταραχές αυξάνοντας την πιθανότητα πτώσης υποπυρομαχικών ή συντριμμιών σε κατοικημένες περιοχές… Η απόφαση του Ισραήλ να μην βάλλει εναντίον όλων των εισερχόμενων βαλλιστικών πυραύλων που μεταφέρουν πυρομαχικά διασποράς υποδηλώνει επίσης την ανάγκη για διαμοιρασμό των φθινόντων σε αριθμό αναχαιτιστικών πυραύλων.»

«Εξαιρετικά Ικανή»

Ωστόσο, η Αντίσταση ασχολείται κυρίως με την εκπλήρωση του «σκόπιμου σχεδίου της να υποβαθμίσει» τις αμυντικές δυνατότητες των ΗΠΑ και του Ισραήλ, να εκδιώξει οριστικά τις ΗΠΑ από τη Δυτική Ασία και να καταστήσει την περιοχή ασφαλή για την τελική απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Σε αυτό το πλαίσιο, το JINSA σημειώνει τις «καταστροφικές επιπτώσεις» των ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των πυραυλικών αεροπορικών επιδρομών σε υποτιθέμενα άτρωτους στόχους. Για παράδειγμα, το Πεντάγωνο εκτιμά ότι ένα μόνο χτύπημα της Αντίστασης στο αρχηγείο του Πέμπτου Στόλου του Ναυτικού των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν κόστισε περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια.

Αυτή είναι μία από τις δεκατρείς αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο που έχουν υποστεί «σημαντικές ζημιές». Μαχητικά αεροσκάφη έχουν καταστραφεί, Αμερικανοί στρατιώτες τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν σε σημαντικό αριθμό και οι επιζώντες έφυγαν τρέχοντας για τοπικά ξενοδοχεία. Το Ιράν έχει αποφασίσει να στοχεύσει αυτές τις αυτοσχέδιες, απομακρυσμένες βάσεις. Ταυτόχρονα, οι τοπικές συστοιχίες αεράμυνας της Αυτοκρατορίας είναι πλήρως απασχολημένες με την «επαρκή υπεράσπιση» των κατεστραμμένων αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, «ώστε να δημιουργήσουν τις συνθήκες εισροής πρόσθετων πόρων και ομάδων επισκευής στο θέατρο των επιχειρήσεων».

Μένει να δούμε πότε θα φτάσουν, πόσο χρόνο θα χρειαστούν για να αποκαταστήσουν ό,τι έχει χαθεί και αν κάτι τέτοιο θα είναι έστω και ελάχιστα ασφαλές. Εν τω μεταξύ, «τα ιρανικά πυρά εναντίον πλοίων στον Κόλπο αποδείχτηκαν ακόμη πιο δύσκολο να αναχαιτιστούν σε σχέση με τις επιθέσεις σε χερσαίους στόχους». Πάνω από τα μισά εντοπισμένα βλήματα της Αντίστασης που εκτοξεύτηκαν εναντίον πλοίων στον Κόλπο και στο Στενό του Ορμούζ χτύπησαν τους στόχους τους. Με τις κυβερνήσεις του Κόλπου να έχουν εξαντλήσει σχεδόν όλα τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων τους από τις 28 Φεβρουαρίου, αυτό που ακολουθεί μπορεί να αποβεί καταστροφικό:

«Οι περισσότερες βάσεις, λιμάνια και πόλεις του Κόλπου βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις ιρανικές περιοχές εκτόξευσης, γεγονός που μειώνει τον χρόνο που διαθέτουν οι αμυνόμενοι για να ανιχνεύσουν, να εντοπίσουν και να αντιμετωπίσουν τις εισερχόμενες απειλές. Οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι που εκτοξεύονται προς το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ ή τα ΗΑΕ μπορούν να φτάσουν στους στόχους τους μέσα σε τρία έως δέκα λεπτά, ένα κλάσμα των ήδη σύντομων 12-15 λεπτών που χρειάζονται αυτοί οι πύραυλοι για να φτάσουν στο Ισραήλ».

Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι πως, από την οπτική γωνία της Αυτοκρατορίας, τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Ο σιωνιστικός-αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν είχε σκοπό να αποτελέσει μια μονόπλευρη αεροπορική πολιορκία που θα διαρκούσε μόνο λίγες ημέρες και που θα κορυφωνόταν με την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ή τουλάχιστον με την πλήρη συνθηκολόγησή της. Δεν φαίνεται να υπήρχε καμία αίσθηση στην Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ ή άλλα αυτοκρατορικά κέντρα εξουσίας πως η Τεχεράνη θα μπορούσε να αντεπιτεθεί, πόσο μάλλον να γονατίσει τη στρατιωτική μηχανή της Αμερικής.

Ωστόσο, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της έναρξης μιας μεγάλης σύγκρουσης με την Αντίσταση ήταν απολύτως προβλέψιμο και μάλιστα ευρέως αναμενόμενο. Το ίδιο το JINSA δημοσίευσε μια εκτίμηση τον Σεπτέμβριο του 2024, προειδοποιώντας ότι το Ιράν είχε αναπτύξει μια «μεγάλη και εξαιρετικά ικανή δύναμη πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών», σχεδιασμένη να καταστήσει τις αμερικανικές βάσεις στη Δυτική Ασία «άχρηστες» και να «υπερφορτώσει» την αεράμυνα. Το JINSA αναγνώριζε ότι αυτή η ικανότητα αποτελούσε σοβαρή απειλή για την σιωνιστική οντότητα και τις περιφερειακές αμερικανικές βάσεις κι εξοπλισμό – αλλά υποστήριζε ότι περισσότερα συστήματα αναχαίτισης πυραύλων θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επαρκώς την απειλή.

Αυτή η εκτίμηση συντάχθηκε από τον πρώην διοικητή της CENTCOM[3], Φρανκ Μακένζι, ο οποίος επέβλεψε την καταστροφική υποχώρηση της Αυτοκρατορίας από το Αφγανιστάν. Στις 20 Μαρτίου, καυχήθηκε δημόσια ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν εξελισσόταν σύμφωνα με μια στρατηγική που είχε χαράξει η CENTCOM επί «πολλά χρόνια» και πως «αυτό το πολεμικό σχέδιο φέρει τα δακτυλικά μου αποτυπώματα». Η αποτυχία του Μακένζι να λάβει σοβαρά υπόψη τις γνωστές απειλές και η παραληρηματική πίστη στην απολύτως αήττητη – και ανεξάντλητη – αεράμυνα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, σίγουρα φέρει ευθύνη για το πώς η σύγκρουση γύρισε τόσο θεαματικά ανάποδα για τους επιτιθέμενους.

Η έκθεση του JINSA είναι ομοίως γεμάτη από φαντασιόπληκτη αισιοδοξία. Υποστηρίζει ότι η Αυτοκρατορία μπορεί να νικήσει το Ιράν πιέζοντας τους υποτελείς της να μεταφέρουν τα αμερικανικής προέλευσης συστήματα αεράμυνάς τους στον Κόλπο, σχηματίζοντας έναν συνασπισμό με «εταίρους» στην Ευρώπη και τη Δυτική Ασία «για τη συνοδεία πλοίων μέσα στα Στενά του Ορμούζ» και άλλα παραληρηματικά σχέδια. Τραγική ειρωνεία, στις 5 Μαρτίου, ο συντάκτης της έκθεσης πανηγύριζε ότι «η πυραυλική ισχύς του Ιράν έχει σχεδόν εξαντληθεί». Πότε θα παραδεχθούν οι αυτοκρατορικοί εγκέφαλοι τον πολύ πραγματικό αφοπλισμό της σιωνιστικής οντότητας;

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] RUSI: Βασιλικό Ινστιτούτο Ενόπλων Δυνάμεων.

[2] JINSA: Εβραϊκό Ινστιτούτο για την Εθνική Ασφάλεια της Αμερικής.

[3] Η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM) ιδρύθηκε το 1983 και έχει υπό την ευθύνη της τη Μέση Ανατολή (συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου), την Κεντρική Ασία και μέρη της Νότιας Ασίας. Η διοίκηση συνιστά τις κύριες αμερικανικές δυνάμεις σε πολλές στρατιωτικές επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένου του Πολέμου του Περσικού Κόλπου το 1991, του πολέμου στο Αφγανιστάν, του πολέμου στο Ιράκ, του πολέμου στη Συρία και τώρα του πολέμου με το Ιράν. Από το 2009 το επιχειρησιακό αρχηγείο της βρίσκεται στην αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ.

* Ο Kit Klarenberg είναι δημοσιογράφος-ερευνητής που διερευνά τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στη διαμόρφωση της πολιτικής και των αντιλήψεων. Αποκαλυπτικά ρεπορτάζ του για τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη γενοκτονία στη Γάζα και πολλά άλλα δημοσιεύονται στον ανεξάρτητο ιστότοπο ειδήσεων The Grayzone (thegrayzone.com) και στο Al-Mayadeen Media Network, ένα ανεξάρτητο αραβικό δορυφορικό ειδησεογραφικό κανάλι, που εδρεύει στην πρωτεύουσα του Λιβάνου, τη Βηρυτό (english.almayadeen.net).

Πηγή: kitklarenberg.com