του Alastair Crooke*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Strategic-Culture, 28/01/2026

Λαμβάνει ο Τραμπ το μήνυμα ότι μια «νίκη» επί του Ιράν δεν είναι «παιχνιδάκι»; Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποφασίσει μια τακτική TACO[1], συνοδευόμενη από συντριπτικές οικονομικές απειλές προς το Ιράν.

Όπως συμβαίνει τόσο συχνά στις μέρες μας, τελικά, μια αποφασιστική επίθεση στο Ιράν καταλήγει στην ψυχολογία του Τραμπ και στην ανάγκη του να τραβήξει την προσοχή όλων γύρω του. Καταλαβαίνει ότι όσο κι αν οι μαξιμαλιστικές δηλώσεις του φαίνονται – και είναιτρελές, παρόλα αυτά συνήθως καταλήγουν σε μια «εικόνα ισχυρού άνδρα». Η καριέρα του Τραμπ στηρίχθηκε στο συμπέρασμα ότι η βάση του αγαπά τον «ισχυρό τύπο» και κάθε ένδειξη αδυναμίας μειώνει αυτή την ψευδαίσθηση δύναμης. Είναι κάτι που γενικά έχει λειτουργήσει γι’ αυτόν.

Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές ελίτ δυσκολεύονται να το χωνέψουν αυτό – κατανοητό ίσως – και πέφτουν σε παροξυσμούς οργής.

Το κλειδί, όπως έχει υποδείξει ο Michael Wolff, παρατηρητής του Τραμπ, είναι ότι μετά από ένα διάστημα που ο Τραμπ λέει ότι «το ένα ή το άλλο» θα γίνει, είτε «με τον εύκολο τρόπο, είτε με τον δύσκολο», το σημείο καμπής συνήθως έρχεται όταν πρέπει να κάνει ελιγμούς για να βγει από τις μαξιμαλιστικές του θέσεις κι ενώ πάντα ισχυρίζεται ότι όλα ήταν μια επιτυχία της «Τέχνης της Διαπραγμάτευσης[2]», το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό που είχε εξαρχής ως στόχο.

Όσον αφορά στο Ιράν, το μήνυμα του Τραμπ είναι και πάλι υπερμαξιμαλιστικό: Αποδεχτείτε τους όρους μου ή προετοιμαστείτε για μια ολοκληρωτική εκστρατεία για την πλήρη διάλυση του πολιτικού σας συστήματος. Οι απεσταλμένοι του Τραμπ ενισχύουν σε κάθε ευκαιρία τη θέση του ότι «κάθε επιλογή παραμένει στο τραπέζι» (αν και αυτή η ρητορική δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ένα πολυφορεμένο κλισέ).

Ωστόσο, οι απειλές του Τραμπ προς το Ιράν έχουν προκαλέσει παροξυσμό ανησυχίας στην περιοχή, με τους ηγέτες – ακόμη και τον Νετανιάχου – να φοβούνται έναν μακροχρόνιο πόλεμο με απρόβλεπτες και αιματηρές συνέπειες.

Η αντίληψη του Τραμπ για τον πόλεμο βασίζεται σε μια φαντασίωση ότι μπορεί να πετύχει κάποιο αστραπιαίο κόλπο τύπου «πάω-χτυπάω-φεύγω». Ένα κόλπο στο οποίο οι ΗΠΑ δεν θα χάσουν στρατιώτες και η στρατιωτική τους υποδομή θα παραμείνει ανέγγιχτη. Οι αναφορές από τα συνήθη «φιλαράκια απ’ το τηλέφωνο» του Τραμπ λένε ότι εξακολουθεί να επιθυμεί ένα «εγγυημένα» αποφασιστικό αποτέλεσμα στο Ιράν – έναν σύντομο, βίαια απότομο, αποφασιστικό πόλεμο. Δεν θέλει θύματα – ειδικά Αμερικανούς. Ούτε θέλει μαζικές απώλειες ή μια μακροχρόνια σύγκρουση.

Ο Συνταγματάρχης Λάρι Γουίλκερσον εξηγεί ότι ο αποφασιστικός πόλεμος αποτελεί στρατιωτικό όρο. Σημαίνει ότι έχεις χτυπήσει τον εχθρό τόσο δυνατά που δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Ή, με άλλα λόγια, υπονοεί ότι ο Τραμπ θα επιθυμούσε ένα «τέχνασμα» σαν αυτό της σύλληψης του Μαδούρο.

Φυσικά, τίποτα δεν είναι εγγυημένο στον πόλεμο. Και η εξέγερση στο Ιράν που υποκινήθηκε από εξωτερικά εκπαιδευμένους ταραξίες βασισμένη στο προηγούμενο εγχειρίδιο περί Διαχείρισης της Αγριότητας[3] απέτυχε.

Οι ΗΠΑ δεν είχαν αναπτύξει μαζικά δυνάμεις για ένα τέτοιο επεισόδιο τον Ιανουάριο επειδή, στην (λανθασμένη) ανάλυσή τους, πίστευαν ότι αρκούσε απλώς να «βοηθήσουν» τους ταραχοποιούς που προσπαθούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση – μια βοήθεια που δεν θα απαιτούσε μεγάλη στρατιωτική ισχύ.

Λοιπόν, όλα αυτά κατέρρευσαν. Είχαν πιστέψει στην προπαγάνδα ότι το Ιράν ήταν ένας «πύργος από τραπουλόχαρτα», καταδικασμένος να καταρρεύσει υπό την επίδραση της ακραίας βίας των ταραχοποιών που στόχευε να δημιουργήσει την εικόνα ενός ετοιμόρροπου, φλεγόμενου οικοδομήματος με τους ηγέτες και τους κατοίκους του να σπεύδουν να δραπετεύσουν.

Φαίνεται ότι μετά την αποτυχία του «πραξικοπήματος» -αν και θέλοντας να συνεχίσει να ευχαριστεί έναν απαιτητικό Πρόεδρο- το Πεντάγωνο κατέληξε να δικαιολογείται και να εξηγεί το αποτυχημένο πραξικόπημα υποστηρίζοντας -με τα λόγια του Στρατηγού Κιν[4]– ότι «Έπρεπε να μετακινήσουμε όλη αυτή τη δύναμη πυρός» (επειδή αρχικά πίστευαν ότι θα μπορούσαν να τα καταφέρουν με μικρότερη).

Έτσι, τώρα έχουμε την αφήγηση ότι «οι ΗΠΑ έχουν πλέον αναπτύξει περισσότερες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή από ό,τι στον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, στον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου και στον πόλεμο του Ιράκ μαζί» – την οποία ο Αμερικανός στρατιωτικός εμπειρογνώμονας Will Schryver χαρακτηρίζει «εντελώς γελοία ανοησία».

Ο Schryver σημειώνει:
«Δεν έχω δει μέχρι στιγμής τέτοια στρατιωτική συγκέντρωση στην περιοχή που θα επέτρεπε οποιαδήποτε ενέργεια που να πλησιάζει έστω και στο ελάχιστο σε ένα ‘αποφασιστικό’ χτύπημα εναντίον του ιρανικού στρατού και της κυβέρνησής του».
»Μια μοίρα F-15, μερικά τάνκερ[5] και μερικές δεκάδες μεταγωγικά αεροπλάνα για αποστολές πυρομαχικών ή/και συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας έχουν σταλεί στην Ιορδανία. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτά συνιστούν μια μέτρια αμυντική ασπίδα ενάντια σε drones και πυραύλους κρουζ. Σίγουρα δε συνιστούν ένα ισχυρό πακέτο επίθεσης… ακόμη και με το αεροπλανοφόρο USS Gerald Ford στο παιχνίδι… Συνολικά, το Ναυτικό θα μπορούσε πιθανώς να εκτοξεύσει ~350 Tomahawk. Αλλά εναντίον μιας τεράστιας χώρας όπως το Ιράν, ακόμη κι αν και οι 350 πύραυλοι χτυπήσουν ‘κάτι’, δεν πρόκειται ούτε κατά διάνοια να αφοπλίσουν τους Ιρανούς».
Ο Schryver καταλήγει:
«Το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ΔΕΝ πρόκειται σε καμία περίπτωση να επιχειρήσει να εισβάλει στον Περσικό Κόλπο, ούτε καν στον Κόλπο του Ομάν. Θα ήταν εξαιρετικά υψηλό το ρίσκο να πετάξει ανεφοδιαστικά αεροπλάνα στον ιρανικό εναέριο χώρο. Αυτό θα περιορίσει την ακτίνα δράσης των αεροσκαφών κρούσης από τα αεροπλανοφόρα στα περίπου 600 μίλια [965 χιλιόμετρα] – αρκετά μακριά για να χτυπήσουν στόχους βαθιά στο Ιράν. Ακόμα κι αν πετάξουν μισή ντουζίνα B-2 και μια ντουζίνα B-52 / B-1B[6]… αυτό δεν θα προσφέρει πολλά στο πλαίσιο ενός χτυπήματος μια κι έξω. Συνιστούν απλώς μερικές δεκάδες ακόμη πυραύλους κρουζ που προστίθενται στο μείγμα».

Μια σύντομη, βίαιη και αποφασιστική «νίκη» (όπως αναφέρει η Wall Street Journal) που επιθυμεί ο Τραμπ — και η οποία «παίζει καλά» στο εσωτερικό — απλώς δεν αποτελεί επιλογή. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αράγτσι, πιο ρεαλιστικά, προειδοποίησε:

«Μια ολοκληρωτική αντιπαράθεση σίγουρα θα είναι χαοτική, άγρια ​​και θα διαρκέσει πολύ, πολύ περισσότερο από τα φανταστικά χρονοδιαγράμματα που το Ισραήλ και οι αντιπρόσωποί του προσπαθούν να πουλήσουν στον Λευκό Οίκο».

Στο εσωτερικό του Ιράν, σημειώνει ο Ibrahim Al-Amine, «η ηγεσία λειτουργεί με βάση την υπόθεση ότι η αντιπαράθεση μπορεί να φτάσει στην πιο ακραία της μορφή. Οι προετοιμασίες εξελίσσονται σε δύο κατευθύνσεις: ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων έναντι μιας επίθεσης μεγάλης κλίμακας και ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας για την αποτροπή της εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Αυτή η στάση είναι πλέον ορατή σε όλη τη χώρα».

Μήπως, λοιπόν, ο Τραμπ θα κάνει πίσω για άλλη μια φορά (δηλ. TACO[7] – «Ο Τραμπ πάντα κιοτεύει»); Ο Schryver υποστηρίζει ότι το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα. Δεν πρόκειται για έναν οικονομικό πόλεμο «δασμών και εμπορίου». Δεν πρόκειται για θεατρική πλοκή στην οποία  «το κιότεμα» του Τραμπ μπορεί να δικαιολογηθεί ως μια ακόμη νίκη, ως μέρος της έξυπνης προσέγγισής του στην ‘Τέχνη της Διαπραγμάτευσης’.

Αντίθετα, μια πραγματική πλήρης στρατιωτική σύγκρουση (όχι ένα κόλπο τύπου Μαδούρο) βρίσκεται «σε κοινή θέα», σημειώνει ο Will Shryver και θα ήταν πολύ δύσκολο να μπαλωθεί αν κάτι πάει στραβά. Η προσθήκη περισσότερης ισχύος πυρός δεν θα εξαλείψει τους κινδύνους. Η καλύτερη επιλογή του Τραμπ είναι να βρει μια εναλλακτική «απόσπαση της προσοχής».

Και το Ισραήλ φαίνεται να έχει δεύτερες σκέψεις. Ο Ρόναν Μπέργκμαν, στη Yedioth Ahronoth, αναφέρεται σε εκθέσεις των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών που αναφέρουν ότι «πριν από μιάμιση εβδομάδα οι διαμαρτυρίες έφτασαν στο αποκορύφωμά τους σε όλο το Ιράν… [από τότε] η κλίμακα των διαμαρτυριών και των διαδηλώσεων έχει μειωθεί δραματικά… οι υπηρεσίες ασφαλείας και η κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών δεν πιστεύουν ότι το καθεστώς βρίσκεται επί του παρόντος σε κίνδυνο, σίγουρα όχι σε άμεσο κίνδυνο… Το κεντρικό ερώτημα είναι αν ο Τραμπ έχασε την ορμή – και αν υπήρξε πραγματικά οποιαδήποτε ορμή…
»[Παρ’ όλα αυτά] ας υποθέσουμε ότι όλες οι ένοπλες δυνάμεις που οι ΗΠΑ μεταφέρουν τώρα στον Περσικό Κόλπο έχουν αναπτυχθεί πλήρως… και ας υποθέσουμε ότι το Ισραήλ θα συμμετέχει με τη δύναμη πυρός του… Και μετά τι; Θα ανέτρεπαν την κυβέρνηση…; Ποιο είναι το αισιόδοξο σενάριο για ένα τέτοιο γεγονός… χωρίς στρατιώτες στο έδαφος, αλλά μόνο με αεροπορικές επιδρομές;… Στην πράξη», καταλήγει ο Μπέργκμαν, «ένα τέτοιο καθεστώς δεν πέφτει ποτέ λόγω εξωτερικής επέμβασης».

Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό αποδοκιμασίας του Τραμπ, σύμφωνα με δημοσκόπηση των New York Times αυτή την εβδομάδα, ανέρχεται τώρα στο 47%. Ανεξάρτητα από τον στρατηγικό στρατιωτικό υπολογισμό της απάντησης του Ιράν σε οποιαδήποτε επίθεση, ο Τραμπ σίγουρα δεν χρειάζεται έναν χαοτικό πόλεμο. Του αρέσει οι «πρωτοβουλίες» του να είναι σύντομες και να πετυχαίνουν καθαρές «εξαιρετικές» νίκες.

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, καθώς η «αναμπουμπούλα» για τη Γροιλανδία κατέληξε σε απειλές και ανταπειλές για δασμούς, η αγορά ομολόγων των ΗΠΑ έφτασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης (όπως συνέβη και την Ημέρα της Απελευθέρωσης, με τις ανακοινώσεις δασμών). Η «διέξοδος» από την εξελισσόμενη κρίση στην αγορά ομολόγων ήταν ο Τραμπ να κάνει ‘TACO’ στην επιβολή δασμών σε σχέση με τη Γροιλανδία στα ευρωπαϊκά κράτη που δεν υποστήριξαν την εξαγορά της από αυτόν.

Λαμβάνει ο Τραμπ το μήνυμα ότι μια «νίκη» επί του Ιράν δεν είναι «παιχνιδάκι»; Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποφασίσει μια τακτική TACO, συνοδευόμενη από συντριπτικές οικονομικές απειλές προς το Ιράν -πιθανώς.

Υποσημειώσεις της μεταφράστριας:

[1] Η έκφραση Trump Always Chickens Out (TACO), δηλαδή  ο ‘Τραμπ Πάντα Κιοτεύει’ έγινε δημοφιλής μετά από ένα άρθρο του δημοσιογράφου των Financial Times, Ρόμπερτ Άρμστρονγκ, για τους δασμούς και τις επιπτώσεις τους στις αγορές των ΗΠΑ, τον Μάιο του 2025. Το ακρωνύμιο χρησιμοποιείται για να περιγράψει την τάση του Τραμπ να διατυπώνει απειλές για δασμούς, μόνο και μόνο για να τις αναιρέσει αργότερα κερδίζοντας χρόνο για διαπραγματεύσεις και για την ανάκαμψη των αγορών. Στη συνέχεια το χρησιμοποίησαν και άλλα ΜΜΕ κι έγινε viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο όρος προέρχεται από τη Γουόλ Στριτ, όπου το εμπόριο TACO σημαίνει την αγορά μετοχών σε χαμηλή τιμή αφότου μια ανακοίνωση δασμών ωθεί τις μετοχές χαμηλότερα και στη συνέχεια την πώλησή τους με κέρδος αφού οι δασμοί αναιρεθούν, καθυστερήσουν ή μειωθούν και η αγορά ανακάμψει.

[2] Αναφέρεται στο βιβλίο «Trump: The Art of the Deal» (Τραμπ: Η Τέχνη της Διαπραγμάτευσης) που εκδόθηκε το 1987, με συγγραφείς τον Ντόναλντ Τζ. Τραμπ και τον δημοσιογράφο Τόνι Σβαρτς.

[3] Αυτή η αναφορά του Crooke  σχετίζεται με:
1. Η “Διαχείριση της Αγριότητας: Το πιο κρίσιμο στάδιο από το οποίο θα περάσει το ισλαμικό έθνος” είναι ένα βιβλίο του ισλαμιστή θεωρητικού Abu Bakr Naji, που δημοσιεύθηκε στο Διαδίκτυο το 2004. Στόχος του ήταν να παράσχει μια στρατηγική για την Αλ Κάιντα και άλλους εξτρεμιστές, με την οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα νέο ισλαμικό χαλιφάτο. Η “Διαχείριση της Αγριότητας” αναπτύσσει την ανάγκη δημιουργίας και διαχείρισης της εθνικιστικής και θρησκευτικής δυσαρέσκειας και βίας, προκειμένου να δημιουργηθούν μακροπρόθεσμες ευκαιρίες προπαγάνδας για τις τζιχαντιστικές ομάδες.
2. Το βιβλίο του Max Blumenthal, εκδότη του The Grayzone, Η Διαχείριση της Αγριότητας: Πώς το Κράτος Εθνικής Ασφάλειας της Αμερικής τροφοδότησε την άνοδο της Αλ Κάιντα, του ISIS και του Ντόναλντ Τραμπ (The Management of Savagery: How America’s National Security State Fueled the Rise of Al Qaeda, ISIS, and Donald Trump).
Αντιγράφουμε από την παρουσίαση του βιβλίου: Από τη δεκαετία του 1970, η Ουάσιγκτον χρηματοδοτεί κρυφά μερικούς από τους χειρότερους τρομοκράτες στη Μέση Ανατολή. Η Αμερική έχει υποστηρίξει εξτρεμιστές με χρήματα και υλικό, συμπεριλαμβανομένων εχθρών όπως ο Μπιν Λάντεν. Η προθυμία του Πενταγώνου να κάνει τέτοιες συμμαχίες στο εξωτερικό έχει φέρει τον πόλεμο στην πατρίδα με αναπόφευκτες συνέπειες: χρηματοδοτώντας, εκπαιδεύοντας και εξοπλίζοντας τζιχαντιστικά στοιχεία στο Αφγανιστάν, τη Συρία και τη Λιβύη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και διεξάγοντας πολέμους αλλαγής καθεστώτος και παρεμβάσεις που γέννησαν το Ισλαμικό Κράτος. Αυτές οι ενέργειες οδήγησαν σε ένα πλήγμα στο εσωτερικό: μια κρίση ασφάλειας που έφερε την καταστροφή της 11ης Σεπτεμβρίου και άλλες τρομοκρατικές απειλές, καθώς και στην άνοδο ενός ισλαμοφοβικού εθνικισμού.

[4] Ο John M. Keane είναι Αμερικανός στρατηγός εν αποστρατεία, ο οποίος διετέλεσε Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1999 έως το 2003. Είναι αναλυτής εθνικής ασφάλειας, κυρίως στο Fox News, πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελέτης του Πολέμου και πρόεδρος της πολεμικής βιομηχανίας AM General.

[5] Εννοεί τα αεροπλάνα με δεξαμενές για εναέριο εφοδιασμό των βομβαρδιστικών.

[6] Αναφέρεται στους τρεις τύπους στρατηγικών βομβαρδιστικών της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ:
α) Το Boeing B-52 Stratofortress είναι ένα υποηχητικό στρατηγικό βομβαρδιστικό μεγάλης εμβέλειας με κινητήρα τζετ. Το βομβαρδιστικό μπορεί να μεταφέρει έως και 32.000 κιλά όπλων, έχει τυπική εμβέλεια μάχης περίπου 14.200 χλμ. χωρίς εναέριο ανεφοδιασμό και μέγιστη ταχύτητα 1046 χλμ./ώρα. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σπάνια το αποκαλούν B-52 Stratofortress, αλλά χρησιμοποιούν το διαδεδομένο παρατσούκλι του BUFF (Big Ugly Fat Fucker = Μεγάλος Άσχημος Χοντρός Μαλάκας), λόγω των πραγματικών στρατιωτικών ικανοτήτων του.
β) Το Northrop B-2 Spirit είναι ένα βαρύ στρατηγικό, υποηχητικό βομβαρδιστικό που χρησιμοποιεί τεχνολογία stealth χαμηλής παρατηρησιμότητας για να διαπεράσει εξελιγμένες αντιαεροπορικές άμυνες. Το βομβαρδιστικό μπορεί να ρίξει συμβατικά και θερμοπυρηνικά όπλα, δηλ. έως και ογδόντα βόμβες Mk 82 JDAM κατηγορίας 230 κιλών με GPS ή δεκαέξι πυρηνικές βόμβες B83 των 1.100 κιλών. Το B-2 είναι το μόνο αναγνωρισμένο αεροσκάφος εν υπηρεσία που μπορεί να μεταφέρει μεγάλα όπλα αέρος-εδάφους σε διαμόρφωση stealth. Έχει τυπική εμβέλεια μάχης περίπου 11.000 χλμ. χωρίς εναέριο ανεφοδιασμό και μέγιστη ταχύτητα 1010 χλμ./ώρα.
γ) Το Rockwell B-1 Lancer είναι ένα υπερηχητικό βαρύ βομβαρδιστικό που μεταφέρει ωφέλιμο φορτίο έως 34.000 κιλά, με εμβέλεια χωρίς εναέριο ανεφοδιασμό περίπου 10.500–12.000 χλμ. Πετά με ταχύτητα περίπου 1078 χλμ./ώρα, αλλά μπορεί θεωρητικά να αναπτύξει ταχύτητα Mach 0,9 (1448 χλμ./ώρα).
Το κόστος αυτών των βομβαρδιστικών ανά ώρα πτήσης είναι: 72.000 δολάρια ΗΠΑ για το B-52, 63.000 δολάρια για το B-1B και 135.000 δολάρια για το B-2.

[7] Δες υποσημείωση 1.

* Ο Alastair Crooke είναι πρώην Βρετανός διπλωμάτης, ιδρυτής και διευθυντής του Φόρουμ για τις Συγκρούσεις (Conflicts Forum) με έδρα τη Βηρυτό.

Πηγή: strategic-culture.su