Photo: ©Olga Maltseva/AFP/East News
Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Παρουσιάζουμε εδώ την ανάλυση του Ντμίτρι Τρένιν για τις παγκόσμιες εξελίξεις, που έχει συζητηθεί ιδιαίτερα στα εναλλακτικά μέσα του διαδικτύου. Πέρα από καίριες διαπιστώσεις -στις οποίες οι περισσότεροι νοήμονες άνθρωποι που παρακολουθούν τις εξελίξεις έχουν ήδη καταλήξει από μόνοι τους- και τις προτάσεις του προς τη Ρωσική ηγεσία και κοινωνία, η ανάλυση έχει μια επιπλέον σημασία λόγω της ιστορικής διαδρομής του συντάκτη της. Ήταν αξιωματικός του Σοβιετικού Στρατού και μετά του Ρωσικού ως το 1993 και ο πρώτος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ. Αμέσως μετά εντάχθηκε στο ρωσικό παράρτημα του Ιδρύματος Κάρνεγκι (Carnegie Endowment for International Peace), της γνωστής και μη εξαιρετέας «ΜΚΟ» που διακρίθηκε για τον αντισοβιετισμό της και στη συνέχεια για τη συμβολή της σε διάφορες πολύχρωμες επαναστάσεις που διέλυσαν κράτη, έθνη και λαούς. Διετέλεσε διευθυντής του ευαγούς αυτού ιδρύματος στη Μόσχα από το 2008 ως το 2022 που η Ρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία του. Αν μη τι άλλο, είναι ένα δείγμα του πώς σκέφτεται σήμερα ένα σημαντικό κομμάτι της Ρωσικής διανόησης που διακρίθηκε στο παρελθόν για τη φιλοδυτική στάση της.
Η μετάφραση έχει γίνει από τα Ρωσικά μέσω αγγλικών και την βοήθεια της ΑΙ στους ιδιωματισμούς της Ρωσικής γλώσσας (καθώς δεν γνωρίζω, ακόμα, Ρωσικά). Έχει ληφθεί επίσης υπόψη η αγγλική μετάφραση της περίληψης του άρθρου που δημοσιεύτηκε από το Ρωσικό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (russiancouncil.ru). Δεν εγγυώμαι 100% το λεκτικό της μετάφρασης, είμαι σίγουρη όμως για την απόδοση του πνεύματος του κειμένου. Καλή σας ανάγνωση.
του Ντμίτρι Τρένιν (Дмитрий Тренин)*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
Profile.Ru, 12/07/2025
Πολλοί άνθρωποι μιλούν τώρα για την ολίσθηση της ανθρωπότητας προς έναν «τρίτο παγκόσμιο πόλεμο», υπονοώντας ότι μας περιμένει κάτι που θυμίζει τα γεγονότα του 20ού αιώνα. Ωστόσο, ο πόλεμος αλλάζει συνεχώς μορφή. Δεν θα μας έρθει όπως τον Ιούνιο του 1941 (μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εισβολή), ούτε όπως φοβόντουσαν τον Οκτώβριο του 1962, κατά τη διάρκεια της Κρίσης των Πυραύλων στην Κούβα (με τη μορφή μιας μαζικής πυρηνικής επίθεσης). Στην πραγματικότητα, ο παγκόσμιος πόλεμος είναι ήδη εδώ, ακόμα κι αν δεν το έχουν προσέξει και συνειδητοποιήσει όλοι. Η προπολεμική περίοδος τελείωσε για τη Ρωσία το 2014, για την Κίνα το 2017 και για το Ιράν το 2023. Έκτοτε, η κλίμακα και η ένταση του πολέμου, στη σύγχρονη μορφή του, αυξάνονται συνεχώς. Δεν πρόκειται για έναν «δεύτερο ψυχρό πόλεμο». Από το 2022, ο πόλεμος της Δύσης εναντίον της Ρωσίας έχει αποκτήσει αποφασιστικό χαρακτήρα και η μετάβαση από μια θερμή σύγκρουση στην Ουκρανία, διαμέσου αντιπροσώπου όμως, σε μια μετωπική πυρηνική σύγκρουση με τις χώρες του ΝΑΤΟ γίνεται ολοένα και πιο πιθανή. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο άνοιξε την πιθανότητα αποφυγής μιας τέτοιας σύγκρουσης, αλλά μέχρι τα μέσα του έτους, χάρη στις προσπάθειες των ευρωπαϊκών χωρών και των αμερικανικών «γερακιών», η προοπτική ενός μεγάλου πολέμου έχει πάλι πλησιάσει επικίνδυνα. Ο τρέχων παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας συνδυασμός αρκετών συγκρούσεων στις οποίες εμπλέκονται οι ηγετικές δυνάμεις – οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους, η Κίνα και η Ρωσία.
Παρά τις μεταβαλλόμενες μορφές, η αιτία αυτού του παγκόσμιου πολέμου είναι παραδοσιακή: μια αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων στον κόσμο. Νιώθοντας ότι η άνοδος νέων κέντρων εξουσίας (κυρίως της Κίνας) και η αποκατάσταση της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης απειλούν την κυριαρχία της, η Δύση έχει περάσει στην αντεπίθεση. Για την Αμερική και την Ευρώπη, δεν αποτελεί την τελευταία μάχη, αλλά αποτελεί σίγουρα μια αποφασιστική. Η Δύση δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί την απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας. Δεν πρόκειται μόνο για γεωπολιτική. Η δυτική ιδεολογία (πολιτική και οικονομική παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό-πολιτισμικός μετά-ανθρωπισμός) δεν αποδέχεται οργανικά την ποικιλομορφία, την εθνική ή πολιτισμική ταυτότητα και παράδοση. Για τη σύγχρονη Δύση, η απόρριψη του οικουμενισμού σημαίνει καταστροφή – δεν είναι έτοιμη για περιφερειακό καθεστώς. Επομένως, έχοντας συγκεντρώσει τους σημαντικούς πόρους της και βασιζόμενη στην κλονισμένη, αλλά υπάρχουσα τεχνολογική της υπεροχή, η Δύση επιδιώκει να καταστρέψει εκείνους που έχει καταγράψει ως αντιπάλους.
Η λέξη «καταστροφή» δεν είναι υπερβολή. Όταν ο προηγούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, χρησιμοποίησε τη λέξη σε μια συνομιλία με τον Βραζιλιάνο πρόεδρο Λούλα ντα Σίλβα, ήταν πιο ειλικρινής από τον υπουργό Άμυνας, Λόιντ Όστιν, όταν μίλησε για την «πρόκληση μιας στρατηγικής ήττας στη Ρωσία». Τι είναι ένας πόλεμος εξόντωσης έχει επιδειχθεί από το υποστηριζόμενο από τη Δύση Ισραήλ, πρώτα στη Γάζα, στη συνέχεια στον Λίβανο και τέλος στο Ιράν. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκε το ίδιο σχέδιο για την καταστροφή στόχων στην Ισλαμική Δημοκρατία, όπως και στην επίθεση σε ρωσικά στρατιωτικά αεροδρόμια την 1η Ιουνίου. Επίσης, είναι λογικά αναπόφευκτο πως, προφανώς, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία εμπλέκονται και στις δύο επιχειρήσεις δολιοφθοράς – η Ρωσία, όπως το Ιράν, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα, θεωρούνται στην Ουάσινγκτον και το Λονδίνο ασυμβίβαστοι εχθροί της Δύσης. Αυτό σημαίνει ότι οι συμβιβασμοί στον συνεχιζόμενο πόλεμο είναι αδύνατοι. Μπορούν να υπάρξουν μόνο προσωρινές ανάπαυλες.
Δύο εστίες παγκοσμίου πολέμου φλέγονται ήδη : η Ανατολική Ευρώπη και η Μέση Ανατολή. Μια τρίτη είναι ορατή εδώ και καιρό: η Ανατολική Ασία (η Ταϊβάν, η Κορεατική Χερσόνησος, η Νότια και Ανατολική Σινική Θάλασσα). Η Ρωσία εμπλέκεται άμεσα στον πόλεμο στην Ευρώπη. Τα συμφέροντά της επηρεάζονται στο Ιράν. Και μπορεί να εμπλακεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην Άπω Ανατολή. Και δεν είναι μόνο τρεις εστίες. Μπορούν να δημιουργηθούν νέες – από την Αρκτική μέχρι το Αφγανιστάν και όχι μόνο κατά μήκος της περιμέτρου των συνόρων της χώρας, αλλά και εντός αυτής. Αντίθετα με προηγούμενες στρατηγικές πολέμου, οι οποίες απέβλεπαν – εκτός από τη συντριβή της θέλησης του εχθρού και την στέρηση της ικανότητας αντίστασής του- στον έλεγχο της επικράτειάς του, οι σύγχρονες στρατηγικές δεν προσανατολίζονται στην κατάληψη ενός εχθρικού κράτους, αλλά στην πρόκληση εσωτερικής αποσταθεροποίησης και χάους.

Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν θα μοιάζει ούτε στον Πρώτο, ούτε στον Δεύτερο. Στη φωτογραφία: Ρωσικό πεζικό κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, 1914. The Print Collector/Vostock Photo.
Η στρατηγική της Δύσης στον πόλεμο ενάντια στη Ρωσία – μετά την αποτυχημένη προσπάθεια «να της επιφέρει στρατηγική ήττα» – είναι να την εξαντλήσει οικονομικά και ψυχολογικά, να αποσταθεροποιήσει την κοινωνία μας, να υπονομεύσει την πίστη στην ηγεσία της χώρας και στις πολιτικές της, προκαλώντας νέες αναταραχές. Ο εχθρός εκτιμά ότι οι προσπάθειές του πρέπει να κορυφωθούν κατά την περίοδο της μεταβίβασης της ανώτατης εξουσίας.
Όσον αφορά στις μεθόδους επίτευξης αυτού του στόχου , η Δύση (ή οι αντιπρόσωποί της) δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα σχεδόν. Απολύτως όλα είναι επιτρεπτά. Ο πόλεμος έχει γίνει πολυεπίπεδος. Χάρη στην ευρεία χρήση ολοένα και πιο εξελιγμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), ολόκληρη η επικράτεια οποιασδήποτε χώρας, οποιαδήποτε από τις εγκαταστάσεις της και όλοι οι πολίτες της έχουν γίνει ευάλωτοι σε επιθέσεις ακριβείας. Τέτοιες επιθέσεις πραγματοποιούνται σε στρατηγικές υποδομές και στρατηγικές πυρηνικές ένοπλες δυνάμεις, σε βιομηχανικά συγκροτήματα κατασκευής πυρηνικών και πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Δολοφονούνται πολιτικοί, επιστήμονες, δημόσια πρόσωπα, διπλωμάτες (συμπεριλαμβανομένων επίσημων διαπραγματευτών), δημοσιογράφοι και, είναι σημαντικό να προσθέσουμε, ακόμα και μέλη των οικογενειών τους. Οργανώνονται μαζικές τρομοκρατικές επιθέσεις. Κατοικημένες περιοχές, σχολεία και νοσοκομεία δέχονται στοχευμένους – όχι τυχαίους! – βομβαρδισμούς. Αυτός είναι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος με την πλήρη έννοια της λέξης.
Ο ολοκληρωτικός πόλεμος βασίζεται στην απανθρωποποίηση του εχθρού. Τα ξένα θύματα (συμπεριλαμβανομένων των συμμάχων κάποιου, για να μην αναφέρουμε των αντιπροσώπων του) δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι ένοπλες δυνάμεις και ο πληθυσμός του εχθρού συνιστούν βιομάζα. Μόνο οι δικές τους απώλειες έχουν σημασία, καθώς μπορούν να επηρεάσουν το επίπεδο εκλογικής υποστήριξης για την κυβέρνηση. Ο εχθρός είναι το απόλυτο κακό που πρέπει να συντριβεί και να καταστραφεί. Η στάση απέναντι στο κακό δεν είναι θέμα πολιτικής, αλλά ηθικής. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καν προσχηματικός σεβασμός για τον εχθρό, όπως συνέβαινε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα, πυροδοτείται το μίσος. Η ηγεσία του εχθρού είναι εξ ορισμού εγκληματική και ο πληθυσμός των εχθρικών χωρών φέρει συλλογική ευθύνη για τους ηγέτες που ανέχεται. Οι διεθνείς δομές (οργανισμοί, υπηρεσίες, δικαστήρια) έχουν καταληφθεί από τη Δύση κι έχουν μετατραπεί σε τμήμα ενός κατασταλτικού μηχανισμού που στοχεύει στη δίωξη και την τιμωρία των αντιπάλων.
Η απανθρωποποίηση βασίζεται στον απόλυτο έλεγχο των πληροφοριών και στην μεθοδική και υψηλής τεχνολογίας πλύση εγκεφάλου. Το ξαναγράψιμο της ιστορίας, συμπεριλαμβανομένων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου, η απροκάλυπτη διατύπωση ψεμάτων για την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων, η απαγόρευση οποιασδήποτε πληροφορίας που προέρχεται από τον εχθρό, η δίωξη των πολιτών που αμφιβάλλουν για την ορθότητα της μοναδικής αφήγησης και η στιγμάτισή τους ως εχθρικών πρακτόρων, μετατρέπει τις δυτικές κοινωνίες σε αντικείμενα εύκολης χειραγώγησης από τις κυρίαρχες ελίτ. Ταυτόχρονα, η Δύση και οι αντιπρόσωποί της, συχνά εκμεταλλεύονται ένα πιο ήπιο καθεστώς που υφίσταται στο εχθρικό στρατόπεδο και στρατολογούν εκεί πράκτορες για να προκαλέσουν εσωτερικές συγκρούσεις – κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές, εθνοτικές, θρησκευτικές κ.λπ.
Η δύναμη του εχθρού έγκειται στην παγκόσμια συνοχή της παγκοσμιοποιημένης (ήδη μετα-εθνικής) ελίτ και στην επιτυχημένη ιδεολογική χειραγώγηση του πληθυσμού. Η διαίρεση μεταξύ των ΗΠΑ και της υπόλοιπης Δύσης υπό τον Τραμπ δεν πρέπει να υπερβάλλεται. Υπήρξε μια διάσπαση στην ίδια την «ομάδα Τραμπ», ενώ ο Τραμπ προσεγγίζει τους πρόσφατους επικριτές του. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι πολλά από τα πιο σημαντικά βήματα γίνονται από το «βαθύ κράτος» παρακάμπτοντας τον εκάστοτε πρόεδρο. Αυτός είναι ένας σοβαρός παράγοντας κινδύνου. Η Δύση εξακολουθεί να έχει εντυπωσιακή στρατιωτική ισχύ και τα μέσα για να την αναπτύξει παγκοσμίως. Διατηρεί την τεχνολογική ηγεσία, την οικονομική ηγεμονία και κυριαρχεί στον τομέα της πληροφορίας. Το θέατρο πολέμου της περιλαμβάνει τα πάντα, από κυρώσεις μέχρι κυβερνοχώρο, από βιοτεχνολογία μέχρι τη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης. Η στρατηγική της είναι να χτυπά τους εχθρούς της έναν κάθε φορά. Η Δύση εφάρμοσε αυτή την πρακτική της στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και τη Λιβύη, την οποία δεν υπερασπίστηκε κανείς. Τώρα βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου δι’ αντιπροσώπου με τη Ρωσία. Το Ισραήλ, υποστηριζόμενο από τη Δύση, επιτέθηκε στο Ιράν. Η Λαϊκή Δημοκρατία Κορέας και η Κίνα βρίσκονται στη λίστα αναμονής.
Ο «θερμός» πόλεμος στην Ουκρανία εξελίσσεται σε έναν απευθείας πόλεμο της Ευρώπης εναντίον της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, οι Ευρωπαίοι έχουν εμπλακεί βαθιά στη σύγκρουση εδώ και καιρό. Βρετανικοί και γαλλικοί πύραυλοι έπληξαν ρωσικούς στόχους, πληροφορίες από χώρες του ΝΑΤΟ μεταφέρονται στο Κίεβο, οι Ευρωπαίοι συμμετέχουν στην εκπαίδευση των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και στον κοινό σχεδιασμό δολιοφθορών, στρατιωτικών και τρομοκρατικών επιχειρήσεων. Πολλές χώρες της ΕΕ προμηθεύουν το Κίεβο με όπλα και πυρομαχικά. Η Ουκρανία είναι ένα εργαλείο, ένα αναλώσιμο για την Ευρώπη. Ο πόλεμος δεν περιορίζεται στην Ουκρανία και δεν θα τελειώσει με αυτήν. Καθώς οι ανθρώπινοι πόροι της Ουκρανίας μειώνονται, το ΝΑΤΟ/ΕΕ θα εμπλέξει τους πόρους άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης – ιδίως των Βαλκανίων. Αυτό χρειάζεται για να έχει χρόνο η Ευρώπη να προετοιμαστεί για έναν πόλεμο με τη Ρωσία μεσοπρόθεσμα.
Ένα εύλογο ερώτημα: πρόκειται για προετοιμασία άμυνας ή επίθεσης; Ίσως κάποιο μέρος των ευρωπαϊκών ελίτ να έχει πέσει θύμα της δικής του προπαγάνδας σχετικά με τη «ρωσική απειλή», αλλά στην πλειοψηφία τους πρόκειται για την επιθυμία να διατηρήσουν την εξουσία στις σημερινές συνθήκες της προπολεμικής υστερίας. Παρ’ όλα αυτά, οι κίνδυνοι που προέρχονται από τη Δύση πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Φυσικά, δεν πρέπει να περιμένουμε μια κυριολεκτική επανάληψη της 24ης Ιουνίου 1812 ή της 22ας Ιουνίου 1941. Μπορεί να υπάρξουν (και σίγουρα θα υπάρξουν) προκλήσεις από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα. Είναι πιθανές οι προσπάθειες ανοίγματος ενός «δεύτερου μετώπου» στην Υπερδνειστερία, την Υπερκαυκασία ή αλλού. Ιδιαίτερα επικίνδυνες μπορεί να είναι: η μεταφορά ισχυρών όπλων από τους Ευρωπαίους στο Κίεβο, τα οποία θα ισχυριστούν ότι έχουν κατασκευαστεί από την ίδια την Ουκρανία[1], προσπάθειες αποκλεισμού της εξόδου από τον Κόλπο της Φινλανδίας ή το Καλίνινγκραντ[2], νέα δολιοφθορά εναντίον στρατηγικών εγκαταστάσεων της Ρωσίας. Η ουσία είναι ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ απέκτησαν για άλλη μια φορά έναν στόχο – να επιλύσουν με κάποιο τρόπο το «Ρωσικό ζήτημα».

Ο προηγούμενος Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με την ήττα και τη συνθηκολόγηση του εχθρού. Στη φωτογραφία: Σοβιετικοί στρατιώτες κοντά στο κατεστραμμένο κτίριο του Ράιχσταγκ στο Βερολίνο. Εβγκένι Χαλντέι/TASS.
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φερόμαστε στους Ευρωπαίους επιπόλαια ή συγκαταβατικά. Καθώς η Ευρώπη έχει αποτύχει σε πολλούς τομείς, η ελίτ της είναι νευρική και κινητοποιείται. Η απώλεια της ικανότητας στρατηγικής σκέψης στην Ευρώπη και η απώλεια σύνεσης, ακόμη και κοινής λογικής από τους ηγέτες της, την καθιστούν πιο επικίνδυνη. Η εχθρότητα των κυρίαρχων κύκλων της Ευρώπης προς τη Ρωσία δεν αποτελεί φάση της αγοράς που σύντομα θα αντικατασταθεί από ένα «επιχειρηματικό πνεύμα». Δεν είναι μόνο ότι η Ρωσία, ως προσωποποίηση του εχθρού, βοηθά τις ελίτ να ενώσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και να χτυπήσουν τους εγχώριους ανταγωνιστές. Και δεν πρόκειται μόνο για χρόνιες φοβίες και παράπονα. Το σημαντικότερο είναι πως η Ρωσία δεν συνιστά απλώς έναν «βαρυσήμαντο άλλο». Εμποδίζει την αποκατάσταση της δυτικής (συμπεριλαμβανομένης της ευρωπαϊκής) ηγεμονίας. Αντιπροσωπεύει μια πολιτισμική εναλλακτική λύση που προβληματίζει τους απλούς Ευρωπαίους και περιορίζει την ικανότητα των ευρωπαϊκών ελίτ να εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά συνέπεια, η ενιαία Ευρώπη στοχεύει σοβαρά στη συντριβή της Ρωσίας.
Επομένως, έχουμε μπροστά μας έναν μακρύ πόλεμο. Η Νίκη στην Ουκρανία δεν θα είναι όπως το 1945. Η αντιπαράθεση θα συνεχιστεί με άλλες μορφές, πιθανώς και στρατιωτικά. Δεν θα υπάρξει σταθερή αντιπαράθεση (γνωστή και ως ειρηνική συνύπαρξη), όπως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα, οι επόμενες δεκαετίες υπόσχονται να είναι πολύ δυναμικές. Θα πρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα για την επάξια θέση της Ρωσίας στην αναδυόμενη νέα τάξη πραγμάτων.
Τι να κάνουμε; Δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής και δεν διαφαίνεται ειρήνη. Ήρθε η ώρα για αποφάσεις, για δράση. Δεν είναι ώρα για ημίμετρα – τα ημίμετρα οδηγούν στην καταστροφή.
Το κύριο πράγμα για εμάς είναι να ενισχύσουμε τα μετόπισθεν χωρίς να αποδυναμώσουμε το μέτωπο. Πρέπει να κινητοποιήσουμε δυνάμεις, όχι σύμφωνα με οδηγίες πριν από 50 χρόνια, αλλά «έξυπνα». Αν δώσουμε τον αγώνα με μισές δυνάμεις, σίγουρα θα χάσουμε. Το στρατηγικό μας πλεονέκτημα – η πολιτική ηγεσία με αυτοπεποίθηση- πρέπει να παραμείνει ως έχει και, το πιο σημαντικό, να αναπαραχθεί «απρόσκοπτα». Πρέπει να κατανοήσουμε ξεκάθαρα πού πάμε και ποια πορεία ακολουθούμε. Οι οικονομικές, χρηματοοικονομικές και τεχνολογικές μας πολιτικές πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στις σκληρές πραγματικότητες μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης και η δημογραφική πολιτική (από το ποσοστό γεννήσεων έως τη μετανάστευση) πρέπει να σταματήσει και να αντιστρέψει τις τάσεις που είναι επικίνδυνες για εμάς. Η πατριωτική ενότητα του πληθυσμού, η έμπρακτη αλληλεγγύη όλων των κοινωνικών του ομάδων, η ενίσχυση του αισθήματος δικαιοσύνης πρέπει να γίνουν το κύριο μέλημα των αρχών και της κοινωνίας.
Πρέπει να ενισχύσουμε τις εξωτερικές συμμαχίες και συνεργασίες. Οι στρατιωτικές συμμαχίες στη Δύση (Λευκορωσία) και στην Ανατολή (Βόρεια Κορέα) απέδειξαν την αξία τους. Αλλά δεν έχουμε παρόμοιο σύμμαχο στο νότο. Πρέπει να εργαστούμε για την ενίσχυση της νότιας γραμμής της γεωπολιτικής μας. Πρέπει να αναλύσουμε με νηφαλιότητα και προσοχή τα αποτελέσματα και τις συνέπειες του πολέμου μεταξύ του Ισραήλ, αφενός, και του Ιράν και των περιφερειακών συμμάχων του, αφετέρου. Ο εχθρός, ενεργώντας ως ενιαίο μπλοκ, στοιχηματίζει στην καταστροφή των εχθρών του έναν κάθε φορά. Από αυτό, εμείς και οι εταίροι μας πρέπει να βγάλουμε ένα προφανές συμπέρασμα – όχι να αντιγράψουμε τα δυτικά σχήματα, αλλά να επιτύχουμε στενότερο συντονισμό και αποτελεσματική συνεργασία.
Είναι δυνατό και απαραίτητο να παίξουμε ένα τακτικό παιχνίδι με την κυβέρνηση Τραμπ, ευτυχώς αυτό έχει ήδη φέρει κάποια τακτικά αποτελέσματα (για παράδειγμα, βοήθησε στη μείωση της εμπλοκής των ΗΠΑ στην ουκρανική σύγκρουση). Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε: οι τακτικές δεν είναι στρατηγική. Η προθυμία για διάλογο εφησυχάζει πολλούς, εμπνέοντας όνειρα για μια γρήγορη επιστροφή στο «λαμπρό παρελθόν». Η αμερικανική πολιτική ελίτ, αντίθετα, εξακολουθεί να είναι γενικά εχθρική απέναντι στη Ρωσία. Δεν θα υπάρξει νέα ύφεση με τις ΗΠΑ και η προηγούμενη έληξε άσχημα. Ναι, η διαδικασία αναδιαμόρφωσης της αμερικανικής στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής από «αυτοκρατορική» σε «μεγάλη δύναμη» πιθανότατα θα συνεχιστεί και μετά την αποχώρηση του Τραμπ από το αξίωμα. Πρέπει να το έχουμε αυτό κατά νου και να το χρησιμοποιούμε στην πρακτική πολιτική.
Οι Ευρωπαίοι αρχηγοί της συμμορίας ενάντια στη Ρωσία -Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία- πρέπει να κατανοήσουν (όχι μόνο με λόγια) ότι είναι ευάλωτοι και δεν θα μπορέσουν να μείνουν αλώβητοι σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης της ουκρανικής σύγκρουσης. Το ίδιο μήνυμα πρέπει να σταλεί και στα «πρωινά κοκόρια» του αντιρωσικού πολέμου – τους Φινλανδούς, τους Πολωνούς και τους Βαλτικούς. Οι προκλήσεις τους πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και δυναμικά. Στόχος μας είναι να ενσταλάξουμε (να διατηρήσουμε) τον φόβο στον εχθρό, να του κόψουμε τον βήχα, να τον κάνουμε να σκεφτεί και να σταματήσει.
Γενικά, θα πρέπει να ενεργείτε σύμφωνα με τη δική σας επιλογή και λογική. Να ενεργείτε με τόλμη, όχι απαραίτητα με τρόπο που να καθρεφτίζει τις εχθρικές ενέργειες. Και όχι απαραίτητα ως απάντηση. Εάν μια σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει να χτυπήσετε προληπτικά. Αρχικά, με συμβατικά μέσα. Εάν είναι απαραίτητο, μετά από προσεκτική εξέταση, με ειδικά μέσα, δηλαδή πυρηνικά. Η πυρηνική αποτροπή μπορεί να είναι όχι μόνο παθητική, αλλά και ενεργητική, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης χρήσης πυρηνικών όπλων. Η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία δείχνει ότι τα κέντρα λήψης αποφάσεων δεν πρέπει να απολαμβάνουν ασυλίας. Εκεί, «υστερήσαμε» σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που δημιούργησε μια εσφαλμένη εντύπωση στον εχθρό σχετικά με το επίπεδο της αποφασιστικότητάς μας. Στη μάχη που μας επιβλήθηκε, πρέπει να επικεντρωθούμε στη νίκη, δηλαδή στην πλήρη καταστροφή των σχεδίων του εχθρού.
Δεν χρειάζεται μόνο να διεισδύσουμε στην εχθρική αεράμυνα στην Ουκρανία (και, αν χρειαστεί, σε άλλα μέρη), αλλά και να διαπεράσουμε τον σιδερένιο θόλο της πληροφόρησης πίσω από τον οποίο έχει καταφύγει η Δύση. Η μετασοβιετική Ρωσία αρνήθηκε να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών. Σε καιρό πολέμου, αυτή είναι μια απρόσιτη πολυτέλεια. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε στο ότι κάπου θα έρθουν στην εξουσία οι παραδοσιακές δεξιές ή οι «κανονικές» αριστερές δυνάμεις και όλα θα λειτουργήσουν από μόνα τους. Πρέπει να υπονομεύσουμε το ενιαίο μέτωπο των αντιπάλων μας από μέσα, να παίξουμε με τις αντιφάσεις συμφερόντων και φιλοδοξιών διαφορετικών κρατών, δυνάμεων και ατόμων. Η Ευρώπη είναι ετερογενής. Δίπλα στον ηγετικό πυρήνα (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία) και μια ομάδα δραστήριων προβοκατόρων (Φινλανδία, Πολωνία, χώρες της Βαλτικής), υπάρχουν οι αντιφρονούντες (Ουγγαρία, Σλοβακία – όσο οι τρέχουσες κυβερνήσεις βρίσκονται στην εξουσία εκεί), ο αριθμός των οποίων μπορεί να αυξηθεί (για παράδειγμα, στο μέγεθος της πρώην Αυστροουγγαρίας), καθώς και ένας αρκετά μεγάλος αριθμός «παθητικών» στις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Κύπρος). Γενικά, το πεδίο για επικοινωνιακή και πολιτική δουλειά είναι μεγάλο. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ είναι εχθρικοί οργανισμοί για εμάς, ο ΟΑΣΕ είναι ως επί το πλείστον άχρηστος, αλλά πρέπει να προσφέρουμε ενεργά διάλογο σε όλες τις νηφάλιες δυνάμεις στην Ευρώπη, να δημιουργήσουμε συνασπισμούς για τη ζωή, για την ειρήνη, για την ανθρωπότητα. Η Ρωσία δεν πρόκειται να «αρπάξει» την Ευρώπη, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να την ειρηνεύσουμε.
Υποσημειώσεις της μεταφράστριας:
[1] Πιθανότατα αναφέρεται στους Γερμανικούς πυραύλους Taurus KEPD-350, τύπου κρουζ που εκτοξεύονται από αέρος και διαθέτουν εμβέλεια άνω των 500 χλμ. Όπως έχουν αποδείξει οι Ρωσικές αρχές με ντοκουμέντα οι πύραυλοι αυτοί έχουν μεταφερθεί εδώ και καιρό στην Ουκρανία, με αρχικό στόχο την καταστροφή της γέφυρας του Κερτς στην Κριμαία (θυμίζουμε την υποκλαπείσα συζήτηση μεταξύ Γερμανών αξιωματικών για τη σχετική χρήση τους στις 1/3/2024). Η Γερμανία έχει δώσει κι έχει πάρει πίσω την άδεια πολλές φορές για χρήση τους σε κτυπήματα βαθιά στο Ρωσικό έδαφος κι εδώ και κάποιους μήνες κυκλοφορεί το παραμύθι ότι «θα βοηθήσει την Ουκρανία να κατασκευάσει δικούς της πυραύλους», δηλαδή θα βαφτίσει ουκρανικούς τους Taurus.
[2] Πέντε ημέρες μετά τη δημοσίευση της παρούσας ανάλυσης, στις 17/7/2024, ο Διοικητής του Στρατού των ΗΠΑ για την Ευρώπη και την Αφρική, Στρατηγός Κρίστοφερ Ντόναχιου δήλωσε ότι: «το Καλίνινγκραντ της Ρωσίας έχει πλάτος περίπου 47 μίλια και περιβάλλεται από το ΝΑΤΟ από όλες τις πλευρές. Το ΝΑΤΟ και ο Στρατός των ΗΠΑ έχουν πλέον την ικανότητα να «το κατακτήσουν από το έδαφος σε ένα χρονικό πλαίσιο που είναι ανήκουστο και πιο γρήγορα από ό,τι έχουμε καταφέρει ποτέ. Το έχουμε ήδη σχεδιάσει και αναπτύξει.»
* Ο Ντμίτρι Τρένιν είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Στρατιωτικής Οικονομίας και Στρατηγικής του Εθνικού Ερευνητικού Πανεπιστημίου στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών.
Πηγή: profile.ru
Αφήστε ένα σχόλιο