Το απροκάλυπτα δυστοπικό όραμα για το μέλλον της εταιρείας παρακολούθησης, δεν είναι παρά το «1984»[1] επικαιροποιημένο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Το άρθρο του Hoffmeister παραλληλίζει σε όλο το μήκος του το πολιτικό μανιφέστο της Palantir με το γνωστό μυθιστόρημα του Τζορτζ Όργουελ «1984» και χρησιμοποιεί συνεχώς όρους από αυτό. Για την καλύτερη κατανόηση του άρθρου, ακολουθεί μια συνοπτική παρουσίαση του «1984». Οι συγκεκριμένοι όροι από το μυθιστόρημα που εμπεριέχονται στο άρθρο, εξηγούνται αναλυτικά στις αντίστοιχες υποσημειώσεις.
Το “1984” είναι ένα δυστοπικό μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Τζορτζ Όργουελ που εκδόθηκε στις 8 Ιουνίου 1949. Θεματικά, επικεντρώνεται στον ολοκληρωτισμό, τη μαζική παρακολούθηση και την καταπιεστική πειθάρχηση των ανθρώπων και των συμπεριφορών.
Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό μέλλον. Πιστεύεται ότι είναι το 1984, αλλά είναι αβέβαιο. Μεγάλο μέρος του κόσμου βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο. Η Μεγάλη Βρετανία, γνωστή τώρα ως “Airstrip One” (Αεροδιάδρομος 1), έχει γίνει επαρχία του ολοκληρωτικού υπερκράτους της Ωκεανίας, του οποίου ηγείται ο Μεγάλος Αδελφός (Big Brother), ένας δικτατορικός ηγέτης που υποστηρίζεται από μια έντονη λατρεία προσωπικότητας που κατασκευάζεται από την Αστυνομία Σκέψης του Κόμματος, που όμως δεν είναι σαφές ότι υπάρχει ως φυσική οντότητα. Το Κόμμα ασκεί πανταχού παρούσα κυβερνητική επιτήρηση και, μέσω του Υπουργείου Αλήθειας, συνεχή άρνηση και ανακατασκευή της ιστορίας και της πραγματικότητας, καθώς και συνεχή προπαγάνδα για να καταδιώξει την ατομικότητα και την ανεξάρτητη σκέψη. Το μυθιστόρημα εξετάζει τον ρόλο της αλήθειας και των γεγονότων μέσα στις κοινωνίες και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να χειραγωγηθούν.
Το «1984» στρεφόταν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, που μόλις πρόσφατα είχε νικήσει, με τεράστιες θυσίες, το πραγματικό ‘1984’ του Ναζισμού. Η ΕΣΣΔ, με όλα τα κουτσά και τα στραβά της, δεν υπήρξε ποτέ η κοινωνία που περιγράφει ο Όργουελ. Στην ουσία ο συγγραφέας εφάρμοσε ο ίδιος στο έργο του τη διαστροφή της αλήθειας και της ιστορικής πραγματικότητας της εποχής. Γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο αντικομμουνιστικής προπαγάνδας επί δεκαετίες. Όμως, τα χρόνια πέρασαν, η ΕΣΣΔ έπαψε να υπάρχει και το μυθιστόρημα παίρνει τώρα εκδίκηση από το συγγραφέα του, καθώς είναι η κοινωνία και οι πολιτικές που στήριξε ο Όργουελ που μας οδηγούν ουσιαστικά στο «1984», στον Μεγάλο Αδελφό και στον Διαρκή Πόλεμο.
του Constantin von Hoffmeister*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
RT.ru, 21/04/2026
Περπατώντας στους διαδρόμους από γυαλί κι ατσάλι του σύγχρονου μηχανισμού τεχνολογίας ασφάλειας, διαπιστώνεις πως η τηλεοθόνη[2] είναι ένας ακούραστος επεξεργαστής των ίδιων των ψυχών μας.
Το όραμα της Palantir Technologies για μια «Τεχνολογική Δημοκρατία» έρχεται σαν εγχειρίδιο για το «γυάλισμα» της μπότας που πατάει τον σβέρκο μας — αυτής που προορίζεται να μείνει εκεί για πάντα, αρκεί να είναι εξοπλισμένη με τους τελευταίους αισθητήρες πρόβλεψης. Με το πνεύμα μιας καθαρής ματιάς στη στιγμή που το ρολόι σημαίνει δεκατρείς[3], οφείλουμε να ανατέμουμε τη συμμαχία μεταξύ της εταιρικής αλγοριθμικής ισχύος και του Σιωνιστικού κράτους. Πρόκειται για μια νέα «Νέα Ομιλία»[4], όπου η «άμυνα» βαφτίζεται ηθικό χρέος και η «αποτροπή» δεν είναι παρά ο σιωπηλός βόμβος ενός αλγορίθμου που αποφασίζει ποιος θα πεθάνει.
Τα θεμέλια αυτού του ψηφιακού φρουρίου οικοδομούνται πάνω στον ισχυρισμό περί ενός “ηθικού χρέους” που η ελίτ των μηχανικών οφείλει στο Κράτος. Στον κόσμο του “1984” του Τζορτζ Όργουελ, αυτό αποτελεί την απόλυτη σύνθεση: το Κόμμα και η Εταιρεία γίνονται ένα και το αυτό. Αυτή η “ρητή υποχρέωση” συμμετοχής στην εθνική άμυνα παίρνει σάρκα και οστά στη “στρατηγική συνεργασία” της Palantir με το Ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε στις αρχές του 2024, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης επίσκεψης των συνιδρυτών της Πίτερ Θιλ και Άλεξ Καρπ στο Τελ Αβίβ και επιδιώκει να τιθασεύσει την προηγμένη εξόρυξη δεδομένων για “αποστολές σχετιζόμενες με τον πόλεμο”. Οι προγραμματιστές του Πάλο Άλτο[5] έχουν στρατολογηθεί στο νέο “Εσωτερικό Κόμμα”[6]: οι αρχιερείς ενός ψηφιακού οπλοστασίου. Η εταιρική τους ταυτότητα είναι τόσο στενά συνυφασμένη με το σιωνιστικό εγχείρημα, που η Palantir πραγματοποίησε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο του 2024 στο Ισραήλ, σηματοδοτώντας ότι η “Τεχνολογική Δημοκρατία” τους υπερβαίνει τα σύνορα όταν πρόκειται για την επιβολή της κρατικής ισχύος.
Μας λένε ότι η εποχή της «εκρηκτικής ρητορικής» και της πυρηνικής αποτροπής ξεθωριάζει κι αντικαθίσταται από μια «σκληρή δύναμη» βασισμένη εξ ολοκλήρου στο λογισμικό. Έρχεται η μετάβαση από την αδέξια βία του κλομπ στην αόρατη βία του κώδικα. Αναφορές από τη Γάζα υποδηλώνουν ότι η Palantir παρέχει την υποδομή για ένα σύστημα όπου η ανθρώπινη διαίσθηση αντικαθίσταται από τη μαθηματική βεβαιότητα. Συνθέτοντας τεράστια σύνολα δεδομένων – υλικό παρακολούθησης, υποκλαπείσες επικοινωνίες και βιομετρικά αρχεία – το λογισμικό βοηθά στην παραγωγή βάσεων δεδομένων στόχευσης που λειτουργούν ως αυτοματοποιημένες «λίστες θανάτου».
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό λογοδοσίας, μια μορφή “αλγοριθμικής εύλογης αποποίησης ευθύνης”. Όταν ένα πλήγμα βασισμένο σε τεχνητή νοημοσύνη ισοπεδώνει ένα συγκρότημα κατοικιών, η ευθύνη διαχέεται μέσα σε ένα “μαύρο κουτί”. Ο προγραμματιστής ισχυρίζεται ότι το λογισμικό απλώς “προτείνει”, ο επιστήμονας δεδομένων ότι τα στοιχεία που εισήχθηκαν ήταν “αντικειμενικά” και ο στρατιωτικός διοικητής ότι η λογική της μηχανής ήταν “βέλτιστη”. Ο Άλεξ Καρπ καυχήθηκε πρόσφατα στους μετόχους: “Η δουλειά μας είναι να κατασκευάζουμε πράγματα που τρομάζουν τους εχθρούς μας και, περιστασιακά, τους σκοτώνουν”, μια ανατριχιαστική επιβεβαίωση του κεντρικού ρόλου της εταιρείας στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών κατά του Ιράν. Αυτή η παραδοχή εκθέτει μια βάναυση πραγματικότητα, όπου η αλγοριθμική ακρίβεια γιορτάζεται ως τεχνικός θρίαμβος, ενώ συστηματικά συγκαλύπτει την ανθρωπιστική καταστροφή που εκτυλίσσεται υπό το βάρος της στοχοποίησης μέσω τεχνητής νοημοσύνης.
Στα πλαίσια της “Επιχείρησης Επική Οργή”, το λογισμικό της Palantir λειτουργεί ως η κύρια γνωσιακή μηχανή για τον αμερικανικό και τον ισραηλινό στρατό, επεξεργαζόμενο χιλιάδες ιρανικούς στόχους με ταχύτητα που ξεπερνά κάθε παραδοσιακή ανθρώπινη εποπτεία. Συμπιέζοντας τη “φονική αλυσίδα” σε μόλις λίγα λεπτά, η εταιρεία μετατράπηκε από απλός προμηθευτής σε πρωταγωνιστή μιας σύγκρουσης όπου το άγρυπνο μάτι της μηχανής καθορίζει την επιβίωση ολόκληρων πληθυσμών. Σε αυτό το περιβάλλον, η “ακλόνητη δέσμευση” της Palantir προς όσους βρίσκονται σε κίνδυνο, μετατρέπεται σε εντολή φίμωσης κάθε διαλόγου σχετικά με το ανθρώπινο κόστος της κατοχής.
Υπάρχει μια πανούργα μέθοδος για τη χειραγώγηση της αντίληψης που χρησιμοποιεί η Palantir επικρίνοντας την “τυραννία των εφαρμογών”. Υποστηρίζει ότι οι μικρές γυάλινες πλάκες στις τσέπες μας περιορίζουν την “αίσθηση του εφικτού”. Η προτεινόμενη θεραπεία είναι μια μετατόπιση από την τετριμμένη παρακολούθηση από την καταναλωτική “εφαρμογή” στην ολική επιτήρηση από την “υποδομή”. Διαμαρτύρεται επειδή η τηλεοθόνη χρησιμοποιείται για παιχνίδια, ενώ θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για το “Δίλεπτο Μίσους”[7]. Κι ενώ το κοινό ανησυχεί για τον χρόνο που ξοδεύει μπροστά στην οθόνη, η υποδομή της Palantir εργάζεται στο παρασκήνιο για να παρακολουθεί τα “οπισθοδρομικά” στοιχεία.
Η Διεθνής Αμνηστία έχει τεκμηριώσει πώς αυτή η τεχνολογία “κατασκευής Palantir” συνιστά απειλή παρακολούθησης των διαδηλωτών και των διαφωνούντων. Αποτελεί τη συνειδητοποίηση ότι μια κοινωνία παραμένει “ελεύθερη” για όσο οι ενέργειές της είναι “ζωτικές” για τα συμφέροντα του Κράτους. Το μανιφέστο της “Τεχνολογικής Δημοκρατίας” υποδηλώνει πως η “παρακμή” της άρχουσας τάξης συγχωρείται, αρκεί εκείνη να παρέχει ασφάλεια. Πρόκειται για την αρχαία συνδιαλλαγή του ολοκληρωτισμού: θα σας ταΐζουμε και θα σας κρατάμε ασφαλείς από τον σημερινό “Εχθρό”[8], με την προϋπόθεση ότι θα παραδώσετε τα κλειδιά της ιδιωτικής σας ζωής και το δικαίωμα να μην σας παρακολουθούν.
Οι αρχιτέκτονες αυτού του συστήματος καυχιούνται για μια “εξαιρετικά μακρά ειρήνη” που κατέστη εφικτή χάρη στην αμερικανική ισχύ και τους συμμάχους της. Αυτό είναι το απόλυτο [οργουελικό] σλόγκαν: Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη.[9] Για τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν υπό τη σκιά των πολέμων δι’ αντιπροσώπων και της αστυνόμευσης μέσω τεχνητής νοημοσύνης, αυτή η “ειρήνη” μοιάζει εντυπωσιακά με ένα υπολογιστικό φύλλο διαχείρισης απωλειών. Είναι μια ειρήνη νεκροταφείου, που συντηρείται από μια “αποτροπή” βασισμένη σε λογισμικό που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τις προθέσεις ενός ανθρώπου πριν καν αυτός κάνει οποιαδήποτε σκέψη.
Η έκκληση της Palantir να αναιρεθεί ο “μεταπολεμικός ευνουχισμός” εθνών όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, σηματοδοτεί μια υπολογισμένη επιθυμία να ξυπνήσουν τα φαντάσματα του 20ού αιώνα. Κι ενώ το όραμα περί ανανεωμένης ισχύος μπορεί επιφανειακά να φαντάζει λογικό, λειτουργεί ως απαίτηση αυτά τα έθνη να μετατραπούν πλήρως σε στρατιωτικούς υποτελείς των αμερικανικών συμφερόντων. Στην Ασία, προϋποθέτει η Ιαπωνία να απαρνηθεί την πασιφιστική της στάση για να καταστεί το μαντρόσκυλο των Αμερικανών, αναγκάζοντας το έθνος να δαπανά τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ του για την άμυνα και να αγοράζει τεράστιες ποσότητες αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Μετατρέποντας το ιαπωνικό έδαφος σε ένα μόνιμο ορμητήριο στην πρώτη γραμμή κατά της Κίνας και προτρέποντας τη Γερμανία να λειτουργήσει ως οχυρό κατά της Ρωσίας, η “Τεχνολογική Δημοκρατία” επιδιώκει να διαχειριστεί την επιμελητεία των μελλοντικών συγκρούσεων μέσω του δικού της λογισμικού. Σε αυτή την κοσμοθεωρία, η εποχή των πυρηνικών τελειώνει επειδή βρήκαμε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο να απειλούμε ο ένας τον άλλον με αφανισμό, μέσω της αλγοριθμικής αποτροπής.
Η απόρριψη του “κενού πλουραλισμού” προς όφελος μιας πολιτισμικής ιεράρχησης δε συνιστά παρέκκλιση από την Ιστορία, αλλά μάλλον την τελευταία εκδοχή ενός συνεχιζόμενου αυτοκρατορικού εγχειρήματος. Ενώ ο Φραντς Μπόας[10] επιχείρησε να εισαγάγει τον πολιτισμικό σχετικισμό ως ανάχωμα στη δυτική κυριαρχία, οι προσπάθειές του δεν πέτυχαν ποτέ μια πραγματική παγκόσμια συναίνεση. Αντίθετα, η υποκείμενη δομή του δυτικού ιμπεριαλισμού απλώς εξέλιξε τις δικαιολογίες της. Εκεί που η Βρετανική Αυτοκρατορία μιλούσε κάποτε για το “Χρέος του Λευκού Ανθρώπου”[11] να εκπολιτίσει τον “άγριο” και η εποχή του Ψυχρού Πολέμου μιλούσε για “εκδημοκρατισμό” ώστε να εκσυγχρονίσει τον “υποανάπτυκτο”, η Palantir μιλά τώρα για “τεχνολογική ζωτικότητα” ώστε να συντρίψει τον “οπισθοδρομικό”.
Αυτή η αντίληψη περί πολιτισμικής ανωτερότητας[12] αποτελεί το θεμέλιο της συνεργασίας με το ισραηλινό κράτος, παρουσιάζοντας μια βάναυση κατοχή δεκαετιών ως άμυνα των “προοδευτικών αξιών” και του “δυτικού πολιτισμού”. Επανεισάγοντας μια ιεραρχία όπου οι “ζωτικοί” πολιτισμοί κατέχουν την ηθική αυθεντία να κυριαρχούν πάνω στους “οπισθοδρομικούς”, η Palantir παρέχει το ψηφιακό βάθρο για ένα νέο είδος αλγοριθμικής αυτοκρατορίας. Έναν κόσμο όπου το λογισμικό καθορίζει ποιος είναι “πολιτισμένος” και ποιος “στόχος”, διασφαλίζοντας ότι η κληρονομιά της ιμπεριαλιστικής επέκτασης θα συνεχιστεί υπό το πρόσχημα της τεχνικής αναγκαιότητας.
Το μανιφέστο θέτει ένα αιχμηρό, ρητορικό ερώτημα: “Συμπερίληψη σε τι;”. Η απάντηση, ενσωματωμένη στην ίδια τη δομή της επιχειρηματικής φιλοσοφίας της Palantir, είναι η υποχρεωτική απορρόφηση σε ένα μονολιθικό, ολοκληρωτικό Σύστημα: ένα ψηφιακό πανοπτικόν[13], όπου το τουφέκι του πεζοναύτη και τα προσωπικά δεδομένα του πολίτη τυγχάνουν διαχείρισης από την ίδια αλγοριθμική οντότητα.
Αυτό το σύστημα εδραιώνει έναν σκληρό, νεοφεουδαρχικό ταξικό διαχωρισμό. Διαμαρτύρεται για την “ανηλεή έκθεση” της ιδιωτικής ζωής της ελίτ, επιδιώκοντας να αναστήσει ένα προστατευμένο “ιερατείο” δημοσίων λειτουργών, οι οποίοι θα δρουν μέσα σε ένα άσυλο κρατικά εγκεκριμένης συγχώρησης και ανωνυμίας. Την ίδια στιγμή, η υπόλοιπη ανθρωπότητα θα υποβάλλεται στην απόλυτα “ανηλεή έκθεση” των δικών της δεδομένων, στερούμενη το δικαίωμα να μη γίνει ένας απλός αριθμός. Υπό αυτό το καθεστώς, η διαφάνεια γίνεται ένα όπλο που στρέφεται προς τα κάτω για να πειθαρχήσει τους πρόλους[14], ενώ η αδιαφάνεια μια ασπίδα που υψώνεται προς τα πάνω για να προστατεύσει τους αρχιτέκτονες της μηχανής.
Η Palantir αντιπροσωπεύει μια νέα εποχή του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, όπου τα δεδομένα συνιστούν τα κύρια πυρομαχικά και η ιδεολογία το βασικό εργαλείο μάρκετινγκ. Επιδιώκει να αναβαθμίσει τη Δημοκρατία σε ένα οχυρό όπου τα τείχη είναι φτιαγμένα από κώδικα και η “μακρά ειρήνη” συντηρείται από την παγερή απάθεια της μηχανής. Η εταιρεία παρουσιάζει την υποστήριξή της προς το Ισραήλ ως υπεράσπιση της δημοκρατίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τη ζοφερή υλοποίηση μιας υψηλής τεχνολογίας επιτήρησης που χρησιμοποιείται για την επιβολή μιας μόνιμης κατάστασης πολιορκίας.
Καθώς η διεθνής κοινότητα αρχίζει να αντιδρά —όπως αποδεικνύεται από την απόσυρση επενδύσεων ύψους 24 εκατομμυρίων δολαρίων από τη νορβηγική Storebrand λόγω ανησυχιών για παραβιάσεις του “διεθνούς δικαίου”— το κεντρικό ερώτημα της εποχής μας παραμένει: Πρέπει η εξουσία να αποφασίζουμε ποιος είναι “τρομοκράτης”, ποιος “οπισθοδρομικός” και ποιος “στόχος” να ανατίθεται εργολαβικά σε μια ιδιωτική εταιρεία με πολιτική ατζέντα; Στην “Τεχνολογική Δημοκρατία”, η πιο επαναστατική πράξη που μπορεί να διαπράξει κανείς είναι να μη γίνει ένας απλός αριθμός, να υπάρχει έξω από το δίχτυ της εξόρυξης δεδομένων και να επιμένει ότι μια ανθρώπινη ζωή είναι κάτι παραπάνω από ένα ψηφιακό δεδομένο υπό καθεστώς πολέμου.
Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:
[1] Η πλοκή του «1984» ακολουθεί την πορεία του Ουίνστον Σμιθ, ενός υπαλλήλου στο Υπουργείο Αλήθειας, μέλους του Εξωτερικού Κόμμματος, ο οποίος ζει υπό το άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Απογοητευμένος από την καταπίεση του καθεστώτος (Κόμμα), διαπράττει πρώτα το «έγκλημα της σκέψης», κρατώντας ημερολόγιο για να το αντιπαραβάλλει με την «αλήθεια» που προπαγανδίζουν. Και στη συνέχεια το «έγκλημα του έρωτα» με την Τζούλια, καθώς η απόλαυση απαγορεύεται.
Προσπαθώντας να συνδεθεί με τη μυστική αντίσταση στο καθεστώς (Αδελφότητα) προσεγγίζει ένα στέλεχος της ελίτ (Εσωτερικό Κόμμα), τον Ο’Μπράιαν, ο οποίος αποδεικνύεται τελικά πράκτορας του καθεστώτος, που τους φυλακίζει στο Υπουργείο Αγάπης και τους βασανίζει. Το μυθιστόρημα δεν έχει αίσιο τέλος, ο ήρωας τελικά λυγίζει, προδίδει την αγαπημένη του, υποτάσσεται κι ενσωματώνεται στο σύστημα.
[2] Η τηλεοθόνη (telescreen) είναι το απόλυτο σύμβολο του ολοκληρωτισμού στο «1984» και το βασικό εργαλείο επιβολής της Αστυνομίας Σκέψης. Δεν είναι μόνο μια συσκευή προπαγάνδας, αλλά ένα μέσο αμφίδρομης επικοινωνίας και παρακολούθησης. Σε αντίθεση με τις κανονικές τηλεοράσεις, η τηλεοθόνη μεταδίδει εικόνα και ήχο, αλλά ταυτόχρονα βλέπει και ακούει τα πάντα στον χώρο που βρίσκεται. Κάθε ψίθυρος ή ακόμα και ένας νευρικός μορφασμός μπορεί να καταγραφεί. Προφανώς, ο αρθρογράφος το συσχετίζει με τις σημερινές οθόνες του υπολογιστή και του κινητού.
Η τηλεοθόνη δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί από τα μέλη του Εξωτερικού Κόμματος. Μπορεί μόνο να χαμηλώσει η ένταση του ήχου. Μόνο το Εσωτερικό Κόμμα (το «ιερατείο» της εξουσίας) έχει το προνόμιο να την κλείνει για μικρά διαστήματα. (Το Εξωτερικό Κόμμα αποτελεί περίπου το 20% του πληθυσμού και συνιστά τη μεσαία τάξη, τη «μηχανή» που εκτελεί τις εντολές. Ζουν σε κατάσταση διαρκούς στέρησης και αθλιότητας, με δελτία τροφίμων και κακής ποιότητας προϊόντα. Υπόκεινται στον πιο στενό έλεγχο. Κάθε τους κίνηση παρακολουθείται από τηλεοθόνες και την Αστυνομία Σκέψης, ενώ απαγορεύεται κάθε μορφή ατομικότητας ή αυθόρμητης έκφρασης).
[3] Η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος, που δηλώνει εξαρχής ότι στον κόσμο του «1984» οι κανόνες της φύσης και της λογικής έχουν αντικατασταθεί από τους κανόνες της προπαγάνδας, καθώς στο παραδοσιακό ρολόι, οι ώρες σταματούν στο 12.
[4] Η Νέα Ομιλία (Newspeak) συνιστά μια τεχνητή γλώσσα που έχει επιβάλει το καθεστώς του 1984 που συρρικνώνει το λεξιλόγιο για να καταστήσει την κριτική σκέψη αδύνατη, καθώς δεν θα υπάρχουν πια λέξεις για να την εκφράσουν. Π.χ. οι λέξεις όπως «τιμή», «δικαιοσύνη», «ηθική» και «θρησκεία» καταργούνται και όλες αυτές οι ιδέες συμπυκνώνονται σε μία μόνο λέξη, το Oldthink (Παλαιοσκέψη), η οποία περιλαμβάνει οτιδήποτε περιττό ή επικίνδυνο από το παρελθόν.
Αντίστοιχα, δημιουργούνται νεολογισμοί όπως: Doublethink (Διπλή Σκέψη), η ικανότητα να κρατάς δύο αντιφατικές πεποιθήσεις στο μυαλό σου ταυτόχρονα και να τις αποδέχεσαι και τις δύο, που αποτελεί τη βάση της επιβίωσης στην Ωκεανία. Blackwhite (Μαυρόασπρο): Η ικανότητα να ισχυρίζεσαι ότι το μαύρο είναι άσπρο όταν το απαιτεί το καθεστώς, αλλά και να το πιστεύεις πραγματικά, ξεχνώντας ότι κάποτε πίστευες το αντίθετο. Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη (που θα δούμε πιο κάτω), κ.λπ.
[5] Το Πάλο Άλτο (Palo Alto, στα ισπανικά σημαίνει “ψηλό δέντρο”) είναι πόλη της βορειοδυτικής Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Η πόλη περιλαμβάνει τμήματα του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ και είναι έδρα για μια σειρά από εταιρείες υψηλής τεχνολογίας της Silicon Valley όπως η Hewlett-Packard (HP), VMware, Tesla Motors, Ning, IDEO, Wealthfront και Palantir Technologies.
[6] Το Εσωτερικό Κόμμα (2% του πληθυσμού) είναι η άρχουσα τάξη, ο εγκέφαλος του κράτους. Τα μέλη του ζουν σε σχετική άνεση, έχουν πρόσβαση σε αγαθά πολυτελείας (όπως κρασί, καφέ και τσάι) και μπορούν να απενεργοποιούν προσωρινά τις τηλεοθόνες τους. Λαμβάνουν τις αποφάσεις, κατευθύνουν την προπαγάνδα και διατηρούν την εξουσία με κάθε κόστος.
[7] Το Δίλεπτο Μίσους (Two Minutes Hate) είναι ο κεντρικός μηχανισμός ψυχολογικής χειραγώγησης και εκτόνωσης που χρησιμοποιεί το Κόμμα για να διατηρεί τον έλεγχο πάνω στα μέλη του. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, όλοι οι υπάλληλοι των υπουργείων συγκεντρώνονται μπροστά από μεγάλες τηλεοθόνες. Για 2 λεπτά, προβάλλεται το πρόσωπο του Εμμανουήλ Γκόλντσταϊν, του «εχθρού του λαού», συνοδευόμενο από εικόνες εχθρικών στρατιωτών (Ευρασίας ή Ανατολασίας) και εκκωφαντικούς, δυσάρεστους θορύβους. Ύστερα εμφανίζεται το πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού στην οθόνη. Μετά τον απόλυτο τρόμο και την υστερία, η φιγούρα του λειτουργεί ως καθησυχαστικό σύμβολο ασφάλειας και τάξης. Οι πολίτες ξεσπούν σε ρυθμικά συνθήματα λατρείας, νιώθοντας ανακούφιση που ο «Σωτήρας» τους προστατεύει από τους εχθρούς.
Η τελετουργία αυτή δείχνει πώς η άρχουσα τάξη λειτουργεί ως ένα ιερατείο που οργανώνει «λειτουργίες» μίσους, καθαγιάζοντας τη βία και ωθώντας τον κόσμο σε τυφλό φανατισμό.
[8]Στο «1984», η έννοια του εχθρού είναι διπλή: υπάρχει ο εσωτερικός εχθρός, που χρησιμεύει για την εκτόνωση της οργής των πολιτών και ο εξωτερικός εχθρός, που δικαιολογεί τη διαρκή κατάσταση πολέμου.
[9] Το σύνθημα «Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη» (War is Peace) αποτελεί έναν από τους τρεις βασικούς πυλώνες της ιδεολογίας του Κόμματος και είναι το τέλειο παράδειγμα Διπλής Σκέψης. Η λειτουργία του βασίζεται στις εξής αρχές:
Διατήρηση της Κοινωνικής Δομής: Ο πόλεμος στο «1984» δεν διεξάγεται για να κερδηθεί, αλλά για να είναι διαρκής. Καταναλώνοντας τους πόρους και τα προϊόντα της εργασίας (όπως τρόφιμα και όπλα), το καθεστώς κρατά τον πληθυσμό σε κατάσταση φτώχειας. Αν οι πολίτες ζούσαν με ευημερία, θα είχαν τον χρόνο και την πνευματική διαύγεια να αμφισβητήσουν το ιερατείο της εξουσίας.
Ψυχολογική Συσπείρωση: Η ύπαρξη ενός μόνιμου εξωτερικού εχθρού προκαλεί φόβο και υστερία. Αυτό αναγκάζει τους πολίτες να παραδίδουν οικειοθελώς όλες τις ελευθερίες τους στο Κόμμα και τον Μεγάλο Αδελφό με αντάλλαγμα την προστασία.
Εσωτερική Σταθερότητα: Το παράδοξο του συνθήματος σημαίνει ότι όσο το κράτος βρίσκεται σε πόλεμο με το «έξω», επικρατεί ακίνητη «ειρήνη» στο «μέσα». Η απειλή του πολέμου εκμηδενίζει τις εσωτερικές τριβές και τις ταξικές συγκρούσεις, καθώς όλοι στρέφονται ενάντια στον κοινό εχθρό.
Οικονομικός Έλεγχος: Ο πόλεμος επιτρέπει στο Υπουργείο Αφθονίας να δικαιολογεί τη φτώχεια. Οι πολίτες δέχονται τις στερήσεις ως αναγκαία θυσία για το μέτωπο, ενώ η οικονομική ιεραρχία παραμένει απρόσβλητη.
Οι άλλοι δύο ιδεολογικοί πυλώνες είναι: «Η Ελευθερία είναι Σκλαβιά» και «Η Ημιμάθεια είναι Δύναμη». Και οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις στο σήμερα, δεν είναι συμπτωματική.
[10] Ο Φραντς Ούρι Μπόας (1858 –1942) ήταν Γερμανοαμερικανός ανθρωπολόγος . Ήταν πρωτοπόρος της σύγχρονης ανθρωπολογίας και το έργο του συνδέεται με τα κινήματα που είναι γνωστά ως ιστορική ιδιαιτερότητα και πολιτισμικός σχετικισμός. Το κύριο έργο του Μπόας ήταν να διακρίνει μεταξύ βιολογικής και πολιτισμικής κληρονομικότητας και να επικεντρωθεί στις πολιτισμικές διαδικασίες που πίστευε ότι είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνική ζωή.
Το κίνημα της ιστορικής ιδιαιτερότητας απέρριψε το πολιτισμικό εξελικτικό μοντέλο που είχε κυριαρχήσει στην ανθρωπολογία μέχρι τον Μπόας και υποστήριξε ότι κάθε κοινωνία είναι μια συλλογική αναπαράσταση του μοναδικού ιστορικού της παρελθόντος. Παράλληλα, ο Μπόας απέρριψε την ιδέα ότι όλες οι κοινωνίες βρίσκονται στην ίδια πορεία και έχουν φτάσει στο συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξής τους με τον ίδιο τρόπο που έχουν φτάσει οι άλλες. Αντίθετα, έδειξε ότι οι κοινωνίες μπορούσαν να φτάσουν στο ίδιο επίπεδο πολιτιστικής ανάπτυξης μέσω διαφορετικών οδών.
Ο πολιτισμικός σχετικισμός είναι η άποψη ότι οι αξίες (όπως οι ηθικές αξίες) ενός πολιτισμού πρέπει να γίνονται κατανοητές μέσα στο δικό τους πολιτισμικό πλαίσιο και να μην κρίνονται σύμφωνα με τα πρότυπα ενός διαφορετικού πολιτισμού. Υποστηρίζει την ισότιμη εγκυρότητα όλων των απόψεων και τη σχετική φύση της αλήθειας, η οποία καθορίζεται από ένα άτομο ή τον πολιτισμό του.
[11] Ο όρος «Το Χρέος του Λευκού Ανθρώπου» (The White Man’s Burden) προέρχεται από το ομώνυμο ποίημα του Βρετανού συγγραφέα Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (Rudyard Kipling), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1899 και θεωρείται ο «ύμνος» της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού.
[12] Supremacism στο κείμενο: η θεωρία ότι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων είναι ανώτερη από όλες τις άλλες και θα πρέπει να έχει εξουσία πάνω σε αυτές. Η υποτιθέμενη ανώτερη ομάδα μπορεί να προσδιοριστεί από διάφορα χαρακτηριστικά, όπως η φυλή, η εθνότητα, η θρησκεία η γλώσσα, η κοινωνική τάξη, η ιδεολογία, η εθνικότητα ή ο πολιτισμός. Συμβαδίζει με τον Αμερικανικό Εξαιρετισμό (American Exceptionalism), που αποτελεί την πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ είναι μοναδικές και ανώτερες λόγω των «δημοκρατικών ιδεωδών» και της ιστορίας τους ως «φάρος ελευθερίας».
[13] Το Πανοπτικόν (Panopticon) είναι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο φυλακής που επινόησε ο Άγγλος φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ το 1785. Η βασική του ιδέα είναι η δημιουργία ενός συστήματος όπου οι κρατούμενοι μπορούν να παρακολουθούνται ανά πάσα στιγμή χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν αν όντως κάποιος τους βλέπει. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίδιο πρότεινε και για τους φτωχούς. Αντί για την παροχή επιδομάτων, ο Μπένθαμ πρότεινε τον εγκλεισμό των φτωχών σε 250 γιγαντιαία «Σπίτια Βιομηχανίας» (Industry Houses), βασισμένα στο αρχιτεκτονικό σχέδιο του Πανοπτικόν με σκοπό τη διατήρηση της τάξης και τη μεγιστοποίηση της εργασίας μέσω της διαρκούς επιτήρησης. Η διαχείρισή τους θα ασκούνταν από μια ιδιωτική εταιρεία, την Εθνική Εταιρεία Φιλανθρωπίας (National Charity Company), που θα κέρδιζε από την εργασία των τροφίμων.
[14] Οι προλετάριοι. Στο «1984» του Όργουελ, οι Πρόλοι αποτελούν το 80% του πληθυσμού, ζώντας στο περιθώριο και αποτελώντας την ελπίδα για ανατροπή, αν και ο ρόλος τους είναι παθητικός. Κρατούνται σε καταστολή μέσω της φτώχειας, του τζόγου, του αλκοόλ, της φτηνής ψυχαγωγίας (prolefeed) και της έλλειψης εκπαίδευσης, ώστε να μην αναπτύξουν ποτέ πολιτική συνείδηση. Δεν ελέγχονται με οθόνες καθώς θεωρούνται πολιτικά ακίνδυνοι, διατηρούν ωστόσο μια αυθεντική ανθρωπιά σε αντίθεση με τα μέλη του Κόμματος.
* Ο Constantin von Hoffmeister είναι Γερμανός πολιτικός σχολιαστής, συγγραφέας των βιβλίων «Πολυπολικότητα!» και «Εσωτερικός Τραμπισμός» και εκδότης του Multipolar Press. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και Πολιτικές Επιστήμες. Έχει εργαστεί ως συγγραφέας, δημοσιογράφος, μεταφραστής, επιμελητής και σύμβουλος επιχειρήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ινδία, το Ουζμπεκιστάν και τη Ρωσία.
Πηγή: RT.ru
Αφήστε ένα σχόλιο