Ο Τραμπ δε συνιστά μια ψυχική ανωμαλία, μια παρέκκλιση από το σύστημα. Συνιστά το σύστημα που γίνεται τελικά ορατό με όλες τις αυτο-υπονομευτικές αντιφάσεις του.

Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Μια εξαιρετική ανάλυση από τη Λάουρα Ρουγγέρι που πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος της, όπου αναλύει με σαφήνεια πώς ακριβώς λειτουργεί ο Τραμπ και η τάξη που εκπροσωπεί. Η Ρουγγέρι το ανάγει ορθά σε λειτουργία χρηματιστή
hedge fund  και το ονομάζει «στρατηγική αποδιοργάνωσης» και «αστάθειας». Διαφωνώ μόνο με τον όρο «στρατηγική». Εξ ορισμού η στρατηγική απαιτεί πέρα από στόχους, σχεδιασμό και οργάνωση. Κι αν κάτι δεν θέλει και δεν μπορεί να κάνει ο χρηματιστικοποιημένος καπιταλισμός της παρακμής είναι να σχεδιάσει και να οργανώσει ο,τιδήποτε, ακριβώς για τους λόγους που αναλύει η ίδια η συγγραφέας. Πρόκειται για «οπορτουνισμό», για τακτικισμό και μάλιστα της συμφοράς, που καταλήγει αφενός στην ασυναρτησία τύπου Τραμπ και αφετέρου στη σφαγή και στα βάσανα εκατομμυρίων ανθρώπων.

της Laura Ruggeri*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Strategic-Culture, 15/04/2026

Οι διαμαρτυρίες No Kings (Όχι Βασιλιάδες) που ξεκίνησαν τον περασμένο Ιούνιο για να συμπέσουν με τα γενέθλια του Ντόναλντ Τραμπ και την στρατιωτική παρέλαση για την 250ή επέτειο του Αμερικανικού Στρατού στην Ουάσιγκτον, προσέλκυσαν εκατομμύρια συμμετέχοντες, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά πρόσφατα και σε αρκετές δυτικές χώρες.

Πυροδοτημένο αρχικά από εγχώριες διαμαρτυρίες για τις πολιτικές μετανάστευσης και τη βίαιη επιβολή τους, τον αυταρχισμό και την υπέρβαση εξουσίας, το κίνημα από τον Μάρτιο συσπειρώνεται όλο και περισσότερο γύρω από την αντίθεση στον επιθετικό πόλεμο κατά του Ιράν.

Αν και συμμερίζομαι την οργή και τη βαθιά απογοήτευση που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, πιστεύω ότι η αλληλεγγύη προς τους διαδηλωτές πρέπει να συνοδεύεται από μια κρίσιμη υποχρέωση να εξεταστεί η εστίαση και οι στόχοι του κινήματος, πέρα από τις πηγές χρηματοδότησής του.

Οι συντηρητικοί επικριτές, βασιζόμενοι κυρίως σε μια έρευνα του Fox News[1], εστιάζουν κυρίως στην οργανωτική υποδομή και -αν και επιλεκτικά- στα οικονομικά δίκτυα που στηρίζουν το κίνημα και γρήγορα χαρακτήρισαν τις διαμαρτυρίες ως «έγχρωμη επανάσταση».

Έχοντας γράψει εκτενώς για τις έγχρωμες επαναστάσεις, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να διατηρείται η αναλυτική σαφήνεια κατά τη χρήση αυτού του όρου, προκειμένου να αποφευχθεί η επιστημολογική σύγχυση.

Ενώ είναι αλήθεια ότι το κίνημα No Kings βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έναν επαγγελματικό μηχανισμό διαμαρτυρίας που χρηματοδοτείται εν μέρει από τα Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας του Σόρος και ότι η φιλελεύθερη τάξη των χορηγών στις ΗΠΑ έχει εμπλακεί σε όλες σχεδόν τις έγχρωμες επαναστάσεις που έχουμε δει μέχρι στιγμής, πρέπει να διατηρήσουμε μια θεμελιώδη διάκριση, τουλάχιστον σε αναλυτικό επίπεδο. Όλοι οι χορηγοί που αναφέρονται σε έρευνες που διεξήγαγαν οι Fox News, Daily Mail[2], Pearl Project[3], Snopes[4] και άλλοι, τυχαίνει να είναι Αμερικανοί πολίτες. Και παρόλο που ένας από αυτούς, ο Neville Roy Singham[5], συνταξιοδοτήθηκε και μετακόμισε στην Κίνα πριν από λίγα χρόνια, ο πολιτικός ακτιβισμός και η υποστήριξή του προς αριστερές ομάδες στις ΗΠΑ προηγούνται πολύ της μετεγκατάστασής του.

Οι έγχρωμες επαναστάσεις είναι καθοδηγούμενες επιχειρήσεις από το εξωτερικό, που συνήθως χρηματοδοτούνται και ενορχηστρώνονται από ξένες δυνάμεις ή από συνδεδεμένες με αυτές οργανώσεις με σαφή στόχο την αποσταθεροποίηση μιας στοχοποιημένης χώρας ή/και την ανατροπή της κυβέρνησής της για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων. Στην περίπτωση του κινήματος No Kings, δεν έχουν αποκαλυφθεί ή παρασχεθεί αξιόπιστα στοιχεία ξένης εμπλοκής από τους επικριτές του. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το κίνημα είναι απαραίτητα οργανικό[6] ή αυτοοργανωμένο.

Αντίπαλες φατρίες εντός της ελίτ της ίδιας χώρας χρησιμοποιούν εδώ και καιρό τις κοινωνικές δυνάμεις και την λαϊκή κινητοποίηση ως όπλα στις εσωτερικές τους διαμάχες για την εξουσία. Αυτού του είδους οι διαμαρτυρίες δεν στοχεύουν στην αντικατάσταση του κυβερνώντος συστήματος, αλλά στη μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των ανταγωνιστικών ομάδων της ελίτ. Μια παράταξη οργανώνει, χρηματοδοτεί και κατευθύνει ένα κίνημα διαμαρτυρίας για να πιέσει, να δυσφημίσει ή να αποδυναμώσει την αντίπαλή της. Τα κινητοποιημένα πλήθη γίνονται ένα είδος λαϊκού «μπροστινού»[7] που παρατάσσεται από ένα τμήμα του κατεστημένου εναντίον ενός άλλου.

Ενώ αντιλαμβάνομαι τον πειρασμό να ομαδοποιήσουμε το κίνημα No Kings με τις έγχρωμες επαναστάσεις, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της οργάνωσης, της χρηματοδότησης και της κατεύθυνσής του προέρχεται από την ίδια τάξη χορηγών και «φιλανθρωπικών» δικτύων, πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν διανοητική τεμπελιά και τελικά παραπλανητικό, καθώς αποκρύπτει μια θεμελιώδη διαφορά. Αν οι έγχρωμες επαναστάσεις αντιπροσωπεύουν μια επίθεση «από έξω προς τα μέσα» στην πολιτική τάξη, οι εγχώριες διαμάχες κυριαρχίας των ελίτ αποτελούν μια επίθεση «από μέσα προς τα μέσα». Και τα δύο μπορεί να μοιάζουν με κίνημα αντίστασης από τα κάτω, αλλά η υποκείμενη λογική τους και οι τελικοί ωφελούμενοί τους είναι ριζικά διαφορετικοί.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η δυναμική λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να αποστρατευτούν ανάλογα με τις διαθέσεις των ελίτ. Με την ίδια ευκολία που μπορούν να κινητοποιηθούν για να δημιουργήσουν πίεση, μπορούν και να αποθαρρυνθούν, να εκτραπούν ή να εξουδετερωθούν αθόρυβα όταν η κινητοποίησή τους δεν εξυπηρετεί πλέον τον επιθυμητό σκοπό.

Στο παρελθόν, τα λόμπι επικεντρώνονταν κυρίως στην προσπάθεια να επηρεάσουν τα πολιτικά κόμματα και τους αιρετούς αξιωματούχους εντός της επίσημης δημοκρατικής διαδικασίας. Ωστόσο, καθώς μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είναι δυσαρεστημένα από τις εκλογικές διαδικασίες και τις παραδοσιακές κομματικές δομές, η μαζική κινητοποίηση παρέχει έναν επιπλέον μοχλό που συμπληρώνει τη συμβατική δημοκρατική διαδικασία. Τα επαγγελματικά κινήματα διαμαρτυρίας προσφέρουν ένα ακόμη εργαλείο στις ομάδες της ελίτ που επιδιώκουν να επιτύχουν τους στόχους τους έξω από τα όλο και πιο δυσφημισμένα κανάλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Μερικοί σχολιαστές δανείζονται τον γκραμσιανό όρο «παθητική επανάσταση» για να περιγράψουν το φαινόμενο No Kings, αλλά αυτή η ταμπέλα, όπως και η έγχρωμη επανάσταση, δεν καταφέρνει να εξηγήσει πλήρως αυτό που βλέπουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με τον Γκράμσι, οι άρχουσες τάξεις, σε στιγμές κρίσης, είναι ικανές να απορροφήσουν μέρος των αιτημάτων των υποδεέστερων τάξεων, αδειάζοντάς τα από το ανατρεπτικό τους φορτίο και μετατρέποντάς τα σε εργαλεία αντιδραστικού εκσυγχρονισμού. Έτσι, αυτό που εμφανίζεται ως λαϊκή κατάκτηση συνιστά στην πραγματικότητα μια αναδιάρθρωση της κυριαρχίας που διατηρεί την ουσιαστική ασυμμετρία των σχέσεων εξουσίας. Ο Γκράμσι συνέδεσε επίσης ρητά την παθητική επανάσταση με τον τρανφορμισμό[8] – μια διαδικασία ατομικής απορρόφησης και ενσωμάτωσης των ενεργών στοιχείων των αντίπαλων τάξεων, μέσω της οποίας η κυρίαρχη τάξη ανανεώνεται και παράγει την εντύπωση της αλλαγής, ενώ στην πραγματικότητα εξασφαλίζεται μόνο η διαιώνιση της υπάρχουσας τάξης.

Υποστηρίζω πως αυτή η δυναμική δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτός είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται οι καπιταλιστικές ελίτ τη διαφωνία, την κρίση και την ανάγκη για περιοδικό εκσυγχρονισμό. Θα έλεγε κανείς ότι η παθητική επανάσταση και η ενσωμάτωση συνιστούν τους αρωγούς της καπιταλιστικής κυριαρχίας και την εξ ορισμού λογική αναπαραγωγής της εξουσίας των ελίτ από τη στιγμή που αυτή εδραιώνεται.

Ωστόσο, η συνδιαλλαγή από μόνη της, νοούμενη ως η εκ των υστέρων εξουδετέρωση και απορρόφηση της διαφωνίας, δεν αρκεί για να εξηγήσει την πλήρη εικόνα.

Σε καταστάσεις ηγεμονικού ανταγωνισμού εντός της ελίτ, τα αντιπολιτευτικά κινήματα δεν εξουδετερώνονται απλώς εκ των υστέρων. Χρησιμοποιούνται ενεργά εκ των προτέρων. Ο γνήσιος θυμός και η κινητοποίηση του λαού τιθασεύονται και κατευθύνονται από τη μια ελίτ εναντίον μιας άλλης, χρησιμεύοντας ως εργαλεία στον ανταγωνισμό για κυριαρχία εντός του υπάρχοντος συστήματος.

Αυτό που παρατηρούμε σε φαινόμενα όπως το κίνημα No Kings (και συμμετρικά στο MAGA) δε συνιστά μια παθητική επανάσταση με την κλασική έννοια. Υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ μιας δυναμικής εκ των υστέρων – όπου οι ελίτ αντιδρούν και εξουδετερώνουν μια υπάρχουσα απειλή για την εξουσία τους (παθητική επανάσταση) – και μιας δυναμικής εκ των προτέρων – όπου οι ελίτ προληπτικά δημιουργούν ή/και υποστηρίζουν τη λαϊκή κινητοποίηση ως στρατηγικό μέσο στον εσωτερικό τους ανταγωνισμό εξουσίας.

Και τα δύο κινήματα, το No Kings και το MAGA, παρά τον φαινομενικό ανταγωνισμό τους, λειτουργούν ως συμπληρωματικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι αντίπαλες ελίτ ανταγωνίζονται για την ηγεμονία και εξουδετερώνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Το MAGA διοχετεύει την οργή της αποβιομηχανοποιημένης, φτωχοποιούμενης εργατικής και μεσαίας τάξης των ΗΠΑ σε μια εθνικιστική, ατζέντα προστατευτισμού. Το No Kings, αντίθετα, απορροφά την εύλογη οργή κατά των αυταρχικών τάσεων, της υπέρβασης εξουσίας και του μιλιταρισμού σε μια φιλελεύθερη-παγκοσμιοποιητική ατζέντα.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι κανένα από τα δύο κινήματα δεν είναι μονολιθικό. Το No Kings, για παράδειγμα, είναι ένας συνασπισμός που περιλαμβάνει προοδευτικές ομάδες που υποστηρίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και αντιπολεμικές οργανώσεις και μαρξιστικές συλλογικότητες, καθεμία από τις οποίες φέρνει διαφορετικές ιδεολογικές δεσμεύσεις και τακτικές προτιμήσεις στο κοινό σχέδιο της αντίθεσης στην κυβέρνηση Τραμπ.

Ούτε το MAGA είναι ομοιογενές: είναι χωρισμένο σε διακριτές, συχνά ανταγωνιστικές ομάδες με διαφορετικές προτεραιότητες, όπως έχουν δείξει οι εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των φιλοεπιχειρηματικών ελίτ και των λαϊκών πατριωτών, των φιλελεύθερων και των χριστιανών συντηρητικών, των απομονωτιστών και των στρατιωτικών γερακιών.

Αν και είναι λάθος να ισχυριστούμε ότι όλες οι οργανώσεις και οι ομάδες που σχηματίζουν αυτά τα κινήματα υποστηρίζουν ρητά την επιδίωξη των ΗΠΑ να αποκαταστήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους, η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζουμε τους κύριους χορηγούς τους.

  • Ο κύριος μοχλός πίσω από το No Kings είναι το Indivisible Project, ένας οργανισμός που έλαβε 7,61 εκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2017 και 2023 από τα Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας του Σόρος. Το Indivisible έχει επανειλημμένα λάβει εύσημα για τον συντονισμό δράσεων, την παροχή εργαλείων, την εκπαίδευση, τον συντονισμό και τη στρατηγική προπαγάνδα. Μια ακόμη μεγαλύτερη πηγή χρηματοδότησης προέρχεται από τους αδιαφανείς Arabella Advisors (που μετονομάστηκαν σε Sunflower Services) και το Ίδρυμα Tides – σημαντικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης των Δημοκρατικών που αποκρύπτουν τις αρχικές πηγές χρηματοδότησης, αν και το Ίδρυμα Gates, ο Pierre Omidyar[9], ο George Soros, το Ίδρυμα Ford, το Ίδρυμα Rockefeller και το Ίδρυμα NoVo (που συνδέεται με την οικογένεια Warren Buffett[10]) έχουν όλα κατονομαστεί ως τεκμηριωμένοι χρηματοδότες.
  • Οι κύριοι οικονομικοί υποστηρικτές του MAGA προέρχονται από την ίδια τάξη δισεκατομμυριούχων, κυρίως από τους τομείς της τεχνολογίας, των κρυπτονομισμάτων, των χρηματοοικονομικών και της ενέργειας: ο Elon Musk, ο Jeffrey Yass[11], ο Stephen Schwarzman (Blackstone)[12], ο Greg Brockman (OpenAI) και το νέο κύμα στελεχών της Silicon Valley και της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως οι Alex Karp (Palantir)[13], Marc Andreessen[14] και Ben Horowitz[15] (επιχειρηματικοί επενδυτές που επωφελούνται από τη συγχώνευση νεοσύστατων επιχειρήσεων της Silicon Valley με τη στρατιωτική βιομηχανία) και ο Kelcy Warren (Energy Transfer Partners)[16], μαζί με φιλοϊσραηλινούς χρηματοδότες όπως η Miriam Adelson[17] και ο Ronald Lauder[18].

Και οι δύο παρατάξεις των δισεκατομμυριούχων επιδιώκουν να υπερασπιστούν και να διατηρήσουν την εξουσία της ελίτ και την ηγεμονία των ΗΠΑ, αν και οι φιλελεύθεροι επιμένουν να την ζωγραφίζουν με τα χρώματα του ουράνιου τόξου και να επισυνάπτουν μια γυαλιστερή ετικέτα γεμάτη με ασαφείς λέξεις και ενάρετα συνθήματα όπως «συμπερίληψη», «δημοκρατία» και «διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες». Η ρητορική αλλάζει, τα υλικά τους συμφέροντα όχι. Χρηματοδοτώντας αντίθετα κινήματα, οι ελίτ διασφαλίζουν ότι η αγανάκτηση ξεσπά σε ελεγχόμενες εκρήξεις αντί να συγχωνεύεται σε μια δια-ιδεολογική απειλή για την ταξική τους ηγεμονία. Εν τω μεταξύ, ο «πόλεμος αξιών[19]» κρατά το κοινό διχασμένο και αφοσιωμένο στο θέαμα.

Ενώ δεν αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια των απλών Αμερικανών που εντάσσονται στα φιλελεύθερα-προοδευτικά ή εθνικά-λαϊκιστικά κινήματα, αμφιβάλλω αν έχουν πλήρη επίγνωση για τους στόχους εκείνων που χρηματοδοτούν την οργανωτική υποδομή που επιτρέπει, συντονίζει και διατηρεί τις δραστηριότητές τους τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Η διεθνής διάσταση δεν πρέπει να αγνοηθεί. Και οι δύο ομάδες της ελίτ έχουν επεκτείνει την επιρροή τους πολύ πέρα ​​από τα αμερικανικά σύνορα και επιδιώκουν ενεργά να διαμορφώσουν τις πολιτικές διαδικασίες και τη λήψη αποφάσεων σε στοχευμένες χώρες μέσω καλά χρηματοδοτούμενων δικτύων, οργανισμών, κομμάτων και μέσων ενημέρωσης. Αυτό που μοιάζει με αυθόρμητη παγκόσμια αλληλεγγύη είναι συχνά το αποτέλεσμα προσεκτικά καλλιεργημένων υπερεθνικών δομών που εργάζονται παράλληλα για την προώθηση των στρατηγικών συμφερόντων των υποστηρικτών τους στις αντίστοιχες ελίτ.

Κινήματα όπως το No Kings και το MAGA χρησιμεύουν ως ένα ελεγχόμενο περιβάλλον όπου η γνήσια πολιτική κινητοποίηση μπορεί να απελευθερωθεί, να κατευθυνθεί και να εξουδετερωθεί όταν δεν είναι πλέον χρήσιμη. Και ήδη βλέπουμε σημάδια ότι το MAGA έχει ξεπεράσει τη χρησιμότητά του και πρέπει να επανεκκινηθεί αφότου η βάση του απογοητεύτηκε από την κυβέρνηση Τραμπ. Μπορεί να αποσυρθεί ή να αναμορφωθεί σιωπηλά, καθ’ όσο προετοιμάζεται ένα νέο κανάλι διοχέτευσης για τον επόμενο κύκλο δυσαρέσκειας.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτά τα κινήματα έχουν σχεδιαστεί με ενσωματωμένη την απαξίωσή τους, όπως ακριβώς και η πλειοψηφία των καταναλωτικών προϊόντων σήμερα. Ευδοκιμούν ως διαφημιστική εκστρατεία, ως προώθηση επωνυμιών, ως προσωρινοί καταλύτες, αλλά δεν διαθέτουν την αναλυτική βάση που θα μπορούσε να τους δώσει πραγματική αντοχή, μια συνεκτική θεωρία για το πώς παράγεται και αναπαράγεται στην πραγματικότητα η εξουσία, μια κατανόηση των ταξικών και παραγωγικών σχέσεων που στηρίζουν την ηγεμονία των ελίτ και τη συνέχεια του δικομματικού αυτοκρατορικού σχεδίου. Η δυναμική τους είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου συναισθηματική και συμβολική, ένα θέαμα ηθικής καθαρότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αέναων νεωτερισμών και εξάντλησης.

Τόσο το MAGA όσο και το No Kings είναι στενά συνδεδεμένα με την προσωπική εικόνα και περσόνα του Ντόναλντ Τραμπ (το ένα υπέρ του Τραμπ, το άλλο οργισμένα κατά του Τραμπ) και ακριβώς αυτή η εμμονική προσκόλλησή τους σε έναν αχυράνθρωπο θα τα κάνει να ξεφουσκώσουν.

Ενθαρρυμένο από ένα οικοσύστημα μέσων ενημέρωσης που ρίχνει τον πολιτικό λόγο σε επίπεδο νηπιαγωγείου και φετιχοποιεί την προσωπικότητα, το κοινό συγχέει τον άνθρωπο με τη ρίζα όλων των κακών της Αμερικής. Πολλοί θα ήταν πολύ χαρούμενοι να τον αντικαταστήσουν με έναν υποψήφιο που θα διαφημιστεί ως το τέλειο αντίθετό του, όπως ακριβώς ο Μπαράκ Ομπάμα παρουσιάστηκε ως το φωτισμένο, πολύπλευρο, αντίδοτο ‘ελπίδας και αλλαγής’ στον Τζορτζ Μπους τον νεότερο. Ο Ομπάμα πολιτεύτηκε ρητά ενάντια στην κληρονομιά του Μπους: τον πόλεμο στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη μονομερή προσέγγιση, την καουμπόικη διπλωματία, το Γκουαντάναμο και τη διάβρωση της παγκόσμιας εικόνας της Αμερικής. Υποσχέθηκε μια πιο έξυπνη, πιο συνεργατική εξωτερική πολιτική που θα βασίζονταν στη διπλωματία και την αυτοσυγκράτηση. Κι ενώ η διαφήμιση του προϊόντος λειτούργησε, η συνέχεια ήταν δύσκολο να αγνοηθεί. Ο Ομπάμα διατήρησε την κεντρική αρχιτεκτονική του κράτους παρακολούθησης μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τη δέσμευση στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Κλιμάκωσε το πρόγραμμα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην πραγματικότητα ενέκρινε περίπου δέκα φορές περισσότερες επιθέσεις από τον Τζορτζ Μπους, οι έγχρωμες επαναστάσεις και οι επιχειρήσεις αλλαγής καθεστώτος εντάθηκαν (Ιράν, Τυνησία, Αίγυπτος, Λιβύη, Υεμένη, Συρία, Ουκρανία, Ρωσία, Κιργιστάν, Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Βόρεια Μακεδονία…). Ως αποτέλεσμα, τέσσερις χώρες παραμένουν βυθισμένες στο χάος, τον πόλεμο ή και τα δύο.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα στρατηγικά θεμέλια της αντιπαράθεσης της Ουάσινγκτον με την Κίνα τέθηκαν από τον Μπαράκ Ομπάμα. Η στροφή του προς την Ασία σηματοδότησε μια μετατόπιση στην στρατηγική των ΗΠΑ: προσδιόρισε την άνοδο της Κίνας ως την κεντρική μακροπρόθεσμη απειλή για την αμερικανική κυριαρχία.

Ερχόμαστε τώρα στον Τραμπ 2.0. Δεδομένου ότι η Κίνα δεν μπορεί να αναχαιτιστεί με απευθείας επίθεση, η Ουάσιγκτον επέλεξε την έμμεση ανάσχεση: αποσταθεροποιώντας την παγκόσμια οικονομική τάξη από την οποία εξαρτάται η κινεζική ανάπτυξη. Οποιαδήποτε σύγκρουση ή κρίση ικανή να ρίξει την Ασία και την Ευρώπη σε ύφεση ουσιαστικά τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια της κινεζικής βιομηχανίας. Η ανάπτυξη της Κίνας επιβραδύνεται, τα εργοστάσιά της παραμένουν αδρανή και οι εργαζόμενοί της υποφέρουν, όχι επειδή η ίδια η Κίνα δέχεται επίθεση, αλλά επειδή πυρπολείται η παγκόσμια οικονομία που τη στηρίζει. Αυτή είναι η λογική της ανάσχεσης μέσω του χάους.

Εστιάζοντας στον Τραμπ ως την πηγή κάθε κακού, τα προοδευτικά κινήματα των ΗΠΑ υποπίπτουν σε ένα κοινό σφάλμα, γνωστό στη σημειωτική ως δεικτική αντιστροφή. Το δείγμα είναι ένα σημάδι που συνδέεται αιτιακά με το αντικείμενό του — ο καπνός με τη φωτιά, ο πυρετός με μια λοίμωξη. Ωστόσο, η κοινή γνώμη συνήθισε να μπερδεύει τον πυρετό με την ίδια την ασθένεια, αντιμετωπίζοντάς τον ως την αιτία και όχι ως το σύμπτωμα μιας βαθύτερης νόσου. Αυτό το σφάλμα είναι ένας από τους λόγους που αυτά τα κινήματα μπορούν εύκολα να «απενεργοποιηθούν» μόλις εκλεγεί ένας πιο ευπαρουσίαστος Δημοκρατικός ηγέτης.

Ο Τραμπ δε συνιστά μια ψυχική ανωμαλία, μια παρέκκλιση από το σύστημα. Συνιστά το σύστημα που γίνεται τελικά ορατό με όλες τις αυτο-υπονομευτικές αντιφάσεις του. Ο Τραμπ είναι ακριβώς η σχιζοφρενική διαδικασία του ύστερου καπιταλισμού με σάρκα και οστά. Ενσαρκώνει τις αντιφάσεις του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και τις εκτελεί με τη μέγιστη ένταση και ταχύτητα. Καθώς αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση της προχωρημένης παρακμής του αμερικανικού καπιταλισμού, όλα τα πιο κοντόφθαλμα, παρασιτικά και σάπια χαρακτηριστικά του εμφανίζονται σε αυτόν μεγεθυμένα και γκροτέσκα. Αλλά δεν θα διορθώσετε το πρόβλημα απλώς αντικαθιστώντας τον. Αυτό ισοδυναμεί με τη λήψη Παναντόλ για τη θεραπεία του καρκίνου.

Ο Τραμπ επιταχύνει την κατάρρευση των καθιερωμένων κανόνων, διαδικασιών και δομών, επειδή η Ουάσινγκτον δεν επωφελείται πλέον από αυτά.

Σε μια εποχή πολυπολικότητας, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διατηρήσουν την παλιά τους θέση ως κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο, επομένως καταφεύγουν στο χάος με την ελπίδα να αποτρέψουν την εμφάνιση οποιασδήποτε συνεκτικής αμφισβήτησης της ηγεμονίας τους.

Εν τω μεταξύ, οι παρασιτικές τους ελίτ είναι ακόμα σε θέση να αποκομίσουν οφέλη από την αταξία.

Το χάος δημιουργεί επικερδείς ευκαιρίες για επιλεγμένα αμερικανικά συμφέροντα. Οι διαταραχές στις αγορές ενέργειας αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, κάτι που ωφελεί άμεσα τους εξαγωγείς ενέργειας των ΗΠΑ. Η αέναη σύγκρουση συντηρεί το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα μέσω τεράστιων αμυντικών προϋπολογισμών, επικερδών πωλήσεων όπλων και εξαιρετικά κερδοφόρων συμβάσεων για ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες και εταιρείες ασφαλείας. Μετά την υποχώρηση του χάους, οι προσπάθειες «σταθεροποίησης» και ανοικοδόμησης συνήθως ανοίγουν την πόρτα σε δάνεια από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, σε συμφωνίες ιδιωτικοποίησης και μεγάλης κλίμακας συμβάσεις υποδομών. Αν και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί και να μην συμβούν, καθώς μπορούν να παρέμβουν άλλοι δανειστές. Στο παρελθόν, οι παγκόσμιοι επενδυτές έτειναν να σπεύδουν στα αμερικανικά ομόλογα ως ασφαλές καταφύγιο σε μια περίοδο κρίσης, αλλά ο μηχανισμός δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητος όσο ήταν κάποτε: εξακολουθούν να εκτιμούν τη ρευστότητα των αμερικανικών ομολόγων σε πολύ βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά η μακροπρόθεσμη ζήτηση δοκιμάζεται από ανησυχίες για το χρέος των ΗΠΑ, τη μετακύλιση του πληθωρισμού και τις γεωπολιτικές αποτυχίες.

Φυσικά, αυτή η προσέγγιση είναι τελικά αυτο-υπονομευτική: διαβρώνει την ήπια ισχύ της Αμερικής, επιταχύνει τις προσπάθειες αποδολαριοποίησης και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι άλλες δυνάμεις δεν θα επωφεληθούν περισσότερο από αυτή την αποδόμηση των διεθνών κανόνων από τις ΗΠΑ. Αν οι υποστηρικτές της θεωρούν απαραίτητη τη «δημιουργική καταστροφή», είναι επειδή δεν διαθέτουν αρκετούς πόρους για την επιβολή της τάξης.

Οι απειλές, η επιθετικότητα και το χάος είναι η μόνη μέθοδος που ακόμα πιάνει τόπο, στο πλαίσιο των βαθιών και ανίατων συστημικών προβλημάτων που προκαλεί η δομική παρακμή των ΗΠΑ.

Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν μια διεθνή τάξη που αντανακλούσε τα δικά τους συμφέροντα, ενώ παράλληλα παρουσίαζε τον εαυτό της ως εγγυητή της δημοκρατίας, της ασφάλειας και των κανόνων δικαίου. Όχι πια. Η θεσμική αρχιτεκτονική μετά το 1945 – το σύστημα του Μπρέτον Γουντς, τα Ηνωμένα Έθνη, το ΝΑΤΟ και το δίκτυο διμερών συμμαχιών σε όλη την Ασία και τη Μέση Ανατολή – σχεδιάστηκε για να εξασφαλίσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία κάτω από ένα λούστρο καθολικών κανόνων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έγραφαν τους κανόνες, αστυνόμευαν την επιβολή τους και διατηρούσαν το δικαίωμα να εξαιρούνται όποτε τους βόλευε. Ωστόσο, εφόσον το σύστημα παρείχε σταθερότητα και σχετική προβλεψιμότητα, τα περισσότερα κράτη ανέχονταν την υποκρισία του.

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Η διάβρωση της οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ, η άνοδος αντίπαλων κέντρων εξουσίας (ιδίως της Κίνας) και η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια από δεκαετίες μονομερών παρεμβάσεων έχουν καταστήσει την παλιά τάξη πραγμάτων μη λειτουργική. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει την δαπανηρή υποδομή της παγκόσμιας ηγεμονίας – τις βάσεις, τις συμμαχίες, τα πακέτα ξένης βοήθειας και τους αέναους πολέμους. Αλλά δεν έχει ακόμη αποδεχτεί τη μετάβαση σε έναν πραγματικά πολυπολικό ή πολυσχιδή κόσμο. Παγιδευμένη μεταξύ παρακμής και άρνησης, η Ουάσιγκτον επέλεξε μια στρατηγική αποδιοργάνωσης. Κι ενώ αυτή η στρατηγική μακροπρόθεσμα είναι αυτο-υπονομευτική επειδή διαβρώνει την εμπιστοσύνη στο δολάριο και οδηγεί ακριβώς σε αυτήν την πολυπολικότητα που η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει, βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, είναι καταστροφικά αποτελεσματική.

Σημειώστε ότι ο Τραμπ δεν κατέστρεψε μόνος του το διεθνές κύρος της Αμερικής, η διάβρωσή του ήταν ήδη σε εξέλιξη και εμφανής σε όποιον ενδιαφερόταν να δώσει προσοχή. Αυτό που μπορεί να εκπλήττει είναι η ταχύτητα και η κλίμακα της κατάρρευσης.

Ο Amitav Acharya[20] υποστηρίζει ότι ο κόσμος κινείται προς μια «πολυσχιδή» τάξη και όχι προς μια πολυπολική. Πρόκειται για ένα πιο σύνθετο σύστημα που περιλαμβάνει πολλαπλούς παράγοντες: μεγάλες δυνάμεις, περιφερειακούς οργανισμούς, εταιρείες και μη κρατικούς παράγοντες. Σε αυτόν τον κόσμο, η Ουάσιγκτον μπορεί ακόμα να καταστρέψει (μέσω στρατιωτικής δράσης ή κυρώσεων), αλλά δεν μπορεί πλέον να οικοδομήσει ή να διατηρήσει μια σταθερή διεθνή τάξη. Καθώς ο παρών πόλεμος κατά του Ιράν πλήττει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην αμερικανική ηγεσία, ακόμη και μεταξύ των λεγόμενων συμμάχων της, δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλές χώρες, ειδικά εκείνες του Παγκόσμιου Νότου, προσαρμόζονται μειώνοντας την εξάρτησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό που βλέπουμε στο χαοτικό στυλ διοίκησης της κυβέρνησης Τραμπ είναι το στίγμα ενός συστήματος του οποίου το μόνο εναπομείναν επιχειρηματικό μοντέλο είναι να πουλάει εισιτήρια για ξαπλώστρες στον Τιτανικό. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός, στο ύστερο στάδιο του, δεν επιλύει πλέον τις αντιφάσεις, τις πολλαπλασιάζει, τις εσωτερικεύει και, τελικά, τις αναπαριστά ως θέαμα Γκραν Γκινιόλ[21]. Το αποτέλεσμα είναι ο παραλογισμός — όχι ως τυχαία δυσλειτουργία, αλλά ως εξ ορισμού κατάσταση λειτουργίας του συστήματος.

Σε προσωπικό επίπεδο, αυτός ο παραλογισμός παίρνει τη μορφή ενός ηγέτη που δεν έχει την πολυτέλεια της συνέπειας. Το ήθος του χρηματιστή (μεγιστοποίηση των αποδόσεων, πλήρης αδιαφορία για τις τριβές) μετατρέπεται σε κυβερνητική φιλοσοφία. Αντιφάσεις που θα παρέλυαν έναν πραγματικό πολιτικό ηγέτη, μετατρέπονται σε ευκαιρίες για συναλλακτικούς αυτοσχεδιασμούς, για ένα ‘deal’ της στιγμής, χωρίς μακροπρόθεσμο πλάνο.

Πάρτε για παράδειγμα το Δίλημμα του Τρίφιν[22]. Τη μία μέρα ο Τραμπ εκθειάζει τις αρετές του ισχυρού δολαρίου ως συμβόλου της αμερικανικής κυριαρχίας. Την επόμενη, επιτίθεται με μανία στο ίδιο αυτό ισχυρό δολάριο επειδή τσακίζει τις αμερικανικές εξαγωγές και εξοντώνει θέσεις εργασίας. Ασυνάρτητο; Αντιφατικό; Σαφώς. Όμως η κατηγορία περί ασυνάρτητου λόγου χάνει την ουσία. Η αντίφαση δεν βρίσκεται σε σφάλμα στο μήνυμα του Τραμπ. Είναι η λογική της αντιστάθμισης κινδύνου (hedge)[23], όχι η λογική του σχεδιασμού. Η παραδοσιακή οικονομική πολιτική προϋποθέτει ένα συνεκτικό σύνολο στόχων που επιδιώκονται μέσω σταθερών εργαλείων. Αντίθετα, η χρηματιστικοποιημένη λογική τρέφεται από την αστάθεια και κερδίζει και από τις δύο κατευθύνσεις μιας κίνησης. Ένα hedge fund δεν χρειάζεται η αγορά να ανέβει ή να πέσει, χρειάζεται η αγορά να κινείται — και μάλιστα απρόβλεπτα — ώστε το χαρτοφυλάκιό του, δομημένο με θέσεις αγοράς (long) και πώλησης (short), να απομυζά αξία από την αβεβαιότητα. Ο Τραμπ κυβερνά με τον ίδιο τρόπο. Δεν επιλύει τις εντάσεις στην αμερικανική οικονομία, τις εντείνει. Ισχυρό δολάριο τη μια μέρα, αδύναμο την επόμενη. Δασμοί στην Κίνα, μετά συμφωνία με την Κίνα. Χάος στις τιμές του πετρελαίου. Απειλές προς τους συμμάχους, μετά εναγκαλισμοί. Το μήνυμα δεν αποτελεί μέσο. Η αστάθεια είναι το μήνυμα.

Αυτό που φαντάζει ως ασυνάρτητο από τη σκοπιά της παραδοσιακής πολιτικής σκέψης, αποτελεί, από τη σκοπιά της χρηματοπιστωτικοποιημένης εξουσίας, μια στρατηγική απόσπασης δικαιωμάτων προαίρεσης[24]. Αρνούμενος να δεσμευτεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση, ο Τραμπ διατηρεί τη δυνατότητα να καρπώνεται τα εύσημα ανεξάρτητα από την κατεύθυνση προς την οποία κινείται η οικονομία. Αν το δολάριο ενισχυθεί, μπορεί να πιστωθεί την προβολή της αμερικανικής ισχύος. Αν αποδυναμωθεί, μπορεί να διακηρύξει τη νίκη των Αμερικανών εργατών. Η «αντιστάθμιση» (hedge) τον προστατεύει από τη λογοδοσία, ενώ μεγιστοποιεί την πολιτική του ευελιξία.

Ωστόσο, υπάρχει μια βαθύτερη λογική σε εξέλιξη, η οποία εκτείνεται πέρα από το προσωπικό ύφος του Τραμπ. Η οικονομία των ΗΠΑ έχει χρηματοπιστωτικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό —κυριαρχούμενη από την απόσπαση προσόδων, τον πληθωρισμό των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και τις κερδοσκοπικές χρηματοροές αντί για τις παραγωγικές επενδύσεις— που οι παλιές βεβαιότητες της βιομηχανικής εποχής δεν ισχύουν πλέον. Η τραγωδία είναι ότι αυτή η προσέγγιση αποκλείει κάθε πιθανότητα για μια συνεκτική βιομηχανική πολιτική, ένα σταθερό εμπορικό καθεστώς ή μια προβλέψιμη διεθνή στάση. Και ενώ η χρηματιστική ελίτ απομυζά αξία, η παραγωγική οικονομία —αυτή που πραγματικά φτιάχνει πράγματα και απασχολεί ανθρώπους— σταδιακά ατροφεί.

Ο συνασπισμός πολιτικών, οικονομικών και χρηματοοικονομικών συμφερόντων που υποστηρίζει τον Τραμπ αποτελεί ένα χαρτοφυλάκιο αντιφατικών στοιχημάτων. Η προσωπική του ασυναρτησία αντανακλά αυτή τη συστημική ασυναρτησία. Αυτός ο συνασπισμός δεν μπορεί να αναχαιτίσει το κύμα των αλλαγών που αναδιαμορφώνει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να εκμεταλλευτεί και να ρευστοποιήσει τα απομεινάρια εκείνης της παλιάς τάξης μέσω ενός συναλλακτικού, μονομερούς και θρασύτατου στυλ εξωτερικής πολιτικής. Μια τέτοια προσέγγιση αντανακλά την παραδοχή ότι το μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο δεν προσφέρει πλέον τα ίδια πλεονεκτήματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς άλλες δυνάμεις – η Κίνα πάνω απ’ όλα – κατέχουν πλέον ισχυρότερα χαρτιά.

Αυτός ο συνασπισμός αποτελεί έναν σαφώς υβριδικό σχηματισμό. Ενώ ο υβριδικός χαρακτήρας του αποδείχθηκε εκλογικά ισχυρός, δεν διαθέτει την εσωτερική συνοχή που είναι απαραίτητη για να παράγει ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο ηγεμονικό έργο. Αντίθετα, είναι γεμάτος με βαθιές, άλυτες αντιφάσεις και συγκρουόμενα συμφέροντα που τον καθιστούν εγγενώς άγονο, όπως είναι άλλωστε τα περισσότερα υβρίδια.

Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο οπορτουνισμός: μια τακτική συμμαχία που σχηματίζεται γύρω από κοινούς βραχυπρόθεσμους στόχους, όπως μειώσεις φόρων, απορρύθμιση, ευνοϊκές κυβερνητικές συμβάσεις, δασμούς που προστατεύουν την εγχώρια βιομηχανία, μειωμένη εποπτεία (ειδικά στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τα κρυπτονομίσματα και την ενέργεια), εχθρότητα προς τους θεσμούς «επαγρύπνισης[25]» και αντίθεση στην παλιά φιλελεύθερη τάξη. Ωστόσο, τα βαθύτερα στρατηγικά οράματα αυτών των ομάδων είναι θεμελιωδώς ασύμβατα. Και αυτό πριν καν λάβουμε υπόψη την τοξική επιρροή της ομάδας «Κάντε το Ισραήλ Ξανά Μεγάλο».

Ο Τραμπ οικειοποιήθηκε και αξιοποίησε βαθιά εσωτερικά προβλήματα που προκλήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση, την ανισότητα και τις αποτυχίες των φιλελεύθερων θεσμών. Τη δεκαετία του 2010, ο αμερικανικός καπιταλισμός βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση. Δεκαετίες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είχαν οδηγήσει σε μαζική αποβιομηχάνιση, ακραία ανισότητα, την απώλεια καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας στη βιομηχανία, την επιδημία οπιοειδών, στάσιμους πραγματικούς μισθούς για την πλειοψηφία και μια βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού το βίωσαν ως προδοσία από την φιλελεύθερη ελίτ. Αυτά τα προβλήματα ήταν πραγματικά και ενδεχομένως εκρηκτικά. Ο δημαγωγός Τραμπ ισχυρίστηκε ότι μιλούσε εκ μέρους «των ξεχασμένων ανδρών και γυναικών», επιτέθηκε στην «διεφθαρμένη ελίτ», κατήγγειλε την παγκοσμιοποίηση και τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και υποσχέθηκε να αποκαταστήσει το αμερικανικό μεγαλείο. Ανακατεύθυνε την ανατρεπτική ενέργεια της λαϊκής δυσαρέσκειας στο πολιτικό του σχέδιο, διασφαλίζοντας ότι δεν θα αμφισβητούσε τα συμφέροντα και την εξουσία των κύριων χρηματοδοτών του.

Οι κοινωνικά συντηρητικοί πέτυχαν νίκες στον «πόλεμο αξιών». Οι λευκοί ψηφοφόροι της εργατικής τάξης απέκτησαν αποδιοπομπαίους τράγους (μετανάστες, Κίνα). Οι εταιρείες και η Wall Street έλαβαν φορολογικές ελαφρύνσεις και απορρύθμιση. Ο τομέας της τεχνητής νοημοσύνης και της υψηλής τεχνολογίας έλαβε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό πακέτο πολιτικών (επιθετική απορρύθμιση, οικονομικά κίνητρα και στρατηγική συνεργασία με την κυβέρνηση). Το σιωνιστικό λόμπι έλαβε λευκή επιταγή για να γενοκτονήσει τους Παλαιστίνιους ατιμώρητα και να επιτεθεί στον Άξονα της Αντίστασης. Και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα έλαβε τον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το αντισταθμιστικό αφήγημα που εξασφάλισε την επανεκλογή του Τραμπ, κερδίζοντας εκατομμύρια ψήφους από τη συντηρητική βάση, περιστρέφεται γύρω από μια δέσμη ισχυρών σημείων: το έθνος, τον ισχυρό άνδρα, την οικογένεια και τα σύνορα. Με βάση τη σχιζοανάλυση των Ντελέζ και Γκουαταρί[26], θα υποστήριζα ότι ο Τραμπ είναι ταυτόχρονα ο “σχιζο” (αυτός που αφήνει τις αποχαλινωμένες ροές του κεφαλαίου, της επιθυμίας και της πληροφορίας να τρέχουν ανεξέλεγκτα) και ο παρανοϊκός (αυτός που προσπαθεί να τις καθηλώσει και πάλι κάτω από το δεσποτικό σημαίνον “Αμερική”).

Τα κινήματα που του εναντιώνονται ή τον στηρίζουν είναι εγκλωβισμένα σε ένα “συστημικό τανγκό”. Μέχρι οι άνθρωποι να απελευθερωθούν από αυτόν τον αντιδραστικό αντικατοπτρισμό και να αρχίσουν να οργανώνονται γύρω από τις υλικές συνθήκες που γέννησαν τον Τραμπ, θα παραμένουν παγιδευμένοι στην ίδια παρανοϊκή-σχιζοειδή μηχανή, κυνηγώντας αέναα μια ονειροφαντασία, ενώ το πραγματικό έργο της οικοδόμησης ενός δίκαιου συστήματος θα παραμένει ανεκτέλεστο.

Σε αντίθεση με τις ελίτ που επωφελούνται από την αστάθεια, οι απλοί άνθρωποι δεν διαθέτουν χαρτοφυλάκιο αντιστάθμισης κινδύνου. Είτε ζουν στην περιφέρεια, είτε στο σάπιο κέντρο της αυτοκρατορίας, δέχονται το κύριο πλήγμα της επιδίωξης της Ουάσιγκτον για ηγεμονία μέσω χάους.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Το Fox News Channel (FNC) είναι αμερικανικό πολυεθνικό συντηρητικό τηλεοπτικό κανάλι και ιστότοπος ειδήσεων με έδρα τη Νέα Υόρκη. Είναι το πιο δημοφιλές καλωδιακό δίκτυο ειδήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και εκπέμπει σε 86 χώρες. Το κανάλι δημιουργήθηκε από τον Αμερικανό μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Ρούπερτ Μέρντοχ το 1996 για να προσελκύσει το συντηρητικό κοινό, πρόσκειται στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα κι είναι το αγαπημένο κανάλι και η πηγή ενημέρωσης του Τραμπ.

[2] Η Daily Mail είναι βρετανική ημερήσια ταμπλόιντ εφημερίδα που ιδρύθηκε το 1896 και εκδίδεται στο Λονδίνο. Ως δεξιό ταμπλόιντ η Mail είναι παραδοσιακά υποστηρικτής του Συντηρητικού Κόμματος. Έχει υποστηρίξει το κόμμα σε κάθε γενική εκλογή στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1945.

[3] Το πρόγραμμα PEARL (Promoting migrant youth participation) της ΕΕ στοχεύει στην ενίσχυση της συμμετοχής των νέων μεταναστών και προσφύγων (ηλικίας 18-30 ετών) στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ευρώπης.

[4] Το Snopes, παλαιότερα γνωστό ως Urban Legends Reference Pages, είναι ένας ιστότοπος επαλήθευσης γεγονότων. Ο ιστότοπος θεωρείται ως πηγή τόσο για την επικύρωση όσο και για την κατάρριψη αστικών μύθων και παρόμοιων ιστοριών στην αμερικανική ποπ κουλτούρα. Συνεργάζεται με το facebook.

[5] Ο Νέβιλ Ρόι Σίνγκαμ είναι Αμερικανός επιχειρηματίας και κοινωνικός ακτιβιστής, με καταγωγή από τη Σρι Λάνκα. Είναι ο ιδρυτής και πρώην πρόεδρος της Thoughtworks, μιας εταιρείας συμβούλων πληροφορικής που παρέχει λογισμικό και συμβουλευτικές υπηρεσίες, την οποία πούλησε σε εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων για 785 εκατομμύρια δολάρια το 2017. Το 2019, ο Σίνγκαμ ξεκίνησε μια επιχείρηση «εταιρείας μέσων ενημέρωσης που προωθεί πολιτικές κατά της φτώχειας», σε συνεργασία με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, σύμφωνα με τους New York Times. Ο Σίνγκαμ είναι σοσιαλιστής, χρηματοδοτεί ακροαριστερές ομάδες και θαυμαστής του Μαοϊσμού. Σύμφωνα με τους New York Times, έχει παράσχει σημαντική χρηματοδότηση σε μέσα ενημέρωσης, οργανισμούς και πολιτικούς σε όλο τον κόσμο που προωθούν την φιλοκινεζική κυβερνητική προπαγάνδα.

[6] Έννοια του πολύ σημαντικού, κομμουνιστή θεωρητικού Αντόνιο Γκράμσι: ένα οργανικό κίνημα  δεν είναι «τεχνητό» ή εισαγόμενο, αλλά ξεπηδά φυσικά μέσα από τις βαθιές ανάγκες και τις αντιφάσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Ένα οργανικό κίνημα εκπροσωπεί τα πραγματικά συμφέροντα μιας τάξης (εν προκειμένω της εργατικής) και στοχεύει στην ανατροπή της εξουσίας.

[7] Proxy στο κείμενο. Ο όρος proxy χρησιμοποιείται εκτενώς τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα για να περιγράψει τους πολέμους δια αντιπροσώπων (proxy wars), όπως τον πόλεμο του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία δια της Ουκρανίας. Η λειτουργία του proxy είναι να μπαίνει μπροστά ώστε να κρύβεται ο πραγματικός υποκινητής και να μην υφίσταται αυτός τις συνέπειες. Έτσι, οι όροι ‘μπροστινός’ ή ‘αυτοφωράκιας’ που έχει υποδείξει ο κ. Σ. Μητραλέξης είναι οι πιο κατάλληλοι για την ερμηνεία αυτής της λειτουργίας.

[8] Trasformismo στο κείμενο: Μετασχηματισμός. Πρόκειται ουσιαστικά για την πολιτική αφομοίωση, την εξαγορά και την ενσωμάτωση των ηγετών των λαϊκών κινημάτων.

[9] Ο Pierre Morad Omidyar είναι Ιρανοαμερικανός δισεκατομμυριούχος. Επιχειρηματίας τεχνολογίας, μηχανικός λογισμικού και ‘φιλάνθρωπος’, είναι ο ιδρυτής του eBay, όπου διετέλεσε πρόεδρος από το 1998 έως το 2015. Ο Omidyar είναι εγγονός του Στρατηγού του Αυτοκρατορικού Ιρανικού Στρατού Μαχμούτ Μιρ-Τζαλαλί, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην άνοδο της δυναστείας των Παχλεβί το 1921 και στην ανατροπή από τη CIA του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου Μoχαμάντ Μοσαντέκ το 1953. Tο 2023, το Forbes κατέταξε τον Omidyar ως τον 245ο πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο με εκτιμώμενη καθαρή περιουσία 8,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Omidyar και η σύζυγός του Pamela ίδρυσαν το Δίκτυο Omidyar το 2004 και αποτελούν σταθερούς χρηματοδότες του Δημοκρατικού Κόμματος.

[10] Ο Γουόρεν Μπάφετ είναι Αμερικανός επενδυτής και ‘φιλάνθρωπος’, πρόεδρος και πρώην διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Berkshire Hathaway. Είναι ένας από τους πιο γνωστούς επενδυτές στον κόσμο και σύμφωνα με το Forbes, τον Ιανουάριο του 2026, η εκτιμώμενη καθαρή περιουσία του Μπάφετ ανερχόταν σε 148,9 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, καθιστώντας τον ένατο πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο. Ο όμιλος του Μπάφετ είχε εμπλοκή με τη φούσκα των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου του 2007 και του 2008, μέρος της Μεγάλης Ύφεσης που ξεκίνησε το 2007 και η Berkshire Hathaway υπέστη πτώση 77% στα κέρδη κατά το τρίτο τρίμηνο του 2008 και μεγάλες απώλειες μεταγενέστερα. Όμως, το 2008, ο Buffett ανακηρύχθηκε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο,  εκθρονίζοντας τον Bill Gates, που ήταν ο νούμερο ένα στη λίστα του Forbes για 13 συνεχόμενα χρόνια. Ο Μπάφετ έχει δηλώσει εδώ και καιρό την πρόθεσή του να δωρίσει την περιουσία του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς και τον Ιούνιο του 2006 ανακοίνωσε ένα σχέδιο για να δωρίσει το 83% αυτής στο Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς. Έπειτα, στις 9 Δεκεμβρίου 2010, ο Μπάφετ, ο Μπιλ Γκέιτς και ο Διευθύνων Σύμβουλος του Facebook, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, υπέγραψαν μια υπόσχεση που ονόμασαν «Υπόσχεση Δωρεάς Γκέιτς-Μπάφετ», στην οποία υπόσχονται να δωρίσουν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς τουλάχιστον το μισό του πλούτου τους και να προσκαλέσουν και άλλους πλούσιους να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Αλλά, στις 23 Ιουνίου 2021 παραιτήθηκε από τη θέση του διαχειριστή του ‘φιλανθρωπικού’ Ιδρύματος Γκέιτς και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του πέρασε στο Ίδρυμα NoVo που διαχειρίζονται τα παιδιά του. Ο Μπάφετ χρηματοδότησε την προεκλογική εκστρατεία του Μπαράκ Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον.

[11] Ο Jeffrey Steven Yass είναι Αμερικανός δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας. Σύμφωνα με το Forbes, ο Yass είχε καθαρή περιουσία 65 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2025, ο 25ος πλουσιότερος στον κόσμο. Είναι δηλωμένος νεοφιλελεύθερος που χρηματοδοτεί το ρεπουμπλικανικό κόμμα και υποστηρίζει την πλήρη ιδιωτικοποίηση κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης. Είναι συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τεχνολογίας Susquehanna International Group (SIG) με έδρα τη Φιλαδέλφεια και σημαντικός επενδυτής στο TikTok. Μετά τη συνάντηση του Yass και του Προέδρου των ΗΠΑ Trump τον Μάρτιο του 2024, ο Trump πέρασε από την απαγόρευση του TikTok στην υποχρεωτική εξαγορά του από κοινοπραξία αμερικανικών επιχειρήσεων, στην οποία συμμετέχει η θυγατρική του Yass, Vastmere Strategic Investments, που πλέον κατέχει το 35,1% του αμερικανικού ΤικΤοκ και ακόμα ένα 7% προσωπικά ο ίδιος. Το 2002, ο Yass εντάχθηκε στο εκτελεστικό συμβούλιο του ακραία νεοσυντηρητικού Cato Institute. Δώρισε περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια των αμερικανικών εκλογών του 2024 σε ομάδες και εκστρατείες των Ρεπουμπλικανών.

[12] Ο Stephen Allen Schwarzman είναι Αμερικανό- Εβραίος επιχειρηματίας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ιδιωτικών κεφαλαίων Blackstone Inc., την οποία ίδρυσε το 1985 με τον Peter G. Peterson. Σύμφωνα με το Forbes, η καθαρή περιουσία του Schwarzman ανέρχεται σε 43 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ από τον Μάιο του 2025.Ο Schwarzman ήταν πρόεδρος του Στρατηγικού και Πολιτικού Φόρουμ του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Τον Οκτώβριο του 2025, ο Schwarzman ανακηρύχθηκε χορηγός της κατασκευής της διαβόητης Αίθουσας Χορού του Λευκού Οίκου. Τον Νοέμβριο του 2025, ο Schwartzman παρευρέθηκε σε επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο με τον Νετανιάχου και κατόπιν με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Οποία σύμπτωσις…
Μεγάλος ‘φιλάνθρωπος’ κι αυτός, υπέγραψε επίσης την «Υπόσχεση Δωρεάς Γκέιτς-Μπάφετ», για να δωρίσει σε φιλανθρωπικούς σκοπούς τουλάχιστον το μισό του πλούτου του. Η εταιρεία του βέβαια έχει καταδικαστεί για παράνομη παιδική εργασία καθώς μια έρευνα του Υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ απέδειξε ότι περισσότερα από 100 Αμερικανόπουλα εργάζονταν παράνομα για την Packers Sanitation Services Inc. (PSSI), μια εταιρεία καθαρισμού σφαγείων που ανήκει στην Blackstone. Η έρευνα ξεκίνησε αφού ένας καθηγητής Γυμνασίου στο Γκραντ Άιλαντ της Νεμπράσκα ανέφερε έναν μαθητή με εγκαύματα υδροχλωρικού οξέος στα χέρια και τα γόνατά του στο Υπουργείο Εργασίας. Επίσης, η Blackstone κατηγορείται για την εμπορευματοποίηση, την αποψίλωση του τροπικού δάσους του Αμαζονίου και δολοφονίες ιθαγενών κοινοτήτων.

[13] Η εταιρεία που προμηθεύει στο Ισραήλ λογισμικό στοχοποίησης παλαιστίνιων οικογενειών στη Γάζα, στο Λίβανο και στο Ιράν. Το Παλαντίρ επέλεξε το στόχο του σχολείου στο Μινάμπ του Ιράν, όπου δολοφονήθηκαν 175 κοριτσάκια.

[14] Ο Μαρκ Λόουελ Αντρέσεν είναι Γερμανο-Αμερικανός επιχειρηματίας, επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων και πρώην μηχανικός λογισμικού. Συνιδρυτής της Netscape και συνιδρυτής και γενικός εταίρος της εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων Andreessen Horowitz από τη Σίλικον Βάλεϊ. Συνίδρυσε και αργότερα πούλησε την εταιρεία λογισμικού Opsware στην Hewlett-Packard. Συνίδρυσε επίσης την Ning, μια εταιρεία που παρέχει πλατφόρμα για ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης. Υποστήριξε τους προεδρικούς υποψηφίους του Δημοκρατικού κόμματος μέχρι το 2016. Το 2024 έγινε σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ. Η καθαρή περιουσία του Αντρέσεν εκτιμάται σε 1,9 δισεκατομμύρια δολάρια από τον Ιανουάριο του 2025. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο Andreessen δώρισε 3 εκατομμύρια δολάρια στην MAGA Inc., που υποστηρίζει τον Τραμπ. Ο Andreessen είναι μεγάλος δωρητής πολιτικών και της ομάδας υπεράσπισης των κρυπτονομισμάτων Fairshake. Είναι θαυμαστής του Νίτσε και των Ιταλών θεωρητικών του φασισμού.

[15] Ο Benjamin Abraham Horowitz είναι Εβραιο-Αμερικανός επιχειρηματίας, επενδυτής, blogger και συγγραφέας. Είναι επιχειρηματίας τεχνολογίας και συνιδρυτής της εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων Andreessen Horowitz μαζί με τον Marc Andreessen. Τον Ιούλιο του 2024, ο Horowitz ανακοίνωσε ότι θα έκανε δωρεές στην προεδρική εκστρατεία του Donald Trump. Τον Οκτώβριο, ωστόσο, ο Horowitz ανακοίνωσε ότι αυτός και η σύζυγός του θα έκαναν «σημαντικές» δωρεές σε ομάδες που υποστηρίζουν την εκστρατεία της Kamala Harris. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο Horowitz δώρισε 3 εκατομμύρια δολάρια στο MAGA Inc., που υποστηρίζει τον Τραμπ.

[16] Ο Kelcy Lee Warren είναι Αμερικανός δισεκατομμυριούχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Energy Transfer Partners. Ο Warren δώρισε 103.000 δολάρια στην προεδρική εκστρατεία του Προέδρου Donald Trump το 2016 και 11,8 εκατομμύρια δολάρια στην προεδρική εκστρατεία του Τραμπ το 2020. Τον Μάιο του 2024, ο Warren διοργάνωσε μια εκδήλωση συγκέντρωσης χρημάτων στο Χιούστον για τον Donald Trump. Συνολικά, ο Warren συνεισέφερε περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια στην προεδρική εκστρατεία του Trump μεταξύ 2016 και 2024.
Η Energy Transfer LP ασχολείται με τη μεταφορά, αποθήκευση και τους τερματικούς σταθμούς φυσικού αερίου, αργού πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και προϊόντων διύλισης. Από το 2025, η εταιρεία κατέχει ή λειτουργεί περίπου 140.000 μίλια αγωγών σε όλες τις ΗΠΑ, καθιστώντας την μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες μεσαίου μεγέθους στη χώρα. Είναι επίσης ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς LNG στον κόσμο.

[17] Η Μίριαμ Άντελσον – Φαρμπστάιν, είναι Ισραηλινοαμερικανίδα επιχειρηματίας, ‘φιλάνθρωπος’ και χορηγός των ρεπουμπλικάνων. Τον Οκτώβριο του 2025, οι εκτιμήσεις τοποθετούσαν την περιουσία της στα 34,6 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την 48η πλουσιότερη στον κόσμο. Αξιοσημείωτες συμμετοχές περιλαμβάνουν τα καζίνο Las Vegas Sands και την επαγγελματική ομάδα αμερικανικού ποδοσφαίρου Dallas Mavericks. Είναι η νυν εκδότρια της δωρεάν διανεμόμενης στο Ισραήλ ακραία φασιστικής εφημερίδας Israel Hayom και, μαζί με την οικογένειά της, κατέχει την εφημερίδα Las Vegas Review-Journal. Από τη δεκαετία του 2010, η Άντελσον είναι μια από τους μεγαλύτερους δωρητές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και από το 2016 είναι μια από τους πιο εξέχοντες οικονομικούς υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή και ο σύζυγός της παρείχαν τη μεγαλύτερη δωρεά στην εκστρατεία του το 2016 και την τρίτη μεγαλύτερη δωρεά στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ το 2024, δίνοντας 106 εκατομμύρια δολάρια. Η Άντελσον υποστηρίζει σταθερά την υιοθέτηση φιλοϊσραηλινών πολιτικών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της προσάρτησης της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ και της γενοκτονίας στη Γάζα.

[18] Ο Ρόναλντ Λόντερ  είναι Αμερικανό-Εβραίος επιχειρηματίας και ‘φιλάνθρωπος’. Είναι ο μοναδικός κληρονόμος της Estée Lauder Companies, η οποία ιδρύθηκε από τους γονείς του το 1946. Σύμφωνα με το Forbes, είχε καθαρή περιουσία 4,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον Μάιο του 2025 (αριθμός 796 στη λίστα δισεκατομμυριούχων του Forbes). Επίσης, έχει συμμετοχές σε μια σειρά μέσα ενημέρωσης στο Ισραήλ, με μεγάλο μερίδιο στο τηλεοπτικό κανάλι 10. Το 2014, μαζί με τον Τζέφρι Έπσταϊν ίδρυσαν εταιρεία για αγοραπωλησίες έργων τέχνης.
Από το 2007 είναι πρόεδρος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Κογκρέσου. Ο Λόντερ είναι παλιός φίλος του Τραμπ και μακρόχρονος χρηματοδότης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Το 2016, δώρισε περισσότερα από 1,6 εκατομμύρια δολάρια υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ και το 2025, 5 εκατομμύρια δολάρια στο MAGA Inc.
Ο Λόντερ πρότεινε στον Τραμπ την ιδέα να αγοράσει τη Γροιλανδία από τη Δανία το 2019 και προσφέρθηκε να είναι ο ενδιάμεσος για τη συναλλαγή. Το 2023, απείλησε να αποσύρει τη χρηματοδότηση από το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια (UPenn) λόγω της διαμαρτυρίας των φοιτητών ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα. Το 2024, δήλωσε ότι το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συνέδριο (WJC) θα «στοχοποιήσει» πολιτικούς υποψηφίους στις ΗΠΑ που δεν στηρίζουν το Ισραήλ, κατευθύνοντας τη χρηματοδότηση προς τους αντιπάλους τους. Τέλος, η Google AI -που χρησιμοποίησα για βοήθεια στη μετάφραση και κυρίως για τις υποσημειώσεις- μπερδεύτηκε τόσο με τον Γκράμσι, τον Τραμπ και τον Λόντερ, που έβγαλε μόνη της το ακόλουθο -εύστοχο- συμπέρασμα: Συνολικά, ο Lauder λειτουργεί ως ένας οργανικός σύνδεσμος μεταξύ της αμερικανικής ηγεσίας και των εβραϊκών συμφερόντων, προωθώντας μια σκληρή γραμμή που βλέπει την καταστροφή της Γάζας ως τη μοναδική οδό για τη σταθερότητα.

[19] Culture war: ο όρος culture war περιγράφει μια πολιτισμική και κοινωνική σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στις ΗΠΑ ανάμεσα σε δύο υποτιθέμενα αντίπαλα στρατόπεδα αξιών: τους συντηρητικούς (παράδοση, θρησκεία, εθνική ταυτότητα) και τους προοδευτικούς (κοινωνική δικαιοσύνη, δικαιώματα μειονοτήτων, πολυπολιτισμικότητα) σε θέματα όπως οι αμβλώσεις, η οπλοκατοχή, η σεξουαλική ‘ταυτότητα’, η woke κουλτούρα, κ.λπ. Αφορά σε μια μάχη «αφηγήματος» που δίνεται στα σχολεία, στα ΜΜΕ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην ουσία λειτουργεί ως  προπέτασμα καπνού για να αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα, να διασπάται ο λαός, να ξοδεύουν οι άνθρωποι την ενέργειά τους σε θέματα όπως «οι ουδέτερες τουαλέτες» και να συσπειρώνονται οι ψηφοφόροι γύρω από συναισθηματικά φορτισμένες ανοησίες.

[20] Ο Amitav Acharya είναι Ινδός ακαδημαϊκός και συγγραφέας, διακεκριμένος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, όπου κατέχει την Έδρα UNESCO για τις Διεθνικές Προκλήσεις και τη Διακυβέρνηση και υπηρετεί ως πρόεδρος της Πρωτοβουλίας Μελετών του ASEAN.
Η έννοια του Acharya για την «πολυσχιδή παγκόσμια τάξη» αποτυπώνει την αντίληψή του για τις συνεχιζόμενες αλλαγές και τις μελλοντικές κατευθύνσεις στο τοπίο των διεθνών σχέσεων. Ο Acharya υποστηρίζει ότι η «αμερικανική παγκόσμια τάξη», όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαιξαν ηγεμονικό ρόλο στη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος – ή της «φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης» – προς όφελός τους μέσω του κυρίαρχου ρόλου τους στους διεθνείς θεσμούς και της παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής τους, φτάνει στο τέλος της. Κι εντοπίζει στοιχεία για μια αναδυόμενη «πολυσχιδή» παγκόσμια τάξη, όπου υφίστανται μια σειρά από πλοκές (ιδέες), σκηνοθέτες (δυνάμεις) και δράση (ηγεσία) κάτω από μια στέγη (το διεθνές σύστημα) για να διαλέξει ο καθένας. Το 2025, ο Acharya δημοσίευσε το βιβλίο «Η Πρώην και η Μελλοντική Παγκόσμια Τάξη: Γιατί ο Παγκόσμιος Πολιτισμός θα Επιβιώσει από την Παρακμή της Δύσης», Basic Books, 2025. Το βιβλίο προσφέρει μια ιστορία πέντε χιλιάδων ετών της παγκόσμιας τάξης, από τον αιγυπτιακό και τον σουμεριακό πολιτισμό μέχρι σήμερα και υποστηρίζει ότι η δυτική ηγεμονία δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διεθνή συνεργασία και ειρήνη.

[21] Ο όρος γκραν γκινιόλ (Grand Guignol) περιγράφει κάτι το εξαιρετικά τρομακτικό, ανατριχιαστικό ή γεμάτο έντονο σασπένς και φρίκη. Αναφέρεται συχνά σε θεάματα, ταινίες ή πραγματικές καταστάσεις που προκαλούν σοκ.

[22] Triffin Dilemma: Το Δίλημμα του Τρίφιν (ή Παράδοξο του Τρίφιν) αναφέρεται στη σύγκρουση συμφερόντων που προκύπτει όταν το εθνικό νόμισμα μιας χώρας (όπως το δολάριο ΗΠΑ) χρησιμοποιείται ως το κύριο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Διατυπώθηκε τη δεκαετία του 1960 από τον οικονομολόγο Robert Triffin, ο οποίος εντόπισε ότι η χώρα που εκδίδει το παγκόσμιο νόμισμα είναι παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντίρροπες ανάγκες:
Παροχή Ρευστότητας (Διεθνής Ανάγκη): Για να αναπτύσσεται το παγκόσμιο εμπόριο, οι ΗΠΑ πρέπει να “προμηθεύουν” τον κόσμο με δολάρια. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως μέσω των εμπορικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ (δηλαδή η Αμερική να αγοράζει περισσότερα από όσα πουλάει, ώστε τα δολάρια να “βγαίνουν” έξω).
Διατήρηση Εμπιστοσύνης (Εγχώρια Ανάγκη): Αν όμως τα ελλείμματα των ΗΠΑ γίνουν υπερβολικά και το χρέος αυξηθεί πολύ, ο κόσμος αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του στην αξία του δολαρίου. Αν οι ΗΠΑ προσπαθήσουν να μειώσουν τα ελλείμματά τους για να στηρίξουν το νόμισμά τους, η παγκόσμια αγορά θα ξεμείνει από ρευστότητα, οδηγώντας σε οικονομική στασιμότητα.

[23] Η λέξη «αντιστάθμιση» είναι ο επίσημος όρος, αλλά το hedge (χεντζάρισμα) είναι πλέον καθιερωμένο στην ελληνική οικονομική αργκό. Σημαίνει να στοιχηματίζεις και στα δύο ενδεχόμενα (και στην άνοδο και στην πτώση των τιμών) για να μην χάσεις ποτέ. Έτσι, τα αντισταθμιστικά κεφάλαια (hedge funds) περιέχουν στα χαρτοφυλάκιά τους και θέσεις αγοράς και πώλησης (δηλαδή θέσεις πώλησης: δανεισμένο περιουσιακό στοιχείο -όπως μια μετοχή ή ένα εμπόρευμα- που το πουλά και σχεδιάζει να το αγοράσει ξανά αργότερα σε χαμηλότερη τιμή για να το επιστρέψει, επωφελούμενο από την πτώση της τιμής και θέσεις αγοράς: όπου αγοράζει πρώτα ελπίζοντας σε αύξηση της τιμής. Εδώ, ο Τραμπ παρουσιάζεται να «ποντάρει» ταυτόχρονα και στην άνοδο και στην πτώση, όχι ως στρατηγικός ηγέτης, αλλά ως κερδοσκόπος, που τζογάρει με το προϊόν ‘αστάθεια’.

[24] Optionality: Στα χρηματο-οικονομικά, μια option σου δίνει το δικαίωμα (αλλά όχι την υποχρέωση) να αγοράσεις ή να πουλήσεις κάτι σε μια μελλοντική τιμή. Πληρώνεις δηλαδή για να έχεις την επιλογή. Μεταφερόμενο στην πολιτική συνιστά ουσιαστικά μια τακτική αποφυγής δεσμεύσεων, μια χρηματοπιστωτική λογική αποφυγής μιας συνεκτικής πολιτικής και των αποτελεσμάτων της.
Με απλά λόγια, είναι η τακτική να κρατάς όλες τις θέσεις ασαφείς, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από οποιαδήποτε εξέλιξη, χωρίς να έχεις επενδύσει αποκλειστικά σε μία κατεύθυνση. Στην ουσία δεν κάνεις τίποτα, περιμένεις να λύσουν το πρόβλημα οι άλλοι ή να λυθεί από μόνο του, καθώς αυτό σημαίνει η αγαπημένη νεοφιλελεύθερη έκφραση ‘θα το λύσουν οι αγορές’ και ενεργοποιείς το δικαίωμα προαίρεσης λέγοντας μετά πως αυτό σχεδίαζες -αν λυθεί θετικά, ή δεν το ενεργοποιείς λέγοντας πώς φταίνε οι ‘άλλοι’  που δεν εφάρμοσαν ή ‘δεν αποδέχτηκαν το σχέδιο’ σου (π.χ. Ιράν), αν λυθεί αρνητικά.

[25] Woke στο κείμενο: σημαίνει «στάση επαγρύπνησης, ιδίως κατά των φυλετικών προκαταλήψεων και των εξαιτίας τους διακρίσεων». Πλέον, από πολλές κοινωνικές δυνάμεις στον δυτικό κόσμο προσδίδεται αρνητική χροιά και απαξία στην κουλτούρα woke και στις πολιτικές που συνδέονται με αυτόν τον όρο, οι οποίες συχνά συνοψίζονται ως «woke ατζέντα».
Οι πολιτικές που προωθούνται βάσει της σχετικής κουλτούρας κατηγορούνται ως υπερβολικές και ότι ένας πολίτης που εμφορείται από αυτήν την κουλτούρα καταλήγει ο ίδιος να παραβιάζει την αρχή της ελευθερίας του λόγου. Οι ίδιες κοινωνικές δυνάμεις θεωρούν ότι η woke κουλτούρα χρησιμοποιείται από το εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού ως προκάλυμμα με σκοπό να προωθήσει νεοφιλελεύθερες πολιτικές υπό τον μανδύα δικαιωμάτων διάφορων κοινωνικών ομάδων (όπως ΛΟΑΤΚΙ+, φεμινίστριες, ακτιβιστές του Black Lives Matter κ.ά.)

[26] Η σχιζοανάλυση είναι μια κριτική και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που ανέπτυξαν ο φιλόσοφος Gilles Deleuze και ο ψυχαναλυτής Félix Guattari, στο έργο τους Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια που γράφτηκε μεταξύ 1972 και 1980, στον απόηχο του Μάη του ‘68. Στη σχιζοανάλυση χρησιμοποιούν τον «σχιζοφρενή» και τον «παρανοϊκό» όχι μόνο ως κλινικές διαγνώσεις, αλλά κυρίως ως δύο αντίρροπους πόλους της ανθρώπινης επιθυμίας και της κοινωνικής οργάνωσης. Η βασική τους διαφορά έγκειται στον τρόπο που το άτομο «επενδύει» την επιθυμία του (που δεν συνιστά κάτι που μας λείπει, αλλά μια ενεργητική δύναμη που δημιουργεί συνδέσεις. Την παρομοιάζουν με “μηχανή” που παράγει πραγματικότητα) στο κοινωνικό πεδίο:
1. Ο Παρανοϊκός Πόλος (Αντιδραστικός/Φασιστικός)
Ο παρανοϊκός εκπροσωπεί την τάση για σταθερότητα, τάξη και έλεγχο. Προσπαθεί μανιωδώς να «κωδικοποιήσει» τα πάντα. Θέλει να βάλει τα πράγματα σε κουτάκια (έθνος, θρησκεία, οικογένεια, ιεραρχία). Είναι συντηρητικός κι επενδύει σε μεγάλες, συμπαγείς δομές (molar aggregates) που προσφέρουν ασφάλεια αλλά καταστέλλουν την ελευθερία. Η επιθυμία του παρανοϊκού κινείται από τον φόβο της απώλειας και την ανάγκη για έναν «κυρίαρχο» ή μια κεντρική αρχή.
2. Ο Σχιζοφρενικός Πόλος (Επαναστατικός/Παραγωγικός)
Ο «σχίζο» (διαφορετικός από τον κλινικά ασθενή) εκπροσωπεί τη ροή, την κίνηση και την αποδόμηση. Σπάει τους κοινωνικούς κώδικες και τις σταθερές ταυτότητες. Δεν δέχεται τα όρια που επιβάλλει το κράτος ή η οικογένεια. Δημιουργεί «γραμμές φυγής», δηλαδή νέους δρόμους σκέψης και ύπαρξης που ξεφεύγουν από το σύστημα. Επενδύει σε μικρές, μεταβαλλόμενες συνδέσεις (molecular ensembles) αντί για μεγάλες σταθερές μάζες.
Για τους Deleuze και Guattari, ο καπιταλισμός λειτουργεί παράδοξα: από τη μία παράγει «σχιζοφρενικές» ροές (χρήμα και εμπορεύματα που σπάνε τα παλιά σύνορα), αλλά από την άλλη μας αναγκάζει να επιστρέφουμε σε «παρανοϊκές» δομές (όπως το κυνήγι του κέρδους ή η προσκόλληση στην πυρηνική οικογένεια) για να μην καταρρεύσει η κοινωνική συνοχή.
(ΣτΜ): Προσωπικά πιστεύω πως οι συγγραφείς ήταν σαφώς σχιζοπαρανοϊκοί, αλλά έχουν πεθάνει, οπότε ας μην ασχολούμαστε άλλο…

* Η Laura Ruggeri γεννήθηκε στο Μιλάνο και μετακόμισε στο Χονγκ Κονγκ το 1997. Πρώην ακαδημαϊκός, τα τελευταία χρόνια ερευνά τις έγχρωμες επαναστάσεις και τον υβριδικό πόλεμο. Οι αναλύσεις και τα άρθρα της δημοσιεύονται στις εφημερίδες China Daily, DotDotNews, Qiao Collective, Guancha, The Centre for Counter-hegemonic Studies, κ.ά. Το έργο της έχει μεταφραστεί στα ιταλικά, τα κινέζικα και τα ρωσικά.

Πηγή: strategic-culture.su