Στη φωτο ο Φιόντορ Λουκιάνοφ
Τα θεμελιώδη στοιχεία που χαλιναγωγούν σήμερα τις διεθνείς σχέσεις διαλύονται.
του Φιόντορ Λουκιάνοφ*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
rg.ru, 01/03/2026
Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν υπόσχεται να επιδεινώσει το διεθνές χάος. Ανεξάρτητα από την έκβαση της τρέχουσας κρίσης, η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν θα έχει σοβαρές συνέπειες στην παγκόσμια πολιτική. Δε συνιστά μόνο και ούτε πρωτίστως ζήτημα προοπτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Είναι ζήτημα αντιλήψεων για το τι είναι δυνατό και αποδεκτό στις διεθνείς σχέσεις. Αυτή η αντίληψη αλλάζει και αυτές οι αλλαγές δεν προοιωνίζουν τίποτε καλό για το μέλλον.
Αξίζει να ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου, το οποίο υποτίθεται ότι αποτελεί το θεμέλιο κάθε διπλωματίας, είναι άσκοπη. Το 2002-2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονταν να εισβάλουν στο Ιράκ, πίστευαν ακόμα ότι ήταν απαραίτητο να αφιερώσουν χρόνο και προσπάθεια για να εξασφαλίσουν ένα αντίστοιχο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο διάσημος δοκιμαστικός σωλήνας του Κόλιν Πάουελ[1], ο οποίος υποτίθεται ότι θα αποδείκνυε την παρουσία όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, παρουσιάστηκε σε μια συνεδρίαση του ΟΗΕ μαζί με προσεκτικά δομημένη ρητορική. Δεν κατάφεραν να πείσουν, αλλά προσπάθησαν και το θεώρησαν επιθυμητό.
Αυτή τη φορά, κάτι τέτοιο δεν μου περνάει καν από το μυαλό. Ούτε το περασμένο καλοκαίρι, ούτε τώρα οι εμπνευστές αυτής της στρατιωτικής δράσης ζήτησαν την έγκριση των διεθνών οργανισμών. Τώρα, οι ΗΠΑ εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την εγχώρια νομιμότητα – ο Τραμπ δεν είχε κανένα δικαίωμα να κηρύξει ουσιαστικά πόλεμο σε άλλη χώρα χωρίς την άδεια του Κογκρέσου (ο Τζορτζ Μπους, παρεμπιπτόντως, είχε λάβει τέτοια άδεια για το Ιράκ πολύ νωρίτερα). Αλλά αυτό συνδέεται με την πολιτική κατάσταση στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εξωτερικές απόψεις είναι άσχετες.
Πλάνα που δημοσίευσαν οι Αμερικάνοι από το πρώτο κύμα επιθέσεων στα πλαίσια της Επιχείρησης Επική Οργή. Πηγή: US Central Command.
Η ίδια η διπλωματική διαδικασία καθίσταται το αντίθετό της. Τόσο πριν από τον πρόσφατο 12ήμερο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Ιράν (13 Ιουνίου 2025), όσο και πριν την τρέχουσα επιθετικότητα προηγήθηκαν εντατικές προσπάθειες διαπραγμάτευσης. Και δεν συνιστούσαν απλώς ένα εντυπωσιακό θέαμα. Συζητήθηκαν συγκεκριμένες επιλογές για την επίλυση της σύγκρουσης σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα. Αλλά και τις δύο φορές και χωρίς έστω διακοπή των συνομιλιών, οι διαπραγματεύσεις κλιμακώθηκαν σε στρατιωτική τιμωρητική δράση. Στην περίπτωση του Ισραήλ, όλα ήταν, κατά μία έννοια, «ειλικρινή»: ποτέ δεν έκρυψαν την επιθυμία τους να καταστρέψουν το ιρανικό καθεστώς και δήλωσαν την έλλειψη πίστης τους στη διπλωματία. Οι ΗΠΑ, ωστόσο, χρησιμοποίησαν κυνικά τον διάλογο για να καθησυχάσουν τους Ιρανούς και να τους αιφνιδιάσουν.
Σε ποιο συμπέρασμα θα καταλήξουν όσοι συμμετέχουν ή θα συμμετέχουν σε διπλωματικές διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον; Μην εμπιστεύεστε τίποτα απολύτως. Βασιστείτε μόνο στον εαυτό σας και στις δικές σας δυνάμεις. Και τουλάχιστον, να έχετε ένα επιχείρημα που ο ομόλογός σας δεν μπορεί να αγνοήσει. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο.
Ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν όχι μόνο δολοφονήθηκε σε στοχευμένη επίθεση, αλλά αυτή η καταστροφή χαιρετίστηκε ως ένα σημαντικό επίτευγμα και πλεονέκτημα για τη μελλοντική επίλυση της σύγκρουσης. Ωστόσο, ο Αλί Χαμενεΐ είναι ο νόμιμος (σύμφωνα με τους νόμους της χώρας του) αρχηγός κράτους ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, αναγνωρισμένος σχεδόν από όλους και πλήρως συμμετέχων σε όλες τις μορφές διεθνών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών διαπραγματεύσεων με τους δράστες της επίθεσης, οι οποίες συνεχίζονταν ως εκείνη τη στιγμή.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπολύουν πυραυλικές επιθέσεις στο Ιράν.
Η δολοφονία του αρχηγού ενός κράτους από ένα άλλο κράτος και με απόφαση της ηγεσίας του, σύμφωνα με το ίδιο μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε για την εξάλειψη των ηγετών τρομοκρατικών οργανώσεων ή καρτέλ ναρκωτικών, αντιπροσωπεύει μια θεμελιωδώς διαφορετική διάσταση στην παγκόσμια πολιτική. Δεν συγκρίνεται ακόμη και με προηγούμενες περιπτώσεις αλλαγής καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένων τόσο βάναυσων καταλήξεων όπως το λιντσάρισμα του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη ή η εκτέλεση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Και οι δύο κατέστησαν δυνατές χάρη σε εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Αλλά ο Καντάφι σκοτώθηκε από τους Λίβυους αντιπάλους του ως αποτέλεσμα εσωτερικών αναταραχών, ενώ ο Χουσεΐν εκτελέστηκε μετά από δίκη από ιρακινό δικαστήριο, ανεξάρτητα από την αντικειμενικότητά του. Η ιρανική περίπτωση είναι διαφορετική. Συνιστά μια αναπαραγωγή της μεθόδου που χρησιμοποίησε το Ισραήλ εναντίον των ηγετών της Χεζμπολλάχ και της Χαμάς. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ολόψυχα αυτή την προσέγγιση.
Σήμερα, διαλύονται τα θεμελιώδη στοιχεία που χαλιναγωγούν τις διεθνείς σχέσεις κι έχουν απομείνει από προηγούμενες εποχές. Η αναγνώριση της νομιμότητας των κρατών εξαρτάται πλέον από συγκεκριμένες περιστάσεις, ακόμη και από τις προτιμήσεις και τις αντιπάθειες μεμονωμένων παραγόντων. Αυτό μετατρέπει τις διεθνείς σχέσεις σε ένα είδος ρωσικής ρουλέτας και γκρεμίζει τα ίδια τα θεμέλιά τους. Δεν σημαίνει ότι προηγουμένως όλοι ενεργούσαν αποκλειστικά σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου και της ηθικής (η τελευταία ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με την πολιτιστική παράδοση). Αλλά υπήρχαν ορισμένα όρια που τώρα καταργούνται.
Επειδή αυτή η διαδικασία ήταν σταδιακή και ομαλή, πολλές πολιτικές ελίτ δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται αυτά τα γεγονότα με τόσο δραματικούς όρους. Τα βλέπουν ως μια μάλλον απότομη, αλλά γενικά κατανοητή, εκδήλωση αντιφάσεων. Ωστόσο, δεν το βλέπουν όλοι έτσι. Τα συμπεράσματα που δικαιούνται να βγάλουν οι αντίπαλοι των ΗΠΑ είναι προφανή.
Αμερικανοί διαδήλωσαν έξω από τον Λευκό Οίκο διαμαρτυρόμενοι για την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν. Φωτογραφία: REUTERS.
Πρώτον, η διαπραγμάτευση με τους Αμερικανούς δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα. Στο τέλος πάντα είτε απαιτούν συνθηκολόγηση, είτε προσποιούνται στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για μια βίαιη λύση.
Δεύτερον, είναι απολύτως βάσιμο ότι δεν υπάρχει πουθενά να υποχωρήσει κανείς και τίποτα να χάσει. Σε αυτή την περίπτωση, οποιοδήποτε από τα επιχειρήματα «έσχατης λύσης», όποιο είδος «κόκκινου κουμπιού» κι αν είναι διαθέσιμο —κυριολεκτικά ή μεταφορικά— είναι έγκυρο.
Αυτά τα συμπεράσματα παραμένουν έγκυρα, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στο Ιράν τις επόμενες ημέρες. Ακόμη και αν εκεί υλοποιηθεί μια εξελιγμένη εκδοχή του «μοντέλου της Βενεζουέλας», με μια παρασκηνιακή συμφωνία για τη μεταφορά της εξουσίας σε κάποια αμοιβαία αποδεκτά χέρια (η πιθανότητα δεν φαίνεται υψηλή ακόμα, αλλά τι μπορεί να αποκλειστεί τώρα;), μια τέτοια κοινωνική μηχανική δεν θα κατευνάσει άλλα καθεστώτα που αντιτίθενται στις ΗΠΑ. Ο μηχανισμός για την αλλαγή ηγεσίας και τον έλεγχο της έχει πλέον προσδιοριστεί. Πρόκειται για μια πολύ πιο σκληρή εκδοχή ακόμη και από τις «έγχρωμες επαναστάσεις» της δεκαετίας του 2000 και η αντίσταση σε αυτήν θα ενισχύεται και θα γίνεται όλο και πιο απεγνωσμένη. Με συνέπειες που, υπό ορισμένα σενάρια, αποβαίνουν μοιραίες.
Τέλος, αυτά τα γεγονότα έχουν και μια άλλη διάσταση – σε σχέση με την πολιτική δομή της Μέσης Ανατολής. Αξίζει να επανεξετάσουμε την εκστρατεία στο Ιράκ του 2003. Ήταν ένα σημείο καμπής, μετά το οποίο ολόκληρη η δομή της περιοχής, που χτίστηκε τον 20ό αιώνα, άρχισε να καταρρέει (για να είμαστε δίκαιοι, η Επιχείρηση Καταιγίδα της Ερήμου το 1991 σηματοδότησε την έναρξη, αλλά πάρα πολλά, ακόμη πιο σημαντικά γεγονότα συνέβαιναν εκείνη την εποχή). Η ταχεία ήττα του ιρακινού στρατού και η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν προκάλεσαν ευφορία και την αίσθηση της ικανότητας για μια αποτελεσματική αναδιάταξη ολόκληρης της περιοχής σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα. Στην πράξη, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά: η δυνατότητα ελέγχου άρχισε να μειώνεται απότομα, ενώ ενισχύθηκαν δυνάμεις τις οποίες δεν υπολόγιζαν. Παρεμπιπτόντως, η άνοδος του Ιράν, η οποία αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τον λόγο της τρέχουσας σύγκρουσης, επίσης ενισχύθηκε από την εξάλειψη του προηγούμενου ιρακινού καθεστώτος.
Ο μετασχηματισμός του Ιράν, σε περίπτωση που συμβεί ως αποτέλεσμα επιθετικότητας, θα μετατοπίσει και πάλι ολόκληρη την περιφερειακή κατάσταση σε μια νέα φάση. Το όραμα του Τραμπ και του περιβάλλοντός του για τη Μέση Ανατολή είναι αρκετά απλό: η ισραηλινή στρατιωτική κυριαρχία στην περιοχή, σε συνδυασμό με εντατική οικονομική συνεργασία μεταξύ του Ισραήλ και των μοναρχιών του Κόλπου, εξυπηρετεί τα συμφέροντα, πρώτα και κύρια, των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Ιράν αποτελεί εμπόδιο εδώ – τόσο ως πηγή φόβου για τους γείτονές του, όσο και ως κράτος με τα δικά του συμφέροντα και συνεργασίες. Εάν το Ιράν στην τρέχουσα μορφή του μπορεί να εξαλειφθεί ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί ριζικά, τότε το στρατιωτικό εμπορικό μοντέλο αποκτά δυναμική.
Καπνός υψώνεται στην πρωτεύουσα του Μπαχρέιν, Μανάμα, μετά από ιρανική επίθεση σε αμερικανική ναυτική βάση. Φωτογραφία: REUTERS.
Ωστόσο, η εμπειρία του Ιράκ, με τις συνέπειές της που αποδείχθηκαν αρκετά διαφορετικές από τις σχεδιαζόμενες, αξίζει τώρα να ληφθεί υπόψη. Το Ιράν είναι πολύ σημαντικό και παραδοσιακό προπύργιο ολόκληρης της Μέσης Ανατολής για να προχωρήσει ομαλά οποιαδήποτε χειραγώγηση. Ο Τραμπ, σύμφωνα με διαρροές, δίστασε για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν κηρύξει τον πόλεμο, αλλά πείστηκε ότι τα οφέλη της επιτυχίας ήταν τεράστια – έλεγχος όχι μόνο στην περιοχή του Κόλπου (προφανώς), αλλά και επιρροή σε ένα σημαντικό μέρος των παρακείμενων εδαφών από τον Καύκασο έως την Κεντρική (και εν μέρει τη Νότια) Ασία. Αυτό ανοίγει εντελώς νέες εμπορικές ευκαιρίες, κάτι που βρίσκεται στον πυρήνα της κοσμοθεωρίας του Τραμπ και των συνεργατών του. Στα χαρτιά, όλα είναι καλά, αλλά στην πραγματική ζωή, τα πράγματα δεν λειτουργούν ποτέ όπως έχουν σχεδιαστεί, ακόμα κι αν η ιδέα φαίνεται λογική.
Επομένως, το γενικό συμπέρασμα δεν είναι πρωτότυπο, αλλά τι να κάνεις; Η στήριξη στην ωμή βία και τον εξαναγκασμό αυξάνεται στην παγκόσμια πολιτική. Όλα τα υπόλοιπα είναι πλεονασμός. Ακόμα και τα προσχήματα ηθικών ή ιδεολογικών πλαισίων δεν τα χρειάζονται πια. Το πώς βλέπει κανείς αυτή την κατάσταση είναι προσωπικό ζήτημα. Δεν μπορεί όμως να αγνοηθεί.
[1] Ο Κόλιν Πάουελ ήταν στρατηγός, διπλωμάτης και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών από το 2001 έως το 2005, επί προεδρίας Τζορτζ Μπους. Η τελευταία στρατιωτική θέση του Πάουελ, από τον Οκτώβριο του 1989 έως τον Σεπτέμβριο του 1993, ήταν ως επικεφαλής του Κοινού Επιτελείου Στρατού, η υψηλότερη στρατιωτική θέση στο Υπουργείο Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, επέβλεψε 28 επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της εισβολής στον Παναμά το 1989 και της Επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου στον Πόλεμο του Περσικού Κόλπου εναντίον του Ιράκ το 1990-1991. Ως υπουργός Εξωτερικών, ο Πάουελ μίλησε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τις αιτίες της επίθεσης στο Ιράκ, αλλά αργότερα παραδέχτηκε ότι η ομιλία περιείχε σημαντικές ανακρίβειες. (ΣτΜ).
* Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ εργάστηκε ως διεθνής δημοσιογράφος από το 1990 έως το 2002 και συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Θεωρείται ένας από τους πιο εξέχοντες και με τη μεγαλύτερη επιρροή Ρώσους ειδικούς στον τομέα των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής. Ξεκίνησε με φιλοδυτικές απόψεις και προσανατολισμό και άρχισε να μετατοπίζεται ‘απογοητευμένος από τους Δυτικούς’ στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Πλέον υποστηρίζει ότι η «φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη έχει εξαντλήσει τον εαυτό της και ότι η Ρωσία αποτελεί πλέον μέρος ενός μη δυτικού κόσμου και πρέπει να εστιάσει στην παγκόσμια πλειοψηφία».
Από το 2002, είναι Αρχισυντάκτης του περιοδικού Russia in Global Affairs. Το 2012, ο Λουκιάνοφ διορίστηκε Πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής – μιας από τις παλαιότερες ρωσικές δεξαμενές σκέψης. Από το 2015, είναι Διευθυντής Έρευνας του Ιδρύματος για την Ανάπτυξη και Υποστήριξη της Λέσχης Συζητήσεων Βαλντάι και συντονίζει κάθε χρόνο την ετήσια συνέντευξη του προέδρου Βλ. Πούτιν. Ο Λουκιάνοφ είναι Ερευνητής Καθηγητής στη Σχολή Παγκόσμιας Οικονομίας και Διεθνών Υποθέσεων στο Εθνικό Ερευνητικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας.
Πηγή: rg.ru



Αφήστε ένα σχόλιο