του Ντμίτρι Τρένιν*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Russian Council, 16/03/2026

Η ιστορική αποστολή του Τραμπ (κατά τη δική του άποψη) ήταν να «αποκαταστήσει το μεγαλείο της Αμερικής» και να βγάλει τη χώρα από την πορεία στην οποία βρισκόταν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αρχικά, αυτή η αποστολή διαμορφώθηκε από τον Τραμπ και τους συνεργάτες του στο κίνημα MAGA με όρους εθνικής εστίασης και απαραίτητης αυτοσυγκράτησης. Η γενική νοοτροπία ήταν η μετατόπιση από την ιδεολογία της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (και του «woke»[1]) σε μια πιο επιχειρηματική και ρεαλιστική προσέγγιση, η μετάβαση από την προστασία και την προώθηση των αμερικανικών αυτοκρατορικών συμφερόντων στην εστίαση στη χώρα και τις προκλήσεις της. Αυτή η προσέγγιση περιελάμβανε την αναγνώριση της ποικιλομορφίας του κόσμου και την ύπαρξη αρκετών μεγάλων δυνάμεων με τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να διαπραγματευτούν. Η κυβέρνηση του 47ου προέδρου αναμενόταν να εστιάσει στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά στο Δυτικό Ημισφαίριο, στη συνέχεια στην Κίνα και τέλος στον υπόλοιπο κόσμο. Η κύρια εστίαση των δραστηριοτήτων της Ουάσιγκτον θα ήταν η γεωοικονομία, με ζητήματα όπως η παράνομη μετανάστευση και η εμπορία ναρκωτικών να έχουν προτεραιότητα σε σχέση με ζητήματα ασφαλείας. Η πρόκληση που έθετε η Κίνα θεωρήθηκε πρωτίστως τεχνολογική και οικονομική. Ο Τραμπ υποσχέθηκε να επιλύσει γρήγορα τις διεθνείς συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένης της ουκρανικής σύγκρουσης και αυτοπροσδιορίστηκε ως πρόεδρος της ειρήνης.

Η αρχή της νέας του θητείας ήταν ανέφελη. Ο Τραμπ εξαπέλυσε αμέσως μια δασμολογική επίθεση εναντίον του υπόλοιπου κόσμου, ο οποίος υποτίθεται «κερδοσκοπούσε» σε βάρος της Αμερικής. Χώρισε ιδεολογικά τους δρόμους του με την Ευρώπη. «Ισοπέδωσε» τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν και άσκησε ενεργά πιέσεις για να του απονεμηθεί το Νόμπελ Ειρήνης. Ο Τραμπ αποκατέστησε την άμεση επαφή με το Κρεμλίνο μέσω της διπλωματίας των έμπιστων συμβούλων του και πραγματοποίησε μια σύντομη σύνοδο κορυφής με τον Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στο Άνκορατζ. Ως αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης, υπήρξε κάποια αμερικανορωσική κατανόηση σχετικά με τη φόρμουλα και τους τρόπους επίλυσης της ουκρανικής κρίσης, η οποία μερικές φορές αναφέρεται ως το «πνεύμα του Άνκορατζ» στη Ρωσία.

Αυτό φαίνεται πως ήταν το αποκορύφωμα των σχέσεων της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα, μετά το οποίο η διαδικασία πάγωσε. Ο Τραμπ απέτυχε να εξασφαλίσει τη συμφωνία των Ευρωπαίων συμμάχων στην «αμοιβαία κατανόηση» της Αλάσκας. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, οι σύμμαχοι ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν να πολεμούν τη Ρωσία «μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό». Κατ’ αρχήν, ο Τραμπ είχε την εξουσία να αναγκάσει την Ευρώπη να συμμορφωθεί και να διατάξει τον Ζελένσκι να τηρήσει τους όρους του διακανονισμού. Το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εκμεταλλεύτηκε αυτές τις ευκαιρίες υποδηλώνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής τάξης (Κογκρέσο, ΜΜΕ κ.λπ.) και ο μηχανισμός εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ (οι μυστικές υπηρεσίες, το Πεντάγωνο, το Υπουργείο Εξωτερικών), καθώς και ορισμένοι από τους πιο στενούς υπαλλήλους του Τραμπ, έδειχναν, για να το θέσω ήπια, πως δεν είναι ευχαριστημένοι με τη «φόρμουλα για την ειρήνη», την οποία ήταν δύσκολο να φανταστούν ως νίκη επί της Ρωσίας.

Δεν άφησαν καν τον Τραμπ να μαζέψει τα χαμηλά ώριμα φρούτα, που ήταν σαφώς τεχνικής φύσης: την επίλυση του ζητήματος της επιστροφής της ρωσικής διπλωματικής περιουσίας που είχε κατασχεθεί υπό τον Πρόεδρο Ομπάμα, την αποκατάσταση των απευθείας αεροπορικών πτήσεων μεταξύ των δύο χωρών και άλλα. Ταυτόχρονα, η πίεση των κυρώσεων των ΗΠΑ στη Ρωσία όχι μόνο παρέμεινε αμετάβλητη, αλλά και στη συνέχεια εντάθηκε, στοχεύοντας ιδιαίτερα τις ρωσικές ενεργειακές εταιρείες. Επιβλήθηκαν ειδικοί πρόσθετοι δασμοί σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο. Η Ουάσιγκτον αγνόησε επίσης κατάφωρα την πρόταση της Μόσχας να συμμορφωθεί με τους περιορισμούς της Συνθήκης New START[2], η οποία έληξε τον Φεβρουάριο. Οι τριμερείς ρωσο-αμερικανο-ουκρανικές διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2026 περιορίστηκαν στη συζήτηση τεχνικών ζητημάτων.

Εν τω μεταξύ, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ κατέστη ανοιχτά επιθετική. Τον Ιανουάριο, ο Τραμπ ξεκίνησε μια στρατιωτική επιχείρηση για την ανατροπή της κυβέρνησης της Βενεζουέλας, τη βίαιη απαγωγή του προέδρου της και την επιβολή της θέλησής του στο Καράκας. Στα τέλη Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επίθεση στο Ιράν, δολοφόνησαν τον ανώτατο ηγέτη του και δήλωσαν την πρόθεσή τους να ανατρέψουν το καθεστώς στην Τεχεράνη. Ο σφοδρός αυτός πόλεμος συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Επιπλέον, ο Τραμπ ανακοίνωσε τον στόχο του για «αλλαγή καθεστώτος» στην Κούβα. Το Πεντάγωνο, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Πολέμου πέρυσι, αγκάλιασε πλήρως τη νέα του ταυτότητα. Επιπλέον, ο επικεφαλής του, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε δημόσια ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση βίας.

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του Σίλια Φλόρες συλλαμβάνονται από τους Αμερικανούς. Νέα Υόρκη, 5 Ιανουαρίου 2026 – Anadolu μέσω AFP/East News

Έτσι, ο Τραμπ απομακρύνθηκε τελικά από τους αρχικούς του στόχους και επέστρεψε στην παραδοσιακή παγκόσμια ατζέντα της Ουάσινγκτον, αν και με έναν απροκάλυπτα βίαιο τρόπο που απορρίπτει θεμελιωδώς το διεθνές δίκαιο. Αυτή η μετατόπιση πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι, αντιμέτωπος με εσωτερικές προκλήσεις κατά τη διάρκεια των ενδιάμεσων εκλογών (όπως οι αποτυχίες της μεταναστευτικής πολιτικής, η ανάκληση ορισμένων δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο, η υπόθεση Έπσταϊν και η μείωση της προσωπικής του δημοτικότητας), ο Τραμπ επιδίωξε να ευθυγραμμιστεί με πολιτικά και οικονομικά ισχυρές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Νεοσυντηρητικών και του ισραηλινού λόμπι. Ως αποτέλεσμα, οι υποστηρικτές του στο MAGA παραμερίστηκαν. Στην πραγματικότητα, αντί για την ετοιμόρροπη ηγεμονία της συλλογικής Δύσης, η οποία βασιζόταν στην φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, ο Τραμπ προσπαθεί τώρα να εδραιώσει μια παγκόσμια ηγεμονία αποκλειστικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά καθαρά στη βάση της ωμής βίας. Αυτή η μετατόπιση απαιτεί επανεκτίμηση της προσέγγισής μας για την Αμερική.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Πρόσφατα, η ακόλουθη άποψη καθιερώθηκε στον δημόσιο διάλογό μας: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δύση στο σύνολό της έχουν χάσει την πρώην ηγεμονία τους, ένας πολυπολικός κόσμος έχει γίνει πραγματικότητα, η Κίνα έχει ξεπεράσει οικονομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες BRICS έχουν ξεπεράσει την G7, κ.λπ. κ.λπ. Αυτή η δύναμη, που βρισκόταν σε «λήθαργο» επί Μπάιντεν-«Τσερνιένκο»[3], πέρασε επί Τραμπ στην αντεπίθεση. Στόχος της Ουάσιγκτον δεν είναι τόσο να εγκαθιδρύσει μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, όσο να προκαλέσει ένα παγκόσμιο χάος, ώστε να κυριαρχήσει μέσα σε αυτό.

Η πολιτική της Ουάσιγκτον αντικειμενικά καθιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες γεωπολιτικό και ενδεχομένως στρατιωτικό αντίπαλο της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έπαψαν να είναι αντίπαλός μας στην ουκρανική σύγκρουση. Η χώρα μας δεν αποδέχεται τις αξιώσεις κανενός για παγκόσμια κυριαρχία και αποτέλεσε πάντα εμπόδιο σε όσους επιδιώκουν τέτοια κυριαρχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια επίθεση στο Ιράν θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε επίθεση στη Ρωσία, αλλά στρατηγικά, οι επιδιώξεις της κυβέρνησης Τραμπ οδηγούν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια αντιπαράθεση με τη χώρα μας.

Είναι δουλειά και δικαίωμα του Ανώτατου Αρχηγού να αποφασίσει πώς θα συνεχιστεί η ειδική διπλωματική επιχείρηση (ο διάλογος με τον Τραμπ). Αυτός ο διάλογος έχει αποφέρει ορισμένα αποτελέσματα τον τελευταίο χρόνο. Συνέβαλε στη μερική αποστασιοποίηση του Τραμπ από τη σύγκρουση στην Ουκρανία, στη διαίρεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης και στην αναγνώριση της Ρωσίας ως χώρας που επιδιώκει μια διαρκή ειρήνη. Από την άλλη πλευρά, οι προοπτικές για τις διπλωματικές προσπάθειες είναι ζοφερές σε ένα περιβάλλον όπου ο Ζελένσκι είναι εντελώς και απελπιστικά εκτός πραγματικότητας, η Ευρώπη ετοιμάζεται να πάει σε πόλεμο με τη Ρωσία και ο Τραμπ πιθανότατα θα βγει πολιτικά αποδυναμωμένος ως αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου και της σαφώς μη θριαμβευτικής έκβασης του τυχοδιωκτισμού στο Ιράν.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη δολιότητα του Τραμπ, η οποία εκδηλώθηκε δύο φορές – τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026 – σε σχέση με το Ιράν. Την κατάσταση χειροτερεύει το γεγονός ότι οι Αμερικανοί διαπραγματευτές στο ρωσο-ουκρανικό και το ιρανικό ζήτημα είναι τα ίδια πρόσωπα και ανήκουν στο στενό περιβάλλον του επικεφαλής του Λευκού Οίκου. Ο Τραμπ κυριολεκτικά «λέει ό,τι θέλει», με άλλα λόγια, είναι ένας αναξιόπιστος εταίρος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί τους. Απλώς δεν χρειάζεται να τους πιστεύετε (αυτούς ή την υπογραφή τους). Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι το πραγματικό αμερικανικό στρατιωτικό δόγμα στοχεύει στην εξουδετέρωση (κυριολεκτικά στην δολοφονία) της ανώτατης ηγεσίας του αντίπαλου κράτους στην αρχή μιας σύγκρουσης. Η ασφάλεια της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένου του ουκρανικού μετώπου, μπορεί να διασφαλιστεί κυρίως μέσω των δικών της στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η Ρωσία πρέπει να βασιστεί στον εαυτό της.

Συγκέντρωση αλληλεγγύης στον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Τεχεράνη, 9 Μαρτίου 2026 – Sobhan Farajvan/Keystone Press Agency/Global Look Press

Στο ορατό μέλλον, η ατζέντα των ρωσοαμερικανικών σχέσεων έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας, που κάποτε ήταν ο πιο σημαντικός, τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί θεμελιώδεις αλλαγές. Η πάνω από μισό αιώνα εποχή του στρατηγικού ελέγχου των όπλων έχει φτάσει στο τέλος της. Η στρατηγική σταθερότητα του κόσμου αποδυναμώθηκε σημαντικά και δεν μπορεί να αποκατασταθεί στην προηγούμενη μορφή της. Απαιτείται επανεξέταση της κατάστασης σε έναν πολυπολικό πυρηνικό κόσμο και, πάνω απ’ όλα, η ανάπτυξη νέων μοντέλων αποτροπής και σταθερότητας σε συνεργασία με τους Ασιάτες εταίρους της Ρωσίας, όπως η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα. Η συνεχής επαφή με την Ουάσιγκτον είναι απαραίτητη για την αποφυγή επικίνδυνων παρεξηγήσεων σε καταστάσεις κρίσης, αλλά οι διαπραγματεύσεις, ακόμη και οι διαβουλεύσεις που βασίζονται σε παλιά μοντέλα έχουν χάσει εντελώς τη σημασία τους.

Οι πόλεμοι μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχουν καταφέρει ένα σοβαρό πλήγμα στην ιδέα της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, τα πυρηνικά όπλα χρησιμεύουν ως η μόνη πραγματική εγγύηση έναντι μιας επίθεσης των ΗΠΑ. Επιπλέον, η άρνηση της Ουάσιγκτον να παράσχει εγγυήσεις πυρηνικής ασφάλειας στους συμμάχους της στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή τους έχει οδηγήσει να αναπτύξουν τα δικά τους πυρηνικά οπλοστάσια ή να επεκτείνουν τα υπάρχοντα. Η προηγούμενη συνεργασία μεταξύ Μόσχας, Ουάσιγκτον και αρκετών άλλων πυρηνικών δυνάμεων σχετικά με το Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και το πυρηνικό ζήτημα της Βόρειας Κορέας είναι πλέον παρωχημένη.

Θεωρητικά, οι ευκαιρίες για οικονομική συνεργασία με την Αμερική είναι μεγάλες. Αλλά μόνο θεωρητικά. Η υλοποίηση αυτών των ευκαιριών στο άμεσο μέλλον είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Οι αντιρωσικές κυρώσεις είναι «σοβαρές και μόνιμες». Οι περισσότερες από αυτές επιβάλλονται από τους νόμους των ΗΠΑ και δεν μπορούν να αναθεωρηθούν από τον Πρόεδρο. Η πλειοψηφία των Ρώσων πολιτών δεν θα ζήσει για να δει ούτε την κατάργηση, ούτε καν μια σημαντική χαλάρωση αυτών των περιορισμών. Είναι λογικό να αποδεχτούμε την τρέχουσα κατάσταση ως μακροπρόθεσμη πραγματικότητα και να οικοδομήσουμε τη γεωοικονομική μας στρατηγική με επίκεντρο την εγχώρια ανάπτυξη και τις σχέσεις με μη δυτικούς εταίρους.

Η προηγούμενη συνεργασία με την Ουάσιγκτον σε περιφερειακά ζητήματα έχει αντικατασταθεί από μια σύγκρουση συμφερόντων σε διαφορετικές περιοχές. Μην έχοντας την ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, αναγκαστήκαμε μείνουμε παρατηρητές των εξελίξεων στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, το Ιράν αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Είναι ένας σημαντικός στρατηγικός εταίρος μας και το αποτέλεσμα του τρέχοντος πολέμου θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση τόσο στα νότια σύνορά μας όσο και συνολικά στη Μέση Ανατολή. Η Κούβα αποτελεί μια ακόμα ευάλωτη θέση που έχει τόσο γεωπολιτική, όσο και συναισθηματική σημασία για εμάς. Η Ρωσία έχει συνθήκη με τη Βόρεια Κορέα που προβλέπει στρατιωτική βοήθεια. Και φυσικά, η Κίνα, ο κύριος αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών στον σύγχρονο κόσμο, αποτελεί τον κύριο διεθνή εταίρο μας. Σε όλες αυτές τις περιοχές, είναι προς το συμφέρον μας να ενισχύσουμε τις σχέσεις μας με εταίρους και συμμάχους που βρίσκονται υπό πίεση και απειλές από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αντίστασή τους θα μπορούσε να επιβραδύνει ή και να σταματήσει την αντεπίθεση του Τραμπ. Η Αμερική δεν θα σταματήσει ποτέ από μόνη της.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Woke σημαίνει «στάση επαγρύπνησης, ιδίως κατά των φυλετικών προκαταλήψεων και των εξαιτίας τους διακρίσεων». Πλέον, από πολλές κοινωνικές δυνάμεις στον δυτικό κόσμο προσδίδεται αρνητική χροιά και απαξία στην κουλτούρα woke και στις πολιτικές που συνδέονται με αυτόν τον όρο, οι οποίες συχνά συνοψίζονται ως «woke ατζέντα».
Οι πολιτικές που προωθούνται βάσει της σχετικής κουλτούρας κατηγορούνται ως υπερβολικές και ότι ένας πολίτης που εμφορείται από αυτήν την κουλτούρα καταλήγει ο ίδιος να παραβιάζει την αρχή της ελευθερίας του λόγου. Οι ίδιες κοινωνικές δυνάμεις θεωρούν ότι η woke κουλτούρα χρησιμοποιείται από το εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού ως προκάλυμμα με σκοπό να προωθήσει νεοφιλελεύθερες πολιτικές υπό τον μανδύα δικαιωμάτων διάφορων κοινωνικών ομάδων (όπως ΛΟΑΤΚΙ+, φεμινίστριες, ακτιβιστές του Black Lives Matter κ.ά.)

[2] Η New START ήταν μια συνθήκη μείωσης των πυρηνικών όπλων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας με την επίσημη ονομασία Μέτρα για την Περαιτέρω Μείωση και Περιορισμό των Στρατηγικών Επιθετικών Όπλων. Υπογράφηκε στις 8 Απριλίου 2010 στην Πράγα και, μετά την επικύρωσή της, τέθηκε σε ισχύ στις 5 Φεβρουαρίου 2011.

[3] Ο Κονσταντίν Τσερνιένκο ήταν Σοβιετικός πολιτικός που διετέλεσε ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης από τον Φεβρουάριο του 1984 μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτιο του 1985. Μετά τον θάνατο του Γιούρι Αντρόποφ, ο Τσερνιένκο εξελέγη Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ στις 13 Φεβρουαρίου 1984 και Πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ στις 11 Απριλίου 1984. Ήταν τότε 73 ετών και βρισκόταν στο τελικό στάδιο ασθένειας των πνευμόνων. Θεωρήθηκε εξαρχής «μεταβατικός» ηγέτης και κυβέρνησε τη χώρα ως μέρος μιας ανεπίσημης τριανδρίας μαζί με τον υπουργό Άμυνας, Ντμίτρι Ουστίνοφ και τον υπουργό Εξωτερικών, Αντρέι Γκρομίκο. Τον διαδέχθηκε ως Γενικός Γραμματέας ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

* Ο Ντμίτρι Τρένιν είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Στρατιωτικής Οικονομίας και Στρατηγικής του Εθνικού Ερευνητικού Πανεπιστημίου στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών. Είναι επίσης μέλος του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Υποθέσεων. Ο Τρένιν ήταν αξιωματικός του Σοβιετικού Στρατού και μετά του Ρωσικού ως το 1993 και ο πρώτος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ. Αμέσως μετά εντάχθηκε στο ρωσικό παράρτημα του Ιδρύματος Κάρνεγκι (Carnegie Endowment for International Peace), της γνωστής και μη εξαιρετέας «ΜΚΟ» που διακρίθηκε για τον αντισοβιετισμό της και στη συνέχεια για τη συμβολή της σε διάφορες πολύχρωμες επαναστάσεις που διέλυσαν κράτη, έθνη και λαούς. Διετέλεσε διευθυντής του ευαγούς αυτού ιδρύματος στη Μόσχα από το 2008 ως το 2022 που η Ρωσική κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία του.

Πηγή: russiancouncil.ru