Όπως είπε ο αείμνηστος Μάλκολμ Χ «Αν δεν παλεύεις για κάτι, θα παρασέρνεσαι από οτιδήποτε».
(Εικονογράφηση από τη ZeinabalHajj για το AlMayadeen English).

 Ο Τιμ Άντερσον υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της εχθρότητας της δυτικής αριστεράς προς τις χώρες BRICS πηγάζει από αυτοκρατορικές συνήθειες σκέψης, οριενταλισμό, συμπλέγματα σωτήρα και ανιστόρητο «μαρξισμό», που τους ευθυγραμμίζουν, συχνά άθελά τους, με την ίδια την παγκόσμια τάξη στην οποία ισχυρίζονται ότι αντιτίθενται.

 Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Αγαπητοί αναγνώστες, παρουσιάζουμε σήμερα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση του Τιμ Άντερσον, του οποίου έχουμε φιλοξενήσει στο παρελθόν το αφιέρωμα για το κίνημα Άνσαρ Αλλάχ της Υεμένης (29/07/2025, Μέρος Α και Μέρος Β). Παρακαλώ θερμά να το διαβάσετε. Να το διαβάσετε με ανοιχτό μυαλό και το χέρι στην καρδιά γιατί αποτελεί οδηγό και πυξίδα για να πορευτούμε στο σήμερα. Ειδικά όσοι προέρχεστε από την αριστερά ή προσδιορίζετε τον εαυτό σας ως αριστερό, αναρχικό ή κομμουνιστή, παρακαλώ, να δώστε προσοχή.

 Συμφωνώ απόλυτα με κάθε λέξη της ανάλυσης του Άντερσον, όχι απλά ως προϊόν διανοητικής και πολιτικής συμφωνίας, αλλά ως ζωντανή εμπειρία από τη συνειδητή συμμετοχή και τη δράση μου στο κομμουνιστικό κίνημα και τους συνδικαλιστικούς αγώνες από 13 χρονών. Μόνο μια παρατήρηση έχω να κάνω. Ο Τιμ Άντερσον είναι πολύ ευγενής απέναντι στους «αριστερο-φιλελεύθερους» και τους δίνει το ελαφρυντικό της «άγνοιας», της μη συνειδητοποίησης ότι εξυπηρετούν τον ιμπεριαλισμό. Κι εδώ ξεκαθαρίζω πως μιλώ -όπως κι ο Άντερσον- για τον Αμερικανικό Ιμπεριαλισμό και τους δυτικούς υποτελείς συμμάχους του, γιατί μόνο αυτός υπάρχει στον πραγματικό κόσμο. Δυστυχώς, δεν μπορώ να διαθέσω τα ίδια αποθέματα μεγαλοκαρδίας. Μπορώ να αναγνωρίσω το ελαφρυντικό της «άγνοιας» στους απλούς συμμετέχοντες και τα απλά μέλη αυτών των κινημάτων, «ρευμάτων» και κομμάτων -κι αυτό ως ένα σημείο. Σε καμία περίπτωση στις κομματικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Μη επιθυμώντας να καθυστερήσω την ανάγνωση του άρθρου, θα σύρω μόνο μια αδρή διαχωριστική γραμμή για τα ελληνικά δεδομένα. Μπορούμε να δώσουμε το ελαφρυντικό της μη συνειδητοποίησης στους απλούς ανθρώπους που: α) Θέλουν να αγωνιστούν κι εμπλέκονται με τα «τρία ρεύματα του αριστερο-φιλελευθερισμού» γιατί δεν βλέπουν άλλα, καθώς οι πολιτικές θέσεις και δράσεις όσων αντιστέκονται στον πραγματικό ιμπεριαλισμό είναι διαστρεβλωμένες, εξοβελισμένες και απομονωμένες από τους κυρίαρχους θεσμούς, τα ΜΜΕ και τις ηγεσίες αυτών των «ρευμάτων». β) Κατέχονται από μικροαστική ανυπομονησία και η σκληρή, άδοξη και συστηματική πολιτική δουλειά, «η δουλειά του μυρμηγκιού», τους φαίνεται μακρόσυρτη και μάταιη. Θέλουν αποτέλεσμα εδώ και τώρα, το «μαγικό ραβδί» που θα δώσει τη λύση (ως μαγικά ραβδιά βλέπουν π.χ. τη Ρωσία ή/και την Κίνα) και απογοητεύονται γρήγορα όταν διαπιστώσουν πως το «μαγικό ραβδί» δεν παρεμβαίνει. Μη θέλοντας όμως ποτέ να συνειδητοποιήσουν πως δεν υπάρχουν μαγικά ραβδιά, απλώς τα βαφτίζουν κακά ραβδιά. γ) Νοιώθουν ηττημένοι και ανήμποροι. Διακατέχονται από το σύμπλεγμα όχι του «σωτήρα» αλλά του «σωζόμενου». Κάποιος απ’ έξω πρέπει να σώσει τον ελληνικό λαό γιατί «είμαστε μικρή χώρα», «δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού», «εδώ όλα έρχονται απ’ έξω και με καθυστέρηση» κλπ. κλπ. Ένα σύνδρομο που κατατρύχει τον ελληνικό λαό από την ίδρυση του κράτους, γιατί η Ελλάδα ήταν και είναι πάντα χώρα εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό και ποτέ εθνικά ανεξάρτητη. Εννοείται πως κάλλιστα και οι τρεις αυτές αντιλήψεις μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο.

Οι «αριστερο-φιλελεύθερες» πολιτικές ηγεσίες «ρευμάτων», κομμάτων, ομάδων, συνδικάτων κ.ο.κ., με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχουν κάνει συνειδητή επιλογή να μην αντισταθούν, να μη συγκρουστούν με τον ιμπεριαλισμό -κι αυτό είναι άσχετο με το πώς το δικαιολογούν στον εαυτό τους. Γιατί μια πραγματική σύγκρουση για πραγματικούς λόγους με τον πραγματικό ιμπεριαλισμό θα διακινδύνευε το τέλος της μίζερης, αλλά εξασφαλισμένης ύπαρξης του επαγγελματικού στελέχους ή/και της κοινωνικής του αναγνώρισης ως «αρχηγού του κοπαδιού», όσο μικρό κι αν είναι αυτό. Έτσι, η σύγκρουση μετατίθεται στο ασφαλές για τον ιμπεριαλισμό «επέκεινα». Όχι όταν ο λαός είναι στις πλατείες και ζητά να ανατραπούν τα μνημόνια, αλλά αφού διαφωτιστεί κι ενστερνιστεί τον σοσιαλισμό. Όχι πάλη για εθνική ανεξαρτησία σήμερα και ανακούφιση του ελληνικού λαού, αλλά «πάλη για τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», τον «Κομμουνισμό του 21ου αιώνα», την «παγκόσμια απελευθέρωση του προλεταριάτου» κ.ο.κ. Το ακούσαμε κι αυτό: «η πάλη για εθνική ανεξαρτησία οδηγεί σε καπιταλιστική ενσωμάτωση»… Το γράφω με πόνο καρδιάς, αλλά παρακολουθώ χρόνια τώρα συντρόφους μου, που θεωρώ φίλους μου και ακέραια άτομα σε προσωπικό επίπεδο, να ξοδεύουν τη ζωή και τις δυνάμεις τους φτιάχνοντας και ξαναφτιάχνοντας επιτροπές για την επανίδρυση της «Αριστεράς», την αναγέννησή της, τον επαναπροσδιορισμό της, την ανασύνταξή της, την κομμουνιστική ανανέωσή της και πέντε σελίδες ακόμα επιθέτων. Επειδή πρέπει πρώτα να υλοποιηθεί αυτό το φάντασμα της «Αριστεράς» -που όσους αριστερούς έχω ρωτήσει κανένας δεν μπορεί να ορίσει τι ακριβώς είναι- και μετά να φτιαχτεί το λαϊκό κίνημα «με αριστερό πρόσημο». Γιατί αν το λαϊκό κίνημα ξεπηδήσει μόνο του κι έχει και θεματάκια με τους μετανάστες, δεν μας κάνει για να το καθοδηγήσουμε. Περιμένουμε το επόμενο…

Χρωστώ ανυπολόγιστη χάρη σε εκείνον τον ακλόνητο παλιό κομμουνιστή, αξιωματικό του ΕΛΑΣ και πατέρα μου, τον Μιχάλη Παπαδέδε, που μου ενστάλαξε από τα ασυνείδητα ακόμα χρόνια μου απέχθεια στα επαγγελματικά στελέχη, την ανάγκη της πάλης για εθνική ανεξαρτησία και το μίσος στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Χωρίς αυτή την πυξίδα, μπορεί να είχα κι εγώ παρασυρθεί όπως άλλοι.

Συγνώμη, αγαπητοί μου, αν σας κούρασα. Αλλά πρέπει να διαβάσετε την ανάλυση του Τιμ Άντερσον όχι με βάση την ιδεολογία ή την πολιτική σας τοποθέτηση, αλλά με βάση τη βιωμένη εμπειρία σας. Γιατί πρέπει να πετάξουμε πια από πάνω μας αυτές τις ιδεοληψίες, που δεν συνιστούν άλλο από δικαιολόγηση του ιμπεριαλισμού. Πρέπει, αν στοιχειωδώς νοιαζόμαστε για τον συνάνθρωπό μας και για ένα καλύτερο αύριο. 

του Tim Anderson*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Almayadeen, 03/02/2026

Οι δυτικοί αριστερo-φιλελεύθεροι κουβαλούν πολύ περισσότερο ιμπεριαλιστικό πολιτιστικό φορτίο από όσο θέλουν να φαντάζονται. Ωστόσο, το πρόβλημα με την πολιτική, σε μια εποχή πολέμων προπαγάνδας, είναι πως το παν είναι η προοπτική. Χωρίς αυτήν, κανένα σύνθημα δεν θα σε σώσει.

Αυτή η αυτιστική αποτυχία των αριστερών-φιλελεύθερων προοπτικών δεν οφείλεται σε κάποια νευρολογική ασθένεια, αλλά μάλλον σε μια αποτυχία στην κοινωνική προοπτική, με αρκετές βαθύτερες αιτίες που τις μετατρέπουν σε ανυποψίαστους συμμάχους των αυτοκρατορικών κρατών τους (όσο κι αν αντιτίθενται σε αυτά τα καθεστώτα), ενάντια στην κύρια αναδυόμενη εναλλακτική λύση των BRICS και, ιδίως, των πιο δαιμονοποιημένων πρωταγωνιστών τους: την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν.

Μερικά γενικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Δυτικοί αριστεροί-φιλελεύθεροι είναι η αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι η αλληλεγγύη είναι προς έναν λαό και προϋποθέτει ότι οι συγκεκριμένοι λαοί καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους και όχι ότι επιδιώκουν μια πορεία που έχουν φανταστεί οι Δυτικοί. Αυτός ο κλασικός οριενταλισμός[1] βοηθά να εξηγηθεί η αριστερή-φιλελεύθερη εχθρότητα προς την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, το ισχυρότερο ανεξάρτητο κράτος στη Δυτική Ασία από το 1979, βασικό χορηγό της Παλαιστινιακής Αντίστασης και, για αυτόν τον λόγο, τον κύριο στόχο της σιωνιστικής και ιμπεριαλιστικής εχθρότητας.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι οι δυτικοί αριστεροί-φιλελεύθεροι τείνουν να υποστηρίζουν ενθουσιωδώς αυτούς τους αυτονομισμούς που χρηματοδοτούνται από τον ιμπεριαλισμό, για να διαλύσουν ανεξάρτητα κράτη του Παγκόσμιου Νότου που αρνούνται να υποταχθούν. Η προσκόλληση σε αυτά τα σχέδια ψευδο- αυτοδιάθεσης εξηγεί γιατί μεγάλο μέρος της δυτικής αριστεράς στήριζε τους Σιωνιστές στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γιατί πολλοί στήριξαν τους Κούρδους αυτονομιστές αυτόν τον αιώνα, καθώς βοηθούσαν στη διάλυση του Ιράκ και της Συρίας και κινούνταν εναντίον του Ιράν. Στην περίπτωση του Ιράν, που υπόκειται στη μόνιμη εχθρότητα των ΗΠΑ και του «Ισραήλ», η «αυτοκρατορική αριστερά» δεν αντιλαμβάνεται το προφανές: ότι η επανάσταση του 1979 και η θεμελίωσή της στο Ισλάμ επιλέχθηκε από τις μεγάλες μάζες του ιρανικού λαού και όχι από τους δυτικούς αριστερούς-φιλελεύθερους. Ωστόσο, δεν υπάρχει σχεδόν καμία πρόφαση για τη διάλυση και τον διαμελισμό του Ιράν που να μην επιδοκιμάζει η πλειοψηφία των δυτικών αριστερών-φιλελεύθερων. Θα ήθελαν πολύ να το δουν αδύναμο και διαιρεμένο όπως το Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία. Η παγκόσμια δικτατορία το εγκρίνει.

Ένα τελευταίο γενικό πρόβλημα είναι ότι τίθενται λανθασμένα ερωτήματα σχετικά με τις αναδυόμενες αντίρροπες δυνάμεις. Για παράδειγμα, «Γιατί η Κίνα δεν σώζει την Παλαιστίνη; Ή, γιατί η Ρωσία δεν έσωσε τη Συρία;» Η ιδέα ότι ένα έθνος μπορεί να σώσει ένα άλλο συνιστά κλασικό οριενταλισμό, αντανακλά το δυτικό «σύμπλεγμα σωτήρα» που είναι ενσωματωμένο στην αυτοκρατορική κουλτούρα. Παραβλέπει την βασική πραγματικότητα πως για την χειραφέτηση είναι απαραίτητος ένας συνεκτικός εγχώριος αγώνας. Μόλις αυτός υπάρξει, οι άλλοι μπορεί να βοηθήσουν.

Μια συνδεδεμένη έννοια είναι η ιδέα ότι οι μεγάλες αντίρροπες δυνάμεις είναι όλες διεφθαρμένες και άχρηστες επειδή απλώς επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό παραβλέπει τη βασική αρχή ότι κάθε υπεύθυνο κράτος οφείλει να επιδιώκει τα δικά του εθνικά συμφέροντα και έτσι να παραμένει υπόλογο στον λαό του. Δεδομένου αυτού, είναι καθήκον των εγχώριων δυνάμεων και των αξιοπρεπών διεθνιστών να υποστηρίξουν την οικοδόμηση γεφυρών με βάση τα κοινά συμφέροντα. Αυτό ακριβώς έκανε ο Ιρανός εθνικός ήρωας, ο αείμνηστος στρατηγός Κασέμ Σουλεϊμανί, όταν το 2015 έπεισε τη Ρωσία να εισέλθει στη Συρία, κατόπιν πρόσκλησης, για να βοηθήσει στην καταπολέμηση των τρομοκρατικών στρατών που λειτουργούσαν ως αντιπρόσωποι [της αυτοκρατορίας] και να υποστηρίξει την ανεξάρτητη κυβέρνηση με επικεφαλής τον Μπασάρ αλ-Άσαντ. Ωστόσο, η Ρωσία δεν μπορούσε να «σώσει» τη Συρία αφότου οι περισσότεροι διοικητές του Συριακού Αραβικού Στρατού (ΣΑΣ) εξαγοράστηκαν από τον εχθρό και ο ΣΑΣ κατέρρευσε. Η κατάρρευση του ΣΑΣ ήταν μια τραγωδία, αλλά κανείς δεν μπορεί να σώσει όσους δεν θέλουν να σωθούν.

Ποια είναι η κύρια λογική αυτών των αυτιστικών, δυτικών αριστερών-φιλελεύθερων, που υποτιμούν και αντιτίθενται στον ρόλο των BRICS και των «αμφιλεγόμενων» ηγετικών κρατών τους; Είναι σαφώς αρκετά διαφορετική από την αναδυόμενη συναίνεση στον Παγκόσμιο Νότο (το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας) ότι ένας πολυπολικός κόσμος, που δεν θα κυβερνάται πλέον από μια αγγλοαμερικανική δικτατορία, είναι επιθυμητός και αποτελεί το δρόμο προς ένα πιο ανεκτό μέλλον. Αυτό προϋποθέτει έναν μεγαλύτερο ρόλο για τις BRICS και για τους πιο έντονα δαιμονοποιημένους πρωταγωνιστές τους: τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.

Σύμφωνα με την άποψη του Παγκόσμιου Νότου, ένας πολυπολικός κόσμος αντικαθιστά μια αγγλοαμερικανική κυριαρχία αιώνων στον κόσμο και εμφανίζεται ως η καλύτερη πιθανότητα διαφυγής από αυτήν την ηγεμονία, συμπεριλαμβανομένης της δικτατορίας του δολαρίου, η οποία βλάπτει άμεσα τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να χρησιμοποιεί σαν όπλο το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα εναντίον ανεξάρτητων εθνών. Η εκτεταμένη χρήση μονομερών «κυρώσεων» από τις ΗΠΑ και την ΕΕ (στην πραγματικότητα «μονομερών καταναγκαστικών μέτρων») συνεχίζει να καταστρέφει ολόκληρους πληθυσμούς που βρίσκονται υπό πλήρη ή μερική πολιορκία μέχρι να παραδοθούν. Αυτό είναι ένα μοχθηρό όπλο που πολλοί αριστεροί-φιλελεύθεροι αποτυγχάνουν να αντιληφθούν. Οι BRICS παρέχουν ελπίδα για την πρώτη πραγματική εναλλακτική λύση σε αυτήν την παγκόσμια δικτατορία.

Η δαιμονοποίηση του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, για την αποτροπή της απειλής από το ΝΑΤΟ και για τον τερματισμό του αιματηρού πολέμου μετά το 2014 εναντίον του ρωσικού λαού του Ντονμπάς, δεν αποτέλεσε εμπόδιο για τις αναπτυσσόμενες χώρες που σπεύδουν να ενταχθούν στις BRICS. Αντίθετα, πολλές (όπως το επαναστατικό μπλοκ του Σαχέλ[2]) βλέπουν την αντίσταση της Ρωσίας στους μεγάλους νταήδες του κόσμου ως ένδειξη ότι υπάρχει κάποια σημαντική πολιτική βούληση εντός των BRICS.

Ωστόσο, οι περισσότεροι δυτικοί αριστερο-φιλελεύθεροι παραμένουν κατά της Ρωσίας, καθώς και κατά της Κίνας και κατά του Ιράν. Ενώ πολλοί δηλώνουν «υποστήριξη» σε λαϊκούς αγώνες όπως αυτούς της Παλαιστίνης, της Υεμένης και των επαναστατικών κρατών της Δυτικής Αφρικής, έχουν ευδιάκριτα διαφορετικές απόψεις από εκείνες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριλαμβανομένης αυτής του αείμνηστου προέδρου της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, ο οποίος έκανε έργο της ζωής του την οικοδόμηση ισχυρότερων οργανώσεων στη Λατινική Αμερική και τον Παγκόσμιο Νότο για να αντισταθούν στην ιμπεριαλιστική ηγεμονία.

Υποστηρίζω ότι υπάρχουν τρία αλληλοεπικαλυπτόμενα ρεύματα σε αυτό το μίσος προς τις BRICS και τα αναδυόμενα αντιηγεμονικά κράτη: 1) οι ρομαντικοί οριενταλιστές, 2) οι αναρχοτροτσκιστές και 3) οι ανιστόρητοι ψευδομαρξιστές.

  1. Ρομαντικοί Οριενταλιστές

Αυτό το ρεύμα τρέφει κάποια συμπάθεια για τους αγώνες των καταπιεσμένων λαών, όπως οι Παλαιστίνιοι και ίσως οι Κουβανοί και άλλοι, ωστόσο βλέπει οποιαδήποτε υποστήριξη από τα μεγάλα αντίβαρα των BRICS με περιφρόνηση, υιοθετώντας συχνά τα κλισέ της αυτοκρατορικής δαιμονοποίησης.

Περιλαμβάνει τους φιλελεύθερους (συμπεριλαμβανομένων των φιλελεύθερων Σιωνιστών) που «υποστηρίζουν» τους Παλαιστίνιους ως θύματα, αλλά αγνοούν ή αντιτίθενται στην Παλαιστινιακή Αντίσταση και τους κύριους συμμάχους της, τον περιφερειακό Άξονα Αντίστασης με επικεφαλής το Ιράν. Περιλαμβάνει επίσης τους οπαδούς της απαρχαιωμένης λύσης των «δύο κρατών», οι οποίοι αφελώς φαντάζονται ότι ένα αδύναμο παλαιστινιακό γκέτο μπορεί να συνυπάρχει με ένα αδηφάγο και βαριά οπλισμένο καθεστώς απαρτχάιντ.

Αυτός ο ισχυρισμός περί υποστήριξης ενός λαϊκού αγώνα χωρίς να «λερώνει» κανείς τα χέρια του με την κρατική πολιτική, επεκτείνεται και σε εκείνους τους δυτικούς που εξιδανίκευσαν το κίνημα των Ζαπατίστας στο νότιο Μεξικό, ενώ έμειναν μακριά από προοδευτικά αλλά (κατά την αυτοκρατορική ορολογία) «δικτατορικά» κράτη της Λατινικής Αμερικής όπως η Κούβα και η Βενεζουέλα. Οποιοδήποτε ανεξάρτητο κράτος που θα οπλιστεί για να επιβιώσει από την ηγεμονική πίεση θα χαρακτηριστεί «δικτατορία» από την πραγματική παγκόσμια δικτατορία.

Η αποστασιοποίηση τόσο από την αντίσταση, όσο και από τα ανεξάρτητα κράτη, ενισχύει σε πολλούς δυτικούς αριστερούς-φιλελεύθερους ένα αίσθημα ηθικής ανωτερότητας, εξασφαλίζοντάς τους παράλληλα ότι θα αποφύγουν τη χιονοστιβάδα κριτικής που πέφτει στα κεφάλια εκείνων που πραγματικά υποστηρίζουν την αντίσταση. Αυτοί οι δυτικοί «σωτήρες» καταλήγουν στη συνέχεια ήρωες στη δική τους φαντασία.

  1. Αναρχο-Τροτσκιστές

Σε ένα παράλληλο ρεύμα, έχουμε τους δυτικούς Τροτσκιστές και τους Αναρχικούς (συχνά αδιαχώριστους) που απορρίπτουν συστηματικά τα προοδευτικά κράτη ως «προδοσία» των απλών ανθρώπων, ανεξάρτητα από τα επιτεύγματά τους. Αντλούν έμπνευση από μια βαθιά παράδοση δυτικού κυνισμού, όπου όλα τα κράτη είναι αιχμάλωτα και καμία χειραφετητική αλλαγή δεν είναι δυνατή. Στην πράξη, αυτές οι ομάδες συχνά στρέφονται στον φιλελευθερισμό, για να παραμείνουν στην επικαιρότητα και να προσελκύσουν νέα μέλη, υποστηρίζοντας πράγματα όπως η δημόσια υγεία, η κοινωνική ασφάλιση και τα δικαιώματα των μεταναστών, που φυσικά όλα απαιτούν κρατική παρέμβαση.

Ωστόσο, η αναρχοτροτσκιστική παράδοση είναι βαθιά ριζωμένη στις συνεχείς επιθέσεις εναντίον αριστερών κυβερνήσεων και στη δημιουργία ανταγωνιστικών διασπαστικών ομάδων. Για αυτόν τον λόγο, συχνά ενσωματώνονται στο έργο της υποστήριξης «έγχρωμων επαναστάσεων» που καθοδηγούνται από την αυτοκρατορία και της καταστροφής των ανεξάρτητων κρατών. Το ωραίο είναι πως, όταν αυτές οι έγχρωμες επαναστάσεις μετατρέπονται σε ανθρωπιστικές καταστροφές (π.χ. η καταστροφή της Λιβύης και της Συρίας), ισχυρίζονται ότι «η επανάσταση προδόθηκε». Πολλοί περνούν όλη τους τη ζωή λέγοντας συνέχεια αυτό.

Φυσικά, μισούν τη Ρωσία, ως το διάδοχο κράτος της μισητής Σοβιετικής Ένωσης και πολλοί αρνούνται ότι υπήρξε ποτέ σοσιαλιστική επανάσταση (ούτε στη Ρωσία, ούτε στην Κίνα, ούτε στην Κούβα), καθώς καμία δεν πληρούσε τα δικά τους εσωτερικά κριτήρια. Οι περισσότεροι είναι ακραίοι σεκταριστές που δεν έχουν κερδίσει ποτέ την εμπιστοσύνη κανενός μέρους της οργανωμένης εργατικής τάξης, της οποίας ισχυρίζονται ότι αποτελούν την «πρωτοπορία».

Πολλοί από αυτούς που τώρα υψώνουν τη φωνή τους για τα βάσανα του παλαιστινιακού λαού, έχουν ιστορικό ευθυγράμμισης με το Ισραήλ σε επιθέσεις  εναντίον εκείνων που παρείχαν όπλα στην παλαιστινιακή αντίσταση, όπως η Χεζμπολάχ, η Συρία (υπό τον Άσαντ) και το Ιράν. Μερικοί από αυτούς έχουν καθιερωμένες στήλες γνώμης στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης.

  1. Ανιστόρητοι Ψευτο-Μαρξιστές

Ένα άλλο ρεύμα είναι αυτό του ανιστορικού ψευδομαρξισμού, εκείνοι που επικαλούνται ευαγγελικά κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα για να διακηρύξουν ότι κάθε είδους καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός είναι ίδιος και πως η Κίνα και η Ρωσία συνιστούν απλώς τις τελευταίες προσθήκες σε αυτήν την παγκόσμια καπιταλιστική λογική. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν θεωρείται ως μια ιστορική διαδικασία με συγκεκριμένες δομές εξουσίας, αλλά ως μια άμορφη μήτρα μέσα στην οποία είμαστε όλοι αβοήθητοι και παγιδευμένοι.

Είναι αλήθεια ότι ο Καρλ Μαρξ δεν κατανόησε σωστά τον αποικιακό κόσμο και τους απελευθερωτικούς του στόχους. Το βλέπουμε αυτό στη βιογραφία που έγραψε για τον Σιμόν Μπολιβάρ[3], ​​τον μεγάλο Λατινοαμερικανό απελευθερωτή, τον οποίο ο Μαρξ χαρακτήρισε απλώς έναν ακόμη λαϊκιστή δικτάτορα τύπου Ναπολέοντα. Ο Μαρξ δεν αντιλήφθηκε τις απαιτήσεις για μια ενιαία διαδικασία αποαποικιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της δουλείας και της οικοδόμησης κρατών που θα μπορούσαν να αντισταθούν σε περαιτέρω αυτοκρατορικές εισβολές και λεηλασία πόρων. Ωστόσο, αναγνώρισε τη σημασία της συγκεκριμένης ανάλυσης της εκάστοτε πραγματικότητας και την ιδιαίτερη ιστορία κάθε λαού στη διαμόρφωση του ανθρώπινου μέλλοντος. Αυτά ειδικά, τα παρακάμπτουν μόνιμα οι ανιστόρητοι ψευτομαρξιστές.

Για αυτόν τον λόγο, το τέλος της επί αιώνες αγγλοαμερικανικής ηγεμονίας θεωρείται ασήμαντο από αυτούς τους ανθρώπους. Η αντικατάσταση της αγγλοαμερικανικής δικτατορίας από μια πολυπολική τάξη θεωρείται ότι δεν έχει πραγματικό νόημα για τους απλούς ανθρώπους ή τους εργαζόμενους. Ομοίως, η άνοδος της Κίνας δεν εκτιμάται, επειδή περιλαμβάνει μια ελεγχόμενη μορφή καπιταλισμού. Τα τεράστια επιτεύγματα της Κίνας στην έξοδο εκατοντάδων εκατομμυρίων από τη φτώχεια και στη δαπάνη του πλεονάσματός της σε δημόσιες υποδομές αντί για πολέμους κυριαρχίας – απορρίπτονται ως άνευ νοήματος και απλώς ως μια νέα φάση στην ολοκλήρωση του «παγκόσμιου καπιταλισμού».

Άλλοι ανιστόρητοι μαρξιστές επιθυμούν αυτός ο άμορφος «καπιταλισμός» να καταστρέψει όλες τις παραδοσιακές και αυτόχθονες κοινωνικές δομές, έτσι ώστε ο καπιταλιστικός «εκσυγχρονισμός» να οδηγήσει «αναπόφευκτα» σε κάποιο είδος φανταστικού σοσιαλισμού. Αυτή η αυτιστική άποψη εγκαταλείπει κάθε ιδέα κοινωνικού αγώνα ή αντίστασης, πόσο μάλλον τη συμπάθεια για τα απλά ανθρώπινα όντα.

Τα οριενταλιστικά κλισέ («ελευθερία από αυταρχικά καθεστώτα») που χρησιμοποιούνται για τις μεγάλες αντίρροπες δυνάμεις των BRICS, προβάλλονται ως «απόδειξη» ενός δυστοπικού μέλλοντος στο οποίο δεν υπάρχει ελπίδα αλλαγής. Αυτό δε συνιστά τίποτα περισσότερο από έναν κενό κυνισμό, χωρίς πραγματική αίσθηση της ιστορίας.

Εν τω μεταξύ, δεκάδες χώρες του Νότου συρρέουν στις BRICS, παρά τις δαιμονοποιήσεις της Δύσης, καθώς φαίνεται να προσφέρουν μια παγκόσμια τάξη που θα παράσχει κάποια ανακούφιση από τη δικτατορία του δολαρίου και τη δυνατότητα σε μικρούς λαούς και ανεξάρτητα έθνη να επιβιώσουν, σε έναν άγριο κόσμο.

Φυσικά, τα παραπάνω ρεύματα δεν εξηγούν πλήρως το πραγματικό κίνητρο για ένα τέτοιο βαθμό ηλιθιότητας. Γι’ αυτό θα πρέπει να αναζητήσουμε ψυχολογικές εξηγήσεις. Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ της ιδέας περί του Δυτικού «συμπλέγματος του σωτήρα», δηλαδή αξιώνουν ένα ηθικό πλεονέκτημα χωρίς καμία διάθεση να υποστηρίξουν και να υπερασπιστούν τα πραγματικά επιτεύγματα των εθνικών κοινωνικών αγώνων.

Ωστόσο, όπως είπε ο αείμνηστος Μάλκολμ Χ, «Αν δεν παλεύεις για κάτι, θα παρασέρνεσαι από οτιδήποτε».

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Ο Οριενταλισμός καθιερώθηκε ως έννοια από το ομώνυμο βιβλίο του 1978, του Έντουαρντ Σαΐντ (Παλαιστίνιος συγγραφέας και καθηγητής στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Columbia). Σε αυτό έθεσε τον «Οριενταλισμό» ως μια κριτική έννοια για να αποδώσει την συνήθως περιφρονητική απεικόνιση και περιγραφή του Ανατολικού κόσμου (ή της Ανατολής/ Orient) από τον Δυτικό κόσμο. Ο Οριενταλισμός, όπως ορίζεται από τον Έντουαρντ Σαΐντ, συνιστά μια διαβρωτική δυτική ακαδημαϊκή, καλλιτεχνική και πολιτική παράδοση που κατασκευάζει την «Ανατολή» ως έναν υποδεέστερο, παράλογο και εξωτικό «Άλλο» για να εδραιώσει την ευρωπαϊκή πνευματική, πολιτιστική και πολιτική ανωτερότητα. Ως ιμπεριαλιστική ιδεολογία, παρείχε την πολιτική και ακαδημαϊκή βάση που δικαιολόγησε και διευκόλυνε την αποικιοποίηση της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής από τον 18ο αιώνα.
Το κύριο χαρακτηριστικό του Οριενταλισμού είναι μια «λεπτή και επίμονη ευρωκεντρική προκατάληψη εναντίον των αραβοϊσλαμικών λαών και του πολιτισμού τους», που προέρχεται από δυτικές εικόνες για το τι είναι ανατολίτικο (δηλαδή, πολιτισμικές αναπαραστάσεις). Αυτές οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις συνήθως απεικονίζουν την «Ανατολή» ως πρωτόγονη, παράλογη, βίαιη, δεσποτική, φανατική και ουσιαστικά κατώτερη από τους δυτικούς και ως εκ τούτου, ο «διαφωτισμός» μπορεί να επέλθει μόνο όταν οι «παραδοσιακές» και «αντιδραστικές» αξίες αντικατασταθούν από «σύγχρονες» και «προοδευτικές» ιδέες που είναι είτε δυτικές, είτε επηρεασμένες από τη Δύση. Στην πράξη, οι ιμπεριαλιστικές και αποικιακές εκστρατείες της Δύσης διευκολύνονται από συνεργαζόμενα καθεστώτα εξευρωπαϊσμένων αραβικών ελίτ που έχουν εσωτερικεύσει τις φανταστικές και ρομαντικοποιημένες αναπαραστάσεις του αραβικού πολιτισμού.
Η ιδέα περί της «Ανατολής» διατυπώθηκε από Γάλλους και Άγγλους Οριενταλιστές κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα και τελικά υιοθετήθηκε τον 20ό αιώνα από Αμερικανούς Οριενταλιστές. Ως εκ τούτου, τα οριενταλιστικά στερεότυπα για τους πολιτισμούς του Ανατολικού κόσμου έχουν χρησιμεύσει και συνεχίζουν να χρησιμεύουν, ως έμμεσες δικαιολογίες για τις αποικιακές φιλοδοξίες και τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Σε αυτό το πνεύμα, σχετικά με τα σύγχρονα οριενταλιστικά στερεότυπα για τους Άραβες και τους Μουσουλμάνους, ο Σαΐντ δηλώνει:
Όσον αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι Μουσουλμάνοι και οι Άραβες θεωρούνται ουσιαστικά είτε προμηθευτές πετρελαίου, είτε πιθανοί τρομοκράτες. Πολύ λίγες από τις λεπτομέρειες, το ανθρώπινο βάθος, το πάθος της αραβο-μουσουλμανικής ζωής έχουν γίνει αντιληπτά, ακόμη και από εκείνους τους ανθρώπους που το επάγγελμά τους είναι να καλύπτουν τον αραβικό κόσμο. Αντ’ αυτού, έχουμε μια σειρά από καρικατούρες ουσιαστικά του ισλαμικού κόσμου, που παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν αυτόν τον κόσμο ευάλωτο στη στρατιωτική επιθετικότητα.

[2] Η συμμαχία μεταξύ των κρατών Νίγηρα, Μάλι και Μπουρκίνα Φάσο στην Υποσαχάρια Δυτική Αφρική.

[3] Ο Σιμόν Μπολιβάρ (24 Ιουλίου 1783 – 17 Δεκεμβρίου 1830) ήταν Βενεζουελάνος στρατιωτικός και πολιτικός που οδήγησε τις σημερινές χώρες της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού, του Παναμά, του Περού και της Βενεζουέλας στην ανεξαρτησία από την Ισπανική Αυτοκρατορία. Στην καθομιλουμένη των Λατινοαμερικανικών κρατών αναφέρεται ως Ελ Λιμπερταδόρ, δηλ. ο Απελευθερωτής της Αμερικής.
Ο Μπολιβάρ ξεκίνησε τη στρατιωτική του καριέρα το 1810 ως αξιωματικός της πολιτοφυλακής στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας της Βενεζουέλας, πολεμώντας με τις δυνάμεις της πρώτης και της δεύτερης δημοκρατίας  της Βενεζουέλας και των Ενωμένων Επαρχιών της Νέας Γρανάδας (η σημερινή Κολομβία), τους Ισπανούς. Αφότου οι ισπανικές δυνάμεις υπέταξαν τη Νέα Γρανάδα το 1815, ο Μπολιβάρ αναγκάστηκε να εξοριστεί στην Τζαμάικα. Στην Αϊτή, ο Μπολιβάρ γνωρίστηκε και έγινε φίλος με τον Αϊτινό επαναστάτη ηγέτη, Αλεξάντρ Πετιόν. Αφού υποσχέθηκε να καταργήσει τη δουλεία στην Ισπανόφωνη Αμερική, ο Μπολιβάρ έλαβε στρατιωτική υποστήριξη από τον Πετιόν και επέστρεψε στη Βενεζουέλα. Ίδρυσε την τρίτη δημοκρατία το 1817 και διέσχισε τις Άνδεις για να απελευθερώσει τη Νέα Γρανάδα το 1819. Ο Μπολιβάρ και οι σύμμαχοί του νίκησαν τους Ισπανούς στη Νέα Γρανάδα το 1819, στη Βενεζουέλα και τον Παναμά το 1821, στον Ισημερινό το 1822, στο Περού το 1824 και στη Βολιβία το 1825. Η Βενεζουέλα, η Νέα Γρανάδα, ο Ισημερινός και ο Παναμάς συγχωνεύθηκαν στη Δημοκρατία της Κολομβίας (Gran Colombia), με τον Μπολιβάρ ως πρόεδρο εκεί και στο Περού και τη Βολιβία.
Η κληρονομιά του είναι μεγάλη και εκτεταμένη στη Λατινική Αμερική, αλλά και πέρα ​​από αυτήν. Θεωρείται ήρωας, εθνικό και πολιτιστικό σύμβολο σε όλη τη Λατινική Αμερική. Τα έθνη της Βολιβίας και της Βενεζουέλας (ως Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας) έχουν πάρει το όνομά του.

* Ο Δρ. Τιμ Άντερσον είναι Διευθυντής του Κέντρου Αντιηγεμονικών Σπουδών με έδρα το Σίδνεϋ. Εργάστηκε σε αυστραλιανά πανεπιστήμια για περισσότερα από 30 χρόνια, διδάσκοντας, ερευνώντας και δημοσιεύοντας θέματα ανάπτυξης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αυτοδιάθεσης στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 κατηγορήθηκε ψευδώς δύο φορές για τρομοκρατικές ενέργειες, αλλά αργότερα αθωώθηκε και εισέπραξε αποζημίωση. Το 2019 αποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ επειδή προσέβαλε τους Ισραηλινούς χορηγούς του. (Ο Άντερσον τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τη θέση του ως Επίκουρος Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ τον Δεκέμβριο του 2018, επειδή έδειξε σε φοιτητές υλικό που περιλάμβανε την εικόνα μιας ναζιστικής σβάστικας πάνω στην ισραηλινή σημαία.)
Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 70 ακαδημαϊκά άρθρα και κεφάλαια σε ένα ευρύ φάσμα περιοδικών και βιβλίων, καθώς και πολλά διαδικτυακά δοκίμια. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του είναι: Γη και Μέσα Διαβίωσης στην Παπούα Νέα Γουινέα (2015), Ο Βρώμικος Πόλεμος στη Συρία (2016), που τώρα εκδίδεται σε δέκα γλώσσες (Αγγλικά, Γερμανικά, Αραβικά, Σουηδικά, Βοσνιακά, Ισπανικά, Φαρσί, Ιταλικά, Ελληνικά και Ισλανδικά). Αντιμετώπιση της Προπαγάνδας του Βρώμικου Πολέμου στη Συρία (2017). Ο Άξονας της Αντίστασης: προς μια ανεξάρτητη Μέση Ανατολή (2019), στα Αγγλικά, Φαρσί και Αραβικά και «Η Πανδημία και οι Ανεξάρτητες Χώρες» (2020). Το τελευταίο του βιβλίο είναι το «Η Δυτική Ασία Μετά την Ουάσιγκτον» (2023).

Πηγή: Almayadeen