Περιεχόμενα – Τρία άρθρα της κινεζικής εφημερίδας Global Times
σε μετάφραση της Φλώρας Παπαδέδε:

Αντιμέτωπη με τον ηγεμονικό εξαναγκασμό, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να προσποιείται ότι κοιμάται

Θα συμβιβαστεί η Ευρώπη; Όλος ο κόσμος παρακολουθεί

Τα «διπλά μέτρα και σταθμά» γυρίζουν μπούμερανγκ στην Ευρώπη

Σημείωμα της Μεταφράστριας:
Παρουσιάζουμε σήμερα τη σειρά τριών σύντομων κύριων άρθρων της κινεζικής εφημερίδας Global Times, με θέμα τις εξελίξεις στη Γροιλανδία και την εξευτελιστική υποταγή της ΕΕ στις ΗΠΑ. Οι Global Times ανήκουν στον όμιλο της εφημερίδας Λαϊκή Ημερησία (People’s Daily) που αποτελεί το επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και παρουσιάζουν την επίσημη θέση της κινεζικής πολιτικής ηγεσίας για τα διεθνή ζητήματα.

Η γλώσσα της κινεζικής αρθρογραφίας και δη της επίσημης είναι πάντα εξαιρετικά διπλωματική, πάντα αποστασιοποιημένη από τη διαπάλη στο εσωτερικό των χωρών στις οποίες αναφέρεται και γενικά αποφεύγει τους χαρακτηρισμούς. Πρέπει συχνά να διαβάζεις «πίσω από τις γραμμές».

Όμως, ειδικά σε αυτή τη σειρά άρθρων γραμμής, που δημοσιεύτηκαν σε διάστημα 10 ημερών (από τις 9 ως τις 19 Γενάρη) η γλώσσα είναι σκληρή έως και ωμή -για τα κινεζικά δεδομένα πάντα. Και τη διατρέχει μια κλιμάκωση. Ενώ στο πρώτο άρθρο η πολιτική ηγεσία της ΕΕ χαρακτηρίζεται από «δισταγμό και αναποφασιστικότητα», στο τρίτο άρθρο χαρακτηρίζονται πλέον «ασπόνδυλοι». Το πρώτο άρθρο εκτιμά ότι «σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, η Ευρώπη δεν έχει φτάσει σε καμία περίπτωση σε αδιέξοδο», ενώ το τρίτο συμπεραίνει ότι η προοπτική της ΕΕ είναι «ένα δύσβατο μονοπάτι, με τελικό αποτέλεσμα ένα αδιέξοδο απομόνωσης και εξάρτησης.» Πίστευαν οι Κινέζοι ότι οι ηγέτες της ΕΕ θα σήκωναν ανάστημα απέναντι στις ΗΠΑ και σε 10 μέρες συνειδητοποίησαν πως δεν θα το κάνουν; Ο κόσμος το’ χει τούμπανο, αλλά ποιος ξέρει πάλι… Αυτό που μένει είναι πως τη δέκατη μέρα η Κίνα κατέταξε την ΕΕ και τις ηγεσίες της στους προσκυνημένους που δεν έχουν μέλλον.

Πρέπει όμως να εστιάσουμε σε τρία κομβικά ζητήματα που θέτει η παρακάτω αρθρογραφία:

  1. Η πολιτική του κατευνασμού. Και στα τρία άρθρα η Κίνα καταγγέλλει την ΕΕ για πολιτική κατευνασμού των ΗΠΑ. Και μάλιστα ειδικά για την ιστορική πολιτική κατευνασμού όπως καταγράφηκε και άνοιξε το δρόμο στο Χίτλερ και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πολιτική κατευνασμού, δηλαδή η στρατηγική που ακολούθησαν οι Βρετανοί και οι Γάλλοι τη δεκαετία του 1930, συνίσταντο στην άρνηση σύναψης συμμαχίας με την ΕΣΣΔ και την παραχώρηση εδαφών -τρίτων χωρών- στη ναζιστική Γερμανία για να «αποφευχθεί ο πόλεμος». Κορύφωση της πολιτικής κατευνασμού ήταν η Συμφωνία του Μονάχου, τον Σεπτέμβρη του 1938 και η προσάρτηση της Σουδητίας -τμήμα της Τσεχοσλοβακίας- από τους Ναζί. Φυσικά οι Τσεχοσλοβάκοι ούτε συμμετείχαν, ούτε ρωτήθηκαν, όπως ακριβώς και οι Γροιλανδοί σήμερα. Η Συμφωνία κατέρρευσε 6 μήνες αργότερα όταν τον Μάρτιο του 1939 οι Γερμανοί κατέλαβαν ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία και τον Σεπτέμβρη του 1939 εισέβαλαν στην Πολωνία και ξεκίνησε επίσημα ο Β΄ΠΠ. Τότε αντικαταστάθηκε κι ο ηγέτης της πολιτικής του κατευνασμού, ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλαιν από τον Τσώρτσιλ.
    Θυμίζουμε την ιστορία γιατί οι ηγετίσκοι της ΕΕ μας έπρηξαν από το 2021 κιόλας, δηλαδή από τη στιγμή που η Ρωσία ζήτησε διαπραγματεύσεις για νέο σύμφωνο ασφάλειας στην Ευρώπη και πριν την έναρξη της Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης (ΕΣΕ), πως οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, συνομιλία ή έστω επαφή με τους Ρώσους συνιστούσε πολιτική κατευνασμού. Ειδικά, μετά τον Φλεβάρη του 2022 και την έναρξη της ΕΣΕ στην Ουκρανία -μια χώρα που δεν είναι μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ- οι ηγετίσκοι παρίσταναν τους ηγέτες κι έκαναν τους καμπόσους στη Ρωσία -με την πλάτη των ΗΠΑ- διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους πως δεν θα υπογράψουν Μόναχο στην Ουκρανία και αναγόρευαν τον Ζελένσκι σε νέο Τσώρτσιλ. Πριν λίγες μέρες άλλωστε διεξήγαγαν τη νιοστή συνεύρεση του Συνασπισμού των Προθύμων και οργάνωναν την αποστολή των στρατευμάτων τους στην Ουκρανία για να επιβάλλουν εκεχειρία «μέσω δύναμης» στη Ρωσία.
    Η Ρωσία δεν απείλησε, ούτε διεκδίκησε ποτέ εδάφη χωρών μελών τους. Τώρα που διεκδικεί τα δικά τους εδάφη το αφεντικό τους, «ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου»; Που τους λέει θα πάρω τη Γροιλανδία γιατί έτσι θέλω, πού είναι οι ιαχές ενάντια στην πολιτική κατευνασμού, πού είναι οι εγγυήσεις ασφάλειας του ΝΑΤΟ και πού οι στρατοί στο έδαφος; Γιατί ξαφνικά οι πρόθυμοι έγιναν α-πρόθυμοι;
  1. Εδώ και 30 χρόνια, μόλις έπαψε να υπάρχει η ΕΣΣΔ, η συλλογική Δύση εγκατέλειψε την αναφορά στους νόμους και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και υιοθέτησε την υπεράσπιση της «παγκόσμιας τάξης βασισμένης σε κανόνες», όπως δηκτικά επισημαίνει η αρθρογραφία. «Τώρα», λένε οι Κινέζοι, «ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί αυτή» η τάξη. Η «παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες» δεν είναι τίποτα περισσότερο από το «δίκαιο του ισχυρού» του Τραμπ – απλώς αυτός το λέει απροκάλυπτα. Εμείς βάζουμε τους κανόνες που μας βολεύουν κι εσείς υπακούτε -ο λαός μας το βιώνει στο πετσί του επί δεκαετίες. Τώρα που οι κανόνες «αυτής τη τάξης» στρέφονται ενάντια στους μέχρι χθες «ισότιμους εταίρους», τι θα κάνουν αυτοί; Θα επαναλάβουν οι υπουργοί άμυνας της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ελλάδας (!) ότι «ο λαός πρέπει να συνηθίσει στην ιδέα να γυρίσουν τα παιδιά του σε φέρετρα με τη σημαία της ΕΕ» για τη Γροιλανδία; Μάλλον όχι. Αυτό ισχύει μόνο για την Ουκρανία… Όπως επισημαίνουν οι Global Times, οι κανόνες ή θα ισχύουν για όλους ή για κανέναν. «Τα δύο μέτρα και σταθμά» γυρίζουν μπούμερανγκ και συντρίβουν όποια χώρα και όποιο λαό τα αποδέχεται για τους άλλους.
  2. Οι Κινέζοι επισημαίνουν κάτι πολύ σοβαρό: «Η αντιμετώπιση της εδαφικής κυριαρχίας ενός συμμάχου ως απλής “συναλλαγής ακινήτων” αποτελεί πράξη κραυγαλέας ηγεμονικής επιθετικότητας και ταπείνωσης.» Και δημιουργεί προηγούμενο, προσθέτουμε εμείς, που έχουμε να δούμε από το Μεσαίωνα και τη φεουδαρχία. Για το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο η εθνική κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα δεν σημαίνουν τίποτε περισσότερο από κάποια δικαιώματα ιδιοκτησίας σε ένα οικόπεδο που μπορεί να βγει στην αγορά προς πώληση. Μαζί του θα πουληθούν και 57 χιλιάδες Γροιλανδοί που βρίσκονται πάνω του, αλλά έτσι γίνεται με τους δουλοπάροικους. Τη διαπραγμάτευση με τον Τραμπ δεν ανέλαβε η Δανία, η χώρα στην οποία ανήκει η Γροιλανδία, αλλά ο CEO του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούττε. Για την ώρα προτείνουν να την κόψουν σε οικόπεδα και να πουλήσουν κάποια στις ΗΠΑ. Η κα Φρέντρικσεν της Δανίας, κος Μερτζ της Γερμανίας και ο Μικρόν της Γαλλίας, που καίγονταν για την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας έσκυψαν το κεφάλι, κατάπιαν τη γλώσσα τους και το αποδέχτηκαν. Ποιος έδωσε σε όλους αυτούς το δικαίωμα να πουλούν τους ανθρώπους και την πατρίδα τους; Η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τα ΜΜΕ τους δεν ασχολούνται με τέτοια ερωτήματα.
    Εμείς όμως επιβάλλεται να ασχοληθούμε και να θυμηθούμε τη διαπίστωση πως από το 2010 η Ελλάδα καταντά οικόπεδο προς πώληση. Ας προσέξουμε, λοιπόν φίλοι μου, γιατί το μοντέλο Γροιλανδίας μπορεί να μας το φέρουν σαν λύση στο Αιγαίο, στην Κύπρο κι όπου αλλού βάλει ο νους τους. Δεν θα μας ρωτήσουν καν, θα «μεσολαβήσει» για μας το ΝΑΤΟ… Και μπορεί επίδοξος αγοραστής να μην είναι μόνο η Τουρκία, αλλά και μια γενοκτονική οντότητα πιο νότια.

Τα παρακάτω δεν τα γράφουν οι Κινέζοι αλλά θα πρέπει να τα θυμίσουμε. Τη ρήση του γνωστού γερακιού κι εγκληματία πολέμου, Χένρυ Κίσσινγκερ: «Οι ΗΠΑ είναι επικίνδυνες για τους εχθρούς τους, αλλά θανάσιμες για τους φίλους τους». Και την απειλή (προς τους Ρώσους τότε) του έτερου γερακιού και υποστηρικτή της γενοκτονίας στη Γάζα, Άντονι Μπλίνκεν: «Αν δεν είσαι στο τραπέζι, θα είσαι στο μενού». Πού ακριβώς βρίσκεται η χώρα μας; Τώρα, γιατί αρκετοί Έλληνες ακόμα πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ κι η ΕΕ μας παρέχουν ασφάλεια, αποτελεί αντικείμενο άλλου επιστημονικού πεδίου.

Κλείνουμε επαναλαμβάνοντας την προτροπή του άρθρου προς τους λαούς της ΕΕ: Ξυπνήστε. Διώξτε το ΝΑΤΟ και πάρτε την τύχη σας στα χέρια σας.  

Αντιμέτωπη με τον ηγεμονικό εξαναγκασμό, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να προσποιείται ότι κοιμάται

Κύριο Άρθρο των Global Times, 09/01/2026

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα «υπαρξιακό ερώτημα» σχετικά με το μέλλον της Γροιλανδίας: Θα συμβιβαστεί με τις ηγεμονικές απαιτήσεις ή θα υπερασπιστεί σθεναρά την εθνική κυριαρχία, τα συμφέροντά της και τους διεθνείς κανόνες; Οι ΗΠΑ, μετά την επίθεση στη Βενεζουέλα, έβαλαν τη Γροιλανδία στον πάγκο του χασάπη. Όπως ακριβώς έγραψε η ευρωπαϊκή έκδοση του Politico, «Αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν είχαν πριν συνειδητοποιήσει ότι οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για κατάληψη της Γροιλανδίας ήταν σοβαρές, τώρα το συνειδητοποίησαν».

Τώρα, εντός της Ευρώπης, πολλές φωνές συζητούν «τι επιλογές έχουμε» και, όσο αντικρουόμενες κι αν ακούγονται αυτές οι φωνές, η ίδια η έννοια της «αντιμετώπισης επιλογών» υπονοεί ένα βαθμό αδυναμίας και κατευνασμού προς την ηγεμονία. Αυτή η κατάσταση ενισχύει μόνο την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον να αποκτήσει τη Γροιλανδία. Η διάσπαρτη και ασύνδετη «αντίθεση» της Ευρώπης σχετικά με την κρίση στη Βενεζουέλα αποτελεί ίσως έναν από τους καταλύτες για την πρόσφατη κλιμάκωση των απειλών της Ουάσιγκτον κατά της Γροιλανδίας και την αλαζονική δήλωσή της ότι «Κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας». Η δεξαμενή σκέψης, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, επεσήμανε σε άρθρο της: «Η προσαρμογή μπορεί να διατηρήσει βραχυπρόθεσμα τη διατλαντική αρμονία, αλλά θα επιβραβεύσει τον εξαναγκασμό».

Αντιμέτωπη με την άνοδο του ηγεμονισμού και των μονομερών ενεργειών, η Ευρώπη επιδεικνύει σημαντικό δισταγμό και αναποφασιστικότητα. Αυτό πηγάζει κυρίως από δύο αυταπάτες. Πρώτον, βασίζεται στην ελπίδα ότι «οι ΗΠΑ θα είναι καλύτερες αν ένα διαφορετικό κόμμα αναλάβει την εξουσία». Δεύτερον, διατηρεί τον ευσεβή πόθο ότι «η Ευρώπη δεν θα αποτελέσει τον επόμενο στόχο εκφοβισμού». Αυτή η νοοτροπία αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα: η Ευρώπη αισθάνεται ανίσχυρη να αντιμετωπίσει μόνη της τις διάφορες αλλαγές και, ως εκ τούτου, θεωρεί τη σχέση της με τις ΗΠΑ ως ένα  υψηλότερης προτεραιότητας «στρατηγικό πλεονέκτημα» που πρέπει να διατηρηθεί προσεκτικά. Κατά συνέπεια, ορισμένοι επιχειρούν να ανταλλάξουν τους συμβιβασμούς στις αρχές τους με τη διατήρηση των αποκαλούμενων βασικών συμφερόντων τους απέναντι στην ηγεμονική συμπεριφορά. Αυτή είναι μια τυπική νοοτροπία κατευνασμού, που φαντασιώνεται τον κατευνασμό ισχυρών δυνάμεων μέσω παραχωρήσεων.

Ωστόσο, η Ευρώπη πρέπει πλέον να σταματήσει να προσποιείται ότι κοιμάται.

Η «διατήρηση της Γροιλανδίας» και η «διατήρηση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ για την εξασφάλιση της ασφάλειας» δεν αποτελούν αλληλοαποκλειόμενες επιλογές. Η θέση της Γροιλανδίας ως βασικού κόμβου στη διατλαντική ναυτιλιακή οδό και ως κεντρικής περιοχής για την ανάπτυξη των πόρων της Αρκτικής σημαίνει ότι εάν πέσει στον έλεγχο των ΗΠΑ, η Ευρώπη μπορεί να χάσει εντελώς τη φωνή της στις υποθέσεις της Αρκτικής. Και αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να εκμεταλλεύονται την Ευρώπη.

Από τον εξαναγκασμό των χωρών να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες για το ΝΑΤΟ και να εγκαταλείψουν την ενεργειακή τους συνεργασία με τη Ρωσία, μέχρι τον εξαναγκασμό της Ευρώπης να συμμορφωθεί με τις εμπορικές κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Κίνας, όσο περισσότερο η Ευρώπη κατευνάζει την ηγεμονία, τόσο περισσότερο θα ανοίγει η όρεξη του ηγεμόνα, επιταχύνοντας έτσι τη σταθερή πρόσδεση της ίδιας της Ευρώπης στο ηγεμονικό άρμα και τη μετατροπή της σε πιόνι του στο γεωπολιτικό παιχνίδι.

Αυτό που πραγματικά πρέπει να αναρωτηθεί η Ευρώπη είναι το ακόλουθο: Ως βασικός πόλος σε έναν πολυπολικό κόσμο, πώς θα πρέπει να αυτοπροσδιορίζεται;

Κάποιοι στην Ευρώπη μοιάζουν με «γεωπολιτικούς λογιστές» που φαίνονται οξυδερκείς, αλλά καταλήγουν να κάνουν έναν βαθιά θολωμένο υπολογισμό. Σε θέματα θεμελιώδους σωστού και λάθους, αν η Ευρώπη απαντά σταθερά στην ηγεμονική συμπεριφορά με κατευνασμό και συμβιβασμό, αντιμετωπίζει την βασική ηθική και τη συνείδηση ​​ως εμπορεύσιμα αγαθά και θέτει τις προτιμήσεις της Ουάσιγκτον πάνω απ’ όλα. Αυτό ισοδυναμεί με σιωπηρή συναίνεση και συνενοχή στον ηγεμονισμό και την πολιτική ισχύος. Και οι συνέπειες του άνευ αρχών συμβιβασμού ήρθαν τόσο γρήγορα που η Ευρώπη θα καταπιεί το πικρό χάπι καθώς η Γροιλανδία αντιμετωπίζει κατοχή.

Βαθύτερα, οι θεμελιώδεις ιδέες και αρχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η ΕΕ θα κλονιστούν ριζικά, θέτοντας σε κίνδυνο την εικόνα της ως «υπερασπιστή της διεθνούς τάξης και της πολυμέρειας». Ο σεβασμός και η προστασία της εθνικής κυριαρχίας, της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας όλων των κρατών είναι ένας ευρέως αποδεκτός κανόνας των διεθνών σχέσεων που σφυρηλατήθηκε μέσα από το αίμα και τη φωτιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι επίσης το θεμέλιο και η ψυχή του διεθνούς συστήματος με επίκεντρο τον ΟΗΕ και μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο. Η ιστορική εμπειρία έχει από καιρό γράψει μια οδυνηρή ετυμηγορία για τον κατευνασμό.

Στην επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας, η Ευρώπη δεν στερείται πλεονεκτημάτων. Ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες στον κόσμο, η ΕΕ διαθέτει μια τεράστια εσωτερική αγορά, ένα προηγμένο βιομηχανικό σύστημα και βαθιά ριζωμένες πολυμερείς παραδόσεις, οι οποίες από κοινού αποτελούν τις βασικές πηγές δύναμής της στην αντιμετώπιση του ηγεμονισμού. Από οικονομικής άποψης, η Ευρώπη μπορεί να εμβαθύνει περαιτέρω την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, να μειώσει την υπερβολική εξάρτησή της από το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ και να προωθήσει τη διεθνοποίηση του ευρώ. Στον ενεργειακό τομέα, μπορεί να τηρήσει μια στρατηγική διαφοροποίησης πηγών και συνεργασίας και να επιταχύνει την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Από διπλωματικής άποψης, θα πρέπει να σταματήσει να χαράζει ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές και να ενισχύσει τη συνεργασία με χώρες αναδυόμενων αγορών, όπως η Κίνα και να βοηθήσει στην οικοδόμηση ενός πολυπολικού διπλωματικού τοπίου. Σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, η Ευρώπη δεν έχει φτάσει σε καμία περίπτωση σε αδιέξοδο.

Αν η Ευρώπη θεωρεί πραγματικά την «τήρηση του διεθνούς δικαίου» και την «υπεράσπιση των σκοπών και των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» ως βασικές αξίες, θα πρέπει να υιοθετήσει ως οδηγό τις διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές και κανόνες, να σταθεί στο πλευρό της διεθνούς δικαιοσύνης και της ιστορικής τάσης προς την πολυμέρεια, αντί να συναινεί στην υποβάθμιση των θεμελιωδών αρχών και στην επιστροφή σε έναν κόσμο που βασίζεται στον νόμο της ζούγκλας. Στην πραγματικότητα, σε μια εποχή που οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν και αγωνιούν ολοένα και περισσότερο για την «σκληρή δύναμη», τι είδους αποτέλεσμα θα έρθει αν ανοίξουν τις αγκάλες τους σε ένα Χομπσιανό[1] κόσμο;

Θα συμβιβαστεί η Ευρώπη; Όλος ο κόσμος παρακολουθεί

Κύριο Άρθρο των Global Times, 16/01/2026

Η μοίρα της Γροιλανδίας παραμένει αβέβαιη. Ώρες αφότου ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν ταξίδεψε στην Ουάσινγκτον για συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να στέλνουν στρατιωτικό προσωπικό στη Γροιλανδία για κοινές ασκήσεις με τη Δανία. Οι μετακινήσεις στρατευμάτων «είχαν ως στόχο να αναδείξουν την ενότητα μεταξύ των Ευρωπαίων» εν μέσω αυξημένων εντάσεων. Η Γροιλανδία βιώνει μια δοκιμασία γεωπολιτικής πίεσης εντός της Δύσης, αλλά δεν συνιστά απλώς ένα θέμα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης.

Οι προσπάθειες της Ευρώπης να υπερασπιστεί τη Γροιλανδία μέχρι στιγμής έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό συμβολικές. Πάρτε ως παράδειγμα την «ανάπτυξη πολυεθνικών στρατευμάτων». Η Γερμανία έστειλε μια «ομάδα αναγνώρισης» μόνο 13 ατόμων την Πέμπτη[2], πραγματοποιώντας μια «αποστολή εξερεύνησης», ενώ η Βρετανία και η Σουηδία έστειλαν ένα και δύο άτομα αντίστοιχα. Σε σύγκριση με τις απροκάλυπτες απειλές βίας των ΗΠΑ και τις υπάρχουσες στρατιωτικές τους βάσεις στη Γροιλανδία, οι μικρής κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ευρώπης μοιάζουν περισσότερο με «κενή χειρονομία», μια προσπάθεια να σώσει το κύρος της και να κατευνάσει τη Δανία, αποφεύγοντας παράλληλα να εξοργίσει πραγματικά τις ΗΠΑ. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι κάποιοι στην Ευρώπη μπορεί να έχουν ήδη αποδεχτεί την ιδέα της «παραχώρησης της Γροιλανδίας», ελπίζοντας ότι η Ουάσινγκτον θα τους επιτρέψει να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους.

Θα συμβιβαστεί η Ευρώπη; Όλος ο κόσμος παρακολουθεί. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα κύρους και συμφερόντων για τη Δανία και την Ευρώπη, αλλά για το αν η Ευρώπη έχει το θάρρος να αντισταθεί και να υπερασπιστεί την περιφερειακή ειρήνη και δικαιοσύνη που έχει κερδίσει με κόπο, όταν οι διεθνείς κανόνες και η τάξη στην οποία βασίστηκε αντιμετωπίζουν απειλές. Και οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι είτε ξεκίνησαν στην Ευρώπη, είτε είχαν την Ευρώπη ως ένα από τα κύρια πεδία των μαχών και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να κατανοήσουν ακόμη πιο καθαρά ότι ο «νόμος της ζούγκλας» δεν έχει ως αποτέλεσμα νικητές, παρά μόνο μια σημαντική οπισθοδρόμηση του πολιτισμού. Η αρχική πρόθεση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν ουσιαστικά ένας αναστοχασμός και η απόρριψη αυτού του αιματηρού συνόλου κανόνων. Για δεκαετίες, η Ευρώπη αυτοπροβάλλεται ως «υπερασπιστής και υποστηρικτής της παγκόσμιας τάξης που βασίζεται σε κανόνες» και τώρα, ήρθε η ώρα αυτή να δοκιμαστεί.

Ορισμένοι Ευρωπαίοι πιστεύουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει το κόστος μιας ένοπλης σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και την επακόλουθη κατάρρευση του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η ιστορία έχει αποδείξει ότι η αποκλειστική, επιθετική και βασισμένη στην ισχύ έννοια της ασφάλειας που αντιπροσωπεύουν οι μηχανισμοί συλλογικής ασφάλειας όπως το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να φέρει πραγματική ασφάλεια στην Ευρώπη. Η συλλογική ασφάλεια του ΝΑΤΟ είναι ουσιαστικά ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος[3], που έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη στρατηγική καχυποψία και έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών μεταξύ των μπλοκ, ενώ παράλληλα υποθάλπει μια διαστρεβλωμένη εξάρτηση μέσα στο ίδιο το ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να οραματιστεί, με τόλμη, πώς να οικοδομήσει μια Ευρώπη χωρίς ΝΑΤΟ και έναν κόσμο χωρίς ηγεμονία.

Η Δανία σήμερα βρίσκεται σε μια κατάσταση «που κατέχει έναν θησαυρό και έτσι προσκαλεί τους μπελάδες». Για την Ευρώπη είναι σαφές ότι εάν δεν μπορεί να δημιουργήσει την προσδοκία ότι μια βίαιη κατάληψη της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ θα αντιμετωπίσει ισχυρά αντίποινα, τότε το να βάλει η Ουάσιγκτον τη Γροιλανδία στην τσέπη της πιθανότατα είναι μόνο θέμα χρόνου. Τότε, η Ευρώπη θα χάσει πολύ περισσότερα από γη και κυριαρχία. Ένας τέτοιος συμβιβασμός θα δημιουργούσε μια ολέθρια εντύπωση παγκοσμίως. Οι επόμενοι στόχοι της Αμερικής μπορεί να είναι η Ισλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία ή ακόμα και ο Καναδάς, βυθίζοντας τελικά την Ευρώπη και τον κόσμο σε μια κατάσταση όπου, όσο δεν εξαντλούνται τα καυσόξυλα, η φωτιά δεν θα σβήνει. Πέρα από τη διαφύλαξη της δικής της κυριαρχίας, εάν η Ευρώπη θέλει να γίνει ένας σημαντικός πόλος σε έναν πολυπολικό κόσμο, θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή τάξη.

Η πολυπλοκότητα της τρέχουσας διεθνούς κατάστασης απαιτεί από τη διεθνή κοινότητα να επιστρέψει και να τηρήσει αυστηρά τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από ποτέ, να αντισταθεί σε κάθε μορφή ηγεμονικής συμπεριφοράς και πολιτικής ισχύος και να υποστηρίξει από κοινού μια δίκαιη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες και εδράζεται στην ισότητα. Μόνο μέσα σε μια τέτοια τάξη μπορεί η Ευρώπη να έχει την ευκαιρία και τις προϋποθέσεις να διατηρήσει την ειρήνη και να επιτύχει βιώσιμη ανάπτυξη. Τα οφέλη που θα αποκομίσει η Ευρώπη από αυτήν θα περιλαμβάνουν επίσης την ενίσχυση των θεμελίων της στρατηγικής αυτονομίας, την εξασφάλιση της οικονομικής και της ενεργειακής κυριαρχίας, την ενίσχυση της εσωτερικής συνοχής και την εδραίωση της εικόνας της ως υπέρμαχου της πολυμερούς προσέγγισης. Από αυτή την άποψη, η Ευρώπη πρέπει να κοιτάξει τη μεγάλη εικόνα.

Η Ευρώπη δεν στερείται μοχλών πίεσης. Αυτό που της λείπει είναι το θάρρος να αποχαιρετήσει το παρελθόν και μια ενωμένη βούληση να απαλλαγεί από την εξάρτηση. Από οικονομικής άποψης, η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ. Στοχευμένα εμπορικά αντίμετρα θα μπορούσαν να πλήξουν με ακρίβεια ευαίσθητους τομείς των ΗΠΑ, όπως η γεωργία και η μεταποίηση. Στρατιωτικά, αν και οι δυνάμεις ταχείας αντίδρασης της ΕΕ είναι περιορισμένες σε μέγεθος, η ανάπτυξή τους εντός του Αρκτικού Κύκλου θα μπορούσε να δημιουργήσει αποτελεσματική αποτροπή και, μαζί με τις αμυντικές δυνατότητες της Δανίας, να αυξήσει το κόστος των ενεργειών των ΗΠΑ. Διπλωματικά, η Ευρώπη θα μπορούσε να ενώσει όλες τις χώρες του κόσμου που σέβονται τους κανόνες και υποστηρίζουν την ειρήνη και, εντός του πλαισίου του ΟΗΕ, να ξεκινήσει την καταδίκη των μονομερών ενεργειών των ΗΠΑ, ασκώντας ισχυρή ηθική πίεση στην Ουάσιγκτον. Το κλειδί για όλα αυτά βρίσκεται στο αν η Ευρώπη μπορεί να απελευθερωθεί από την αδράνεια του κατευνασμού.

Θα γίνει η Ευρώπη ένα παράρτημα της ηγεμονίας ή θα τηρήσει τη γραμμή των κανόνων; Το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι ένας καθρέφτης που αντανακλά τη διπλωματικά δύσκολη θέση της Ευρώπης και δοκιμάζει την ηθική της ευθύνη. Απέναντι σε ένα διεθνές τοπίο που χαρακτηρίζεται από αναταραχές και μετασχηματισμό, η πραγματική ασφάλεια προέρχεται από την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τη συνεργασία μεταξύ των χωρών, καθώς και από τον κοινό σεβασμό και την τήρηση του διεθνούς δικαίου και των κανόνων από όλα τα κράτη, ιδίως τις μεγάλες δυνάμεις.

Τα «διπλά μέτρα και σταθμά» γυρίζουν μπούμερανγκ στην Ευρώπη

Κύριο Άρθρο των Global Times, 19/01/2026

Ένα δράμα μαγικού ρεαλισμού εκτυλίσσεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η ΕΕ θεωρεί την Κίνα ως «αντίπαλο», οι κινεζικές επιχειρήσεις συμμετέχουν επιμελώς στην κατασκευή υποδομών και ενδυναμώνουν τη μελλοντική ανάπτυξη της Ευρώπης – μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσουν το ψυχρό βέλος της «αναγκαστικής αποεπένδυσης». Εν τω μεταξύ, η ΕΕ θεωρεί τις ΗΠΑ «σύμμαχο» και όταν οι ΗΠΑ εκτοξεύουν εδαφικές απειλές για τη Γροιλανδία ή επιβάλλουν δασμολογικούς εκβιασμούς κατά της Ευρώπης, το αποτέλεσμα είναι μια υποτακτική συνενοχή στην ανοχή. Αυτό δεν συνιστά απλώς κατάχρηση των «διπλών μέτρων και σταθμών», αλλά εκθέτει επίσης το πόσο στρατηγικά «ασπόνδυλη» είναι η ΕΕ απέναντι στον ηγεμονικό καταναγκασμό.

Η ΕΕ έχει τυφλωθεί από την γνωστική της προκατάληψη που υπερβάλλει την έννοια της ασφάλειας, χρησιμοποιώντας την πολιτική χειραγώγηση για να υπονομεύσει την κανονική διμερή οικονομική και εμπορική συνεργασία. Σύμφωνα με αναφορές, οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη να καταργήσουν σταδιακά τον κινεζικής κατασκευής εξοπλισμό από κρίσιμες υποδομές, συμπεριλαμβάνοντας τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, συστήματα ηλιακής ενέργειας, ακόμη και σαρωτές ασφαλείας. Τέτοια μέτρα έχουν γίνει ολοένα και πιο συνηθισμένα τα τελευταία χρόνια. Δεν έχουν ισχυρή τεχνική ή νομική αιτιολόγηση και αψηφούν ανοιχτά τον επιστημονικό συλλογισμό και τη λογική της αγοράς.

Για παράδειγμα, η Ισπανία είχε υπογράψει προηγουμένως σύμβαση με την Huawei για εξοπλισμό καταγραφής αποθηκών. Παρόλο που η Μαδρίτη τόνισε τη νομιμότητα της σύμβασης και δήλωσε ότι «δεν ενέχει κανένα κίνδυνο για την ασφάλεια», οι ΗΠΑ και η ΕΕ επέμειναν να ισχυρίζονται ότι όντως υπήρχαν «σοβαρά προβλήματα». Αυτή η παράλογη πρακτική της μετατροπής της κανονικής οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας σε ζήτημα ασφάλειας, όχι μόνο παραβιάζει τα νόμιμα δικαιώματα των κινεζικών επιχειρήσεων, αλλά υπονομεύει επίσης σοβαρά το κράτος δικαίου και την συμβατική αξιοπιστία της ίδιας της Ευρώπης.

Από την «Εργαλειοθήκη 5G» του 2020 έως τις σημερινές προσπάθειες αναβάθμισης των «εθελοντικών περιορισμών» σε δεσμευτική νομοθεσία, η πολιτική τροχιά της ΕΕ καταδεικνύει σαφώς την πορεία με την οποία οι Βρυξέλλες σταδιακά αυστηροποιούν την πολιτική τους υπό την πίεση των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι αθέμιτες παρεμβάσεις στην αγορά δεν έχουν επιτύχει την λεγόμενη «ασφάλεια». Αντίθετα, έχουν αναγκάσει την Ευρώπη να επωμιστεί τεράστιο κόστος για την παραβίαση των οικονομικών νόμων. Πολλοί τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι προειδοποιούν ότι η ολοκληρωτική απαγόρευση των Κινέζων προμηθευτών θα αυξήσει τις τιμές για τους καταναλωτές. Τα στοιχεία δείχνουν ότι πάνω από το 90% των ηλιακών πάνελ που εγκαθίστανται στην ΕΕ παράγονται στην Κίνα.

Η βίαιη απομάκρυνση αυτών των οικονομικά αποδοτικών και τεχνολογικά προηγμένων αλυσίδων εφοδιασμού όχι μόνο συνεπάγεται υπέρογκο κόστος αντικατάστασης, αλλά θα επιβραδύνει επίσης άμεσα την πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή αναβάθμιση της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να την εμποδίσει να αντιμετωπίσει τον μελλοντικό παγκόσμιο ανταγωνισμό. Αυτό που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αποκαλούν «αποφυγή κινδύνου» έχει εξελιχθεί σε «αποανάπτυξη». Για να ικανοποιήσουν την πολιτική παράνοια ενός συμμάχου πέρα ​​από τον ωκεανό, θυσιάζουν όχι μόνο το δικαίωμα των πολιτών τους να απολαμβάνουν προηγμένη τεχνολογία, αλλά και καθυστερούν τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Η Ευρώπη υποκλίνεται στις ΗΠΑ σε κάθε βήμα, ακόμη και σε βάρος των δικών της συμφερόντων, ωστόσο δεν κερδίζει ούτε σεβασμό, ούτε αμοιβαιότητα από τις ΗΠΑ – μόνο εντεινόμενη περιφρόνηση και εκμετάλλευση. Οι ΗΠΑ πιέζουν με τους δασμούς και απαιτούν ανοιχτά την «αγορά» της Γροιλανδίας, εδάφους της Δανίας. Η αντιμετώπιση της εδαφικής κυριαρχίας ενός συμμάχου ως απλής «συναλλαγής ακινήτων» αποτελεί πράξη κραυγαλέας ηγεμονικής επιθετικότητας και ταπείνωσης. Ωστόσο, απέναντι σε τέτοιες κραυγαλέες παραβιάσεις της κυριαρχικής της αξιοπρέπειας, η αντίδραση της Ευρώπης ήταν συγκλονιστικά αδύναμη. Η Κάγια Κάλλας, Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η Κίνα και η Ρωσία «πρέπει να έχουν μια καλή μέρα» λόγω των «διαιρέσεων μεταξύ των συμμάχων» – ένας τόνος τόσο δουλοπρεπής, όσο και επικίνδυνα παραπλανητικός.

Το δηλητήριο των «διπλών μέτρων και σταθμών» διαβρώνει το μέλλον της Ευρώπης και η λανθασμένη πορεία της εξάρτησής της από την ηγεμονία θα οδηγήσει την Ευρώπη στην πλήρη απώλεια της ανεξαρτησίας της. Από οικονομικής άποψης, η Ευρώπη, αφενός, διακηρύσσει φωναχτά τις «αρχές της αγοράς» και τον «δίκαιο ανταγωνισμό», κατηγορώντας την κινεζική κυβέρνηση ότι «παρεμβαίνει στην αγορά». Ενώ, από την άλλη πλευρά, χωρίς κανένα πραγματικό στοιχείο, διεξάγει μεροληπτικές εκκαθαρίσεις εταιρειών από μια συγκεκριμένη χώρα. Πολιτικά, η Ευρώπη παρέμεινε σιωπηλή σχετικά με την αιφνιδιαστική επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την στρατιωτική πίεση στο Ιράν. Ωστόσο, δήλωσε ότι οι προσπάθειες των ΗΠΑ να καταλάβουν τη Γροιλανδία είναι «απαράδεκτες».

Αυτές οι ενέργειες δεν είναι μόνο υποκριτικές αλλά και γύρισαν μπούμερανγκ. Έχουν δείξει σε όλο τον κόσμο τους τεράστιους κινδύνους της πολιτικοποίησης του ευρωπαϊκού οικονομικού περιβάλλοντος και της εργαλειοποίησης της πρόσβασης στην αγορά του.

Η «αποκινεζοποίηση» έχει υποβιβάσει την Ευρώπη σε πιόνι στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την παγκόσμια τεχνολογική ηγεμονία. Ορισμένοι Ευρωπαίοι έχουν αναγνωρίσει εδώ και καιρό ότι οι κίνδυνοι της εξάρτησης της Ευρώπης από την αμερικανική τεχνολογία υπερτερούν κατά πολύ αυτών της εξάρτησης από τον κινεζικό εξοπλισμό. Αυτή είναι μια αξιοσημείωτα ανοιχτόμυαλη κρίση. Όταν η Ευρώπη αποκλείει την Huawei και την ZTE και επιλέγει πιο ακριβές, αμερικανικές εναλλακτικές λύσεις με αργούς επεξεργαστές, ουσιαστικά καταργεί τη δυνατότητα να κάνει δικές της τεχνολογικές επιλογές και γίνεται πλήρως υποτελής στο τεχνολογικό οικοσύστημα των ΗΠΑ.

Η ιστορία έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι η πολιτικοποίηση των οικονομικών και των εμπορικών ζητημάτων όχι μόνο θα αποτύχει να εμποδίσει την ανάπτυξη της Κίνας, αλλά θα οδηγήσει και την Ευρώπη σε ένα δύσβατο μονοπάτι, με τελικό αποτέλεσμα ένα αδιέξοδο απομόνωσης και εξάρτησης. Η Κίνα ανέκαθεν θεωρούσε την Ευρώπη ως μια απαραίτητη δύναμη σε έναν πολυπολικό κόσμο και υποστηρίζει ειλικρινά την Ευρώπη στην επιδίωξή της για στρατηγική αυτονομία. Ωστόσο, η πραγματική αυτονομία απαιτεί ανεξάρτητη κρίση για το σωστό και το λάθος, όχι να ακολουθείς τυφλά το βήμα άλλων.

Αντιμέτωπη με τον ηγεμονικό εκβιασμό στους παγωμένους ανέμους της Γροιλανδίας και τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς στις αίθουσες συνεδριάσεων των Βρυξελλών, η Ευρώπη πρέπει πραγματικά να ξυπνήσει: Η συνέχιση της βύθισης στο τέλμα των διπλών μέτρων και σταθμών θα εξαντλήσει μόνο τη ζωτικότητά της. Μόνο επιστρέφοντας στη λογική και τον πραγματισμό μπορεί να πάρει πραγματικά το πεπρωμένο της στα χέρια της.

Υποσημειώσεις της μεταφράστριας:

[1] Αναφέρεται στην πολιτική θεωρία του Άγγλου φιλόσοφου Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes 1588 –1679) που υποστήριζε ότι το κράτος και η κοινωνία δεν μπορούν να είναι ασφαλή εκτός αν βρίσκονται στη διάθεση ενός απόλυτου κυρίαρχου. Δηλαδή κανένα άτομο δεν μπορεί να έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας έναντι του κυρίαρχου και ότι ο κυρίαρχος μπορεί επομένως να πάρει τα αγαθά των υπηκόων του χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Αυτό το κράτος, που ονόμασε Λεβιάθαν, έπρεπε να υπακούεται επειδή οι συνέπειες της ανυπακοής μπορούν να αποδειχθούν πιο δυσάρεστες από την υπακοή, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις.

[2] Την οποία απέσυρε την επόμενη μέρα (Παρασκευή) μετά την απειλή για επιβολή δασμών από τον Τραμπ.

[3] zero-sum game στο κείμενο: μεταφράζεται στα ελληνικά ως «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος». Αναφέρεται σε μια κατάσταση «κερδίζω-χάνεις» (win-lose) όπου το κέρδος ενός παίκτη ισούται ακριβώς με την ζημιά του άλλου, με αποτέλεσμα το αλγεβρικό άθροισμα των δύο να είναι μηδέν.

Πηγή: globaltimes.cn/editorial