Καθώς εντείνεται η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ πίεση ενάντια στην αντίσταση στο Λίβανο, το προληπτικό χτύπημα της Χεζμπολλάχ σηματοδοτεί πως το πεδίο της μάχης – κι όχι τα πολιτικά διατάγματα στη Βηρυτό – θα διαμορφώσει την επόμενη φάση του περιφερειακού συσχετισμού δυνάμεων.
του Tamjid Kobaissy*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
TheCradle, 07/03/2026
Τα τελευταία χρόνια, η Δυτική Ασία μοιάζει όλο και περισσότερο με ανοιχτή αρένα όπου συγκρούονται περιφερειακοί και διεθνείς σχεδιασμοί. Οι ανησυχίες για την ασφάλεια διασταυρώνονται με οικονομικά συμφέροντα, ενώ οι αγώνες για επιρροή και ταυτότητα εντείνονται σε ολόκληρη την περιοχή.
Η Δυτική Ασία, που από και καιρό περιγράφεται ως μόνιμο σημείο ανάφλεξης, αντιμετωπίζει τώρα μια πολύ πιο ασταθή φάση μετά την έκρηξη άμεσων στρατιωτικών αντιπαραθέσεων και την ταχεία αναδιαμόρφωση της περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων.
Σε αυτό το τεταμένο περιφερειακό περιβάλλον, ο Λίβανος βρίσκεται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο.
Η τελευταία κλιμάκωση ξεκίνησε όταν η Χεζμπολλάχ εκτόξευσε έξι ρουκέτες προς τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη[1]. Το Τελ Αβίβ απάντησε με ευρεία επιθετικότητα, εξαπολύοντας μια σειρά βίαιων επιθέσεων με στόχο το νότιο προάστιο της Βηρυτού και πολλές περιοχές του νότιου Λιβάνου.
Ωστόσο, οι μετέπειτα εξελίξεις στο πεδίο αποκάλυψαν γρήγορα μια διαφορετική πραγματικότητα.
Η Χεζμπολλάχ κατάφερε να αποκαταστήσει ένα σημαντικό μέρος της επιχειρησιακής της ικανότητας μετά από μια περίοδο αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης. Η κλίμακα και η ταχύτητα αυτής της ανάκαμψης φαίνεται να ξάφνιασαν τον ισραηλινό στρατό, που μοιάζει τώρα αβέβαιος στις εκτιμήσεις και τις στρατηγικές του επιλογές.
Οι μάχες στο νότο δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις ισραηλινές προσδοκίες. Οι μαχητές της Χεζμπολλάχ εμφανίστηκαν στο προωθημένο άκρο της πρώτης γραμμής, επιχειρώντας σε ζώνες άμεσης επαφής με τις ισραηλινές δυνάμεις.
Οι μαχητές της Χεζμπολλάχ έχουν ήδη επιδείξει την επιχειρησιακή τους ετοιμότητα, χτυπώντας με ακρίβεια προελαύνοντα άρματα μάχης και στοχεύοντας στρατιωτικά οχήματα κατά μήκος των θέσεων που κατέχουν Ισραηλινοί στρατιώτες εντός λιβανέζικου εδάφους.
Ταυτόχρονα, η Χεζμπολλάχ συνεχίζει να χτυπά στρατιωτικές θέσεις βαθιά μέσα στα κατεχόμενα εδάφη[2], μια σαφή ένδειξη ότι οι πυραυλικές της δυνατότητες παραμένουν άθικτες και ικανές να επιβάλουν νέους συσχετισμούς αποτροπής στο πεδίο της μάχης.
Στη Βηρυτό ξεσπά πολιτική κρίση
Οι επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων δεν περιορίζονται στον στρατιωτικό τομέα.
Μέσα στον Λίβανο, η κατάσταση γρήγορα επεκτάθηκε και στην πολιτική σφαίρα. Ξέσπασε έντονη αντιπαράθεση αφότου η κυβέρνηση ανακοίνωσε [στις 2 Μαρτίου] την απόφασή της να «απαγορεύσει τη στρατιωτική δραστηριότητα της Χεζμπολλάχ» και να χαρακτηρίσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας της ως «εκτός νόμου».
Η κίνηση αυτή θεωρείται ευρέως ως μια επικίνδυνη κλιμάκωση που ουσιαστικά ευθυγραμμίζεται με τους ισραηλινούς στόχους, ασκώντας πολιτική πίεση στην αντίσταση. Ακόμα περισσότερο, η απόφαση αυτή φέρει δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις στην εύθραυστη εσωτερική ισορροπία του Λιβάνου.
Στον πυρήνα του, το μέτρο κινδυνεύει να ανοίξει την πόρτα σε μια εσωτερική αντιπαράθεση, οι συνέπειες της οποίας θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο σε μια χώρα της οποίας η πολιτική και θρησκευτική δομή δύσκολα μπορεί να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς.
Μέσα στους ίδιους τους στρατιωτικούς θεσμούς του Λιβάνου, γρήγορα εμφανίστηκαν σημάδια που αντανακλούν την επίγνωση αυτής της πραγματικότητας.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι ο λιβανέζικος στρατός δεν έχει καμία πρόθεση να εμπλακεί σε άμεση αντιπαράθεση με τη Χεζμπολλάχ. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει τη διάσπαση του ίδιου του στρατού, κάτι που οι ανώτατοι αξιωματικοί κατανοούν πάρα πολύ καλά, ανεξάρτητα από τις προσωπικές θέσεις του αρχηγού του στρατού.
Αυτή η ένταση έγινε εμφανής κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, όπου συζητήθηκε η απόφαση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης υπήρξε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του πρωθυπουργού Ναουάφ Σαλάμ και του αρχηγού του λιβανέζικου στρατού, στρατηγού Ρούντολφ Χαϊκάλ. Σύμφωνα με οικείες πηγές, ο Χαϊκάλ τόνισε την ανάγκη συντονισμού και συνεννόησης με τη Χεζμπολλάχ σε οποιοδήποτε σχέδιο ασφαλείας που αφορά στον νότιο Λίβανο ή άλλες ευαίσθητες περιοχές.
Προειδοποίησε ότι η προσπάθεια επιβολής μιας τέτοιας απόφασης με τη βία θα μπορούσε να έχει επικίνδυνες συνέπειες.
«Δεν μπορώ να ζητάω από έναν στρατιώτη που αμείβεται με 200 δολάρια να πολεμήσει στον βορρά, στην ανατολή και στον νότο και μετά να πολεμήσει τον ίδιο του τον λαό», φέρεται να δήλωσε ο Χαϊκάλ στο υπουργικό συμβούλιο.
Ο Σαλάμ, ωστόσο, φάνηκε ασυγκίνητος από αυτές τις ανησυχίες. «Η ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται μέσω συναίνεσης», απάντησε ο πρωθυπουργός.
Όταν ο αρχηγός του στρατού επανέλαβε ότι ο στρατός δεν διαθέτει τις δυνατότητες για να εφαρμόσει γρήγορα ένα τέτοιο σχέδιο και τόνισε για άλλη μια φορά την ανάγκη συντονισμού με τη Χεζμπολλάχ, η απάντηση παρέμεινε σταθερή. «Είστε υποχρεωμένοι να το εφαρμόσετε με κάθε διαθέσιμο μέσο».
Παρά την απόφαση της κυβέρνησης, τόσο η στρατιωτική όσο και η πολιτική πραγματικότητα υποδηλώνουν ότι η επιβολή ενός τέτοιου μέτρου παραμένει πέρα από τις πρακτικές δυνατότητες του στρατού.
Για τη Χεζμπολλάχ, η υπομονή συνιστά την καθοριστική προσέγγιση τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα κάτω από την αυξανόμενη εσωτερική και εξωτερική πίεση.
Εντός της κοινωνικής βάσης της αντίστασης, ο λιβανέζικος στρατός δεν θεωρείται αντίπαλος. Το πρόβλημα, υποστηρίζουν πολλοί, έγκειται σε μια πολιτική ηγεσία που επιδιώκει -υπό έντονη ξένη πίεση- να ωθήσει τον στρατό σε αντιπαράθεση με την αντίσταση.
Εκστρατεία πίεσης από την Ουάσιγκτον και το Ριάντ
Η εξωτερική πίεση στην κυβέρνηση του Λιβάνου παραμένει κεντρικός παράγοντας στην εξελισσόμενη κρίση.
Η θέση της Ουάσιγκτον είναι σαφής εδώ και χρόνια, αλλά ο ρόλος της Σαουδικής Αραβίας τραβά ιδιαίτερα την προσοχή. Το Ριάντ είχε στείλει προηγουμένως μηνύματα που υποδήλωναν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στη Χεζμπολλάχ, ωστόσο ο τόνος του άλλαξε αισθητά τους τελευταίους μήνες.
Δύο εξηγήσεις φαίνονται εύλογες.
Η πρώτη συνδέεται με την αυξανόμενη αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ιδίως με τη στόχευση αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υλικοτεχνικής υποδομής που χρησιμοποιούνται από την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.
Η δεύτερη πιθανότητα είναι περισσότερο τακτικής φύσεως. Τα προηγούμενα μηνύματα της Σαουδικής Αραβίας μπορεί να αποτελούσαν μέρος ενός προσωρινού ελιγμού και όχι μιας γνήσιας αλλαγής πολιτικής απέναντι στη Χεζμπολλάχ.
Πολλοί περιφερειακοί παρατηρητές κατανοούν ότι μια κατάρρευση της Χεζμπολλάχ δεν θα εξυπηρετούσε απαραίτητα τα στρατηγικά συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας ή εκείνα άλλων περιφερειακών παραγόντων.
Μιλώντας στο The Cradle, ο αξιωματούχος της Χεζμπολλάχ και πρώην υπουργός του Λιβάνου, Μαχμούντ Καμάτι, επέκρινε έντονα την απόφαση της κυβέρνησης:
«Επαινούμε την κυβέρνηση για τη θετική της στάση απέναντι στους εκτοπισμένους Λιβανέζους και θα σταθούμε δίπλα της σε αυτό το εθνικό καθήκον. Ευχαριστούμε όλους όσους από τον λαό και τους θεσμούς του Λιβάνου συνέβαλαν στην παροχή στέγης σε αυτούς. Ταυτόχρονα, είμαστε σοκαρισμένοι από την πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να θεωρήσει την αντίσταση εκτός νόμου.»
«Αποτελεί ένα αίσχος που θα τη στιγματίσει. Θα ήταν πιο σωστό η κυβέρνηση να επωφεληθεί από τη δύναμη του Λιβάνου μέσω της αντίστασης και του στρατού και να πιέσει τον εχθρό να εφαρμόσει την πρόσφατη συμφωνία για την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης των εδαφών και των κρατουμένων και τον τερματισμό των συνεχιζόμενων παραβιάσεων, αφού όλες οι διπλωματικές προσπάθειες απέτυχαν και απέφεραν μόνο ψευδείς υποσχέσεις. Συμβουλεύουμε την κυβέρνηση να αναιρέσει αυτήν την άδικη και ταπεινωτική απόφαση».
Ο Καμάτι υποστηρίζει ότι η ηγεσία του Λιβάνου υπέκυψε στις εξωτερικές πιέσεις:
«Η κυβέρνηση υπέκυψε στις διεθνείς και αραβικές πιέσεις που ευθυγραμμίζονται με τον σιωνιστή εχθρό και επέλεξε την υποταγή και την ταπείνωση αντί της εθνικής κυριαρχίας, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, οδηγώντας τη χώρα σε εσωτερικές συγκρούσεις και αστάθεια».
Πληροφοριακό σκοτάδι στο Τελ Αβίβ
Ωστόσο, εντός του Ισραήλ, η κατάσταση δεν φαίνεται λιγότερο ανησυχητική για το στρατιωτικό κατεστημένο.
Οι αναφορές που έρχονται από το εσωτερικό περιγράφουν κάτι που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο ως τυφλό σημείο των μυστικών υπηρεσιών γύρω από την τρέχουσα δομή και τις δυνατότητες της Χεζμπολλάχ.
Ορισμένοι παρατηρητές υπαινίσσονται ότι το κίνημα έχει σκόπιμα επιστρέψει στις επιχειρησιακές μεθόδους της δεκαετίας του 1980, δίνοντας έμφαση στη μυστικότητα και την περιφρουρημένη οργάνωση τόσο στις στρατιωτικές, όσο και στις δομές ασφαλείας της.
Οι δυσκολίες του ισραηλινού στρατού στην αξιολόγηση της κατάστασης της Χεζμπολλάχ πηγάζουν από διάφορους παράγοντες. Ένα σημαντικό πρόβλημα έγκειται στον καθορισμό του κατά πόσο οι ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές πέτυχαν πράγματι τους επιδιωκόμενους στόχους τους.
Στις προηγούμενες αντιπαραθέσεις, η ισραηλινή στρατιωτική ηγεσία συνήθως ανακοίνωνε τη δολοφονία συγκεκριμένων στελεχών της Χεζμπολλάχ αμέσως μετά την επιβεβαίωση επιτυχημένων επιθέσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις συχνά στόχευαν σαφώς προσδιορισμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις ασφαλείας.
Η εικόνα σήμερα εμφανίζεται ριζικά διαφορετική.
Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί πλήττουν επανειλημμένα γνωστά σε όλους ιδρύματα, όπως τη χρηματοπιστωτική ένωση Κουάρντ αλ Χασσάν, τον ραδιοφωνικό σταθμό Αλ-Νουρ και το τηλεοπτικό δίκτυο Αλ Μανάρ.
Άλλες επιθέσεις στοχεύουν οικιστικά κτίρια ή διαμερίσματα που ήδη περιλαμβάνονταν στην παλιά τράπεζα στόχων του Ισραήλ, που χρησιμοποίησε κατά την επιθετικότητα του Σεπτεμβρίου 2024.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι στόχοι φαίνεται να αφορούν τοποθεσίες που θεωρούνται εδώ και καιρό εκτεθειμένες από άποψη ασφαλείας ή άτομα που δεν είναι στρατιωτικά στελέχη.
Ο Καμάτι υποστηρίζει ότι αυτό το μοτίβο αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα του ισραηλινού στρατού.
«Ο εχθρός πάσχει από πληροφοριακή τύφλωση», λέει. «Λάβαμε τις απαραίτητες προφυλάξεις και μέτρα ασφαλείας. Απόδειξη αποτελεί ότι ανακοίνωσαν περισσότερες από 10 φορές ότι δολοφόνησαν ηγέτες της Χεζμπολλάχ – και κάθε ένας από αυτούς τους ισχυρισμούς αποδείχθηκε ψευδής».
«Τώρα καυχιούνται ότι σκότωσαν έναν και μόνο μαχητή», προσθέτει. «Προετοίμαζαν έναν χερσαίο πόλεμο και σχεδίαζαν να μας αιφνιδιάσουν. Αντ’ αυτού, η αντίσταση εξαπέλυσε ένα προληπτικό χτύπημα που τους ξάφνιασε. Τα μάγια στράφηκαν εναντίον του μάγου».
Σύμφωνα με τον Καμάτι, η Χεζμπολλάχ είχε ήδη εντοπίσει σημάδια ότι το Ισραήλ προετοίμαζε μια μεγαλύτερη στρατιωτική κίνηση:
«Οι πληροφορίες που μας έφταναν, η παρακολούθηση του πεδίου κατά μήκος των συνόρων και η ανακοίνωση για επιστράτευση στον εχθρικό στρατό έδειχναν ξεκάθαρα ότι δεν ήταν πλέον ικανοποιημένος με την καθημερινή επιθετικότητα που συνεχίζει εδώ και 15 μήνες. Ετοιμαζόταν να αιφνιδιάσει τον Λίβανο με μια νέα εισβολή και κατοχή. Ως εκ τούτου, πραγματοποιήσαμε ένα προληπτικό χτύπημα που ανέτρεψε το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Έτσι, τους αιφνιδιάσαμε εμείς και συνεχίζουμε την αντίσταση, καθώς η υπομονή μας εξαντλήθηκε.»
Αυτή η εκτίμηση φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με την αναφορά του ισραηλινού Καναλιού 13, το οποίο αποκάλυψε ότι η απόφαση της Χεζμπολλάχ να ανοίξει πυρ ήρθε σε καθοριστική στιγμή.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι Ισραηλινοί υπουργοί συζητούσαν για ώρες μέσα στο υπουργικό συμβούλιο πολιτικής ασφάλειας για το αν θα έπρεπε να εξαπολύσουν προληπτικό πλήγμα εναντίον του Λιβάνου την ώρα που ξεκίνησαν οι ρίψεις ρουκετών.
Ο χρόνος της επίθεσης της Χεζμπολλάχ διέκοψε ουσιαστικά αυτές τις συζητήσεις. Ακόμα και ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ αναγνώρισε έμμεσα αυτή την ακολουθία.
«Αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε ένα προληπτικό πλήγμα εναντίον της Χεζμπολλάχ, αλλά μας πρόλαβε κι επιτέθηκε εκείνη στο Ισραήλ», είπε.
Για τη Χεζμπολλάχ, το περιστατικό σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από απλή τακτική επιτυχία. Αντανακλά τις δυνατότητες των υπηρεσιών πληροφοριών της να προβλέπουν τις κινήσεις του Ισραήλ, επιτρέποντας έτσι την εκ των προτέρων προετοιμασία αμυντικών μέτρων.
Η αντίσταση αναδιοργανώνεται
Εκτός από το πεδίο της μάχης, η Χεζμπολλάχ έχει επίσης ενισχύσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς ασφαλείας της.
Στο νότιο προάστιο της Βηρυτού – το κύριο προπύργιο του κινήματος – εξειδικευμένες μονάδες ασφαλείας λειτουργούν υπό έντονη πίεση για να διατηρήσουν τη σταθερότητα παρά τον συνεχή ισραηλινό βομβαρδισμό.
Αυτές οι μονάδες είναι υπεύθυνες για την πρόληψη ενεργειών δολιοφθοράς, κατασκοπείας ή εγκληματικής δραστηριότητας που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το χάος που δημιουργεί ο πόλεμος.
Προστατεύουν επίσης κατοικημένες περιοχές και τα σπίτια των εκτοπισμένων οικογενειών, διασφαλίζοντας στοιχειώδη τάξη σε περιοχές που έχουν επανειλημμένα στοχοποιηθεί από ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές.
Η κλίμακα αυτών των προσπαθειών έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της τρέχουσας αντιπαράθεσης, μεταφέροντας μεγάλο μέρος του βάρους της τοπικής ασφάλειας στις ίδιες τις δομές της Χεζμπολλάχ.
Ανάφλεξη στο ανατολικό μέτωπο: Απέτυχε η ισραηλινή αεροπορική απόβαση στην Κοιλάδα Μπεκάα.
Ενώ οι συγκρούσεις συνεχίζονταν κατά μήκος της μεθορίου, η Ισλαμική Αντίσταση επέδειξε υψηλές πληροφοριακές δυνατότητες και επιχειρησιακές ικανότητες, εντοπίζοντας με ακρίβεια τις κινήσεις του εχθρού από τη Μανάρα έως τη Μαρκάμπα και ματαιώνοντας τις προσπάθειες εδραίωσής του σε νέες θέσεις, χρησιμοποιώντας καμικάζι drones και κατευθυνόμενους πυραύλους για να προκαλέσει άμεσα πλήγματα σε εχθρικούς στρατώνες και προσωπικό. Τις τελευταίες ώρες, ξέσπασαν σφοδρές μάχες στην περιοχή Χιάμ, με την αντίσταση να στοχεύει μια ισραηλινή συγκέντρωση δυνάμεων στο Ταλάτ αλ-Χαμάς και το Χιλάτ αλ-Ασαφίρ[3] με μπαράζ ρουκετών.
Ταυτόχρονα, το ανατολικό τμήμα της κοιλάδας Μπεκάα στο Λίβανο κατέστη για λίγο ενεργό πεδίο μάχης, καθώς μια ισραηλινή αεροπορική επιχείρηση κοντά στην πόλη Νάμπι Τσιτ κατέρρευσε κάτω από τη δύναμη πυρός. Σύμφωνα με την Ισλαμική Αντίσταση, αρκετά ισραηλινά ελικόπτερα διέσχισαν τα σύνορα από την πλευρά της Συρίας, αργά την Παρασκευή, μεταφέροντας χερσαίες δυνάμεις στην ορεινή περιοχή μεταξύ Γιαχφούφα, Χράιμπε και Μααράμπουν πριν προελάσουν προς τα ανατολικά περίχωρα της πόλης.
Η μονάδα διείσδυσης εντοπίστηκε γρήγορα από μαχητές της αντίστασης, πυροδοτώντας ανταλλαγή πυροβολισμών κοντά στο νεκροταφείο της Νάμπι Τσιτ. Ισραηλινά αεροσκάφη εξαπέλυσαν σφοδρές επιδρομές στους γύρω λόφους για να καλύψουν την υποχώρηση, ενώ οι μονάδες της αντίστασης απάντησαν με πυροβολικό και πυραύλους που στόχευαν τη ζώνη σύγκρουσης και τις πιθανές διαδρομές υποχώρησης. Νωρίς το πρωί του Σαββάτου, τα ελικόπτερα και τα μαχητικά αεροσκάφη είχαν αποσυρθεί, υπογραμμίζοντας πώς η αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Ισλαμικής Αντίστασης επεκτείνεται πέρα από το παραδοσιακό νότιο μέτωπο του Λιβάνου.
Μια νέα φάση της σύγκρουσης
Συνολικά, αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν ότι ο Λίβανος εισέρχεται σε μια νέα φάση αντιπαράθεσης και όχι σε μια βραχύβια στρατιωτική κλιμάκωση.
Η Χεζμπολλάχ αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ως κεντρικός περιφερειακός παράγοντας ικανός να διαμορφώσει τον ρυθμό και την κατεύθυνση της σύγκρουσης.
Οι αντίπαλοί της, εν τω μεταξύ, μοιάζουν όλο και πιο αβέβαιοι για το πώς να αντιδράσουν.
Η αντιπαράθεση καθίσταται πλέον ένας παράγοντας που επηρεάζει την ευρύτερη περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων.
Συμμετέχοντας απευθείας στη σύγκρουση και επιβάλλοντας νέους συσχετισμούς στο πεδίο των μαχών, η Χεζμπολλάχ ουσιαστικά εξασφάλισε μια θέση -είτε αναγνωρισμένη επίσημα, είτε όχι- στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που θα καθορίσει την επόμενη φάση στην περιοχή.
Και με την άνοδο της περιφερειακής επιρροής του Ιράν, η θέση της Χεζμπολλάχ εντός της αναδυόμενης ισορροπίας μοιάζει ισχυρότερη από ποτέ.
Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:
[1] Την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου, η Χεζμπολλάχ έπληξε με πυραύλους ακριβείας μια υψηλής αξίας ισραηλινή εγκατάσταση επικοινωνιών και πληροφοριών σήματος (SIGINT) στο βόρειο Ισραήλ. Το πλήγμα στόχευσε μια τεράστια συστοιχία παραβολικών κεραιών που χρησιμοποιούνται για δορυφορικές συνδέσεις και ραδιο-επιτήρηση. Οι ορατές ζημιές περιλαμβάνουν διαλυμένα κάτοπτρα, δομικές παραμορφώσεις και απευθείας πλήγματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Τα δημοσιευμένα πλάνα που δείχνουν την επίθεση και τις συνέπειές της, μπορείτε να τα δείτε εδώ και εδώ.
[2] Εννοεί τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, δηλαδή εντός της σιωνιστικής οντότητας.
[3] Όλα τα τοπωνύμια που αναφέρονται στην παράγραφο αφορούν σε πόλεις, χωριά και γεωγραφικά σημεία στο Νότιο Λίβανο, πλησίον των συνόρων με τη σιωνιστική οντότητα, όπου οι ισραηλινοί προσπαθούν εδώ και καιρό να προελάσουν.
* Ο Ταμτζίντ Κομπαΐσι είναι Λιβανέζος δημοσιογράφος που αρθρογραφεί στην εφημερίδα Αλ Ακχμπάρ. Ειδικεύεται σε θέματα ασφάλειας και κοινωνικών υποθέσεων. Κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επιθετικότητας στον Λίβανο, παρακολούθησε την υπόθεση των κρατουμένων στα νότια προάστια της Βηρυτού, οι οποίοι θεωρήθηκαν ύποπτοι για συνεργασία με ξένες μυστικές υπηρεσίες.
Πηγή: thecradle.co
Αφήστε ένα σχόλιο