Τίποτα ηθικό δεν έχει απομείνει στον Δυτικό κόσμο.
του Lucas Leiroz*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
Strategic-Culture, 03/02/2026
Ο Ιανουάριος του 2026 σηματοδοτεί μια ρήξη. Δεν είναι πλέον δυνατό να αντιμετωπίζουμε την υπόθεση Έπσταϊν ως σεξουαλικό σκάνδαλο που αφορά ισχυρά άτομα. Αυτό που ήρθε τώρα στο φως – έγγραφα, εικόνες, αρχεία, σαφείς διασυνδέσεις – ώθησε τη συζήτηση σε άλλο επίπεδο. Δεν πρόκειται πλέον για «κακομεταχειρίσεις», «υπερβολές» ή «ατομικά εγκλήματα». Ό,τι έχει αποκαλυφθεί υποδηλώνει συστηματικές, οργανωμένες, τελετουργικές πρακτικές. Κι αυτό αλλάζει τα πάντα.
Για χρόνια, το κοινό είχε χειραγωγηθεί κατάλληλα ώστε να αποδέχεται μια αφήγηση αμφισημίας. Υπήρχαν πάντα αμφιβολίες, πάντα έλλειψη «οριστικής απόδειξης», πάντα μια έκκληση για προσοχή. Αυτός ο καιρός πέρασε. Το υλικό που δημοσιεύεται δεν αφήνει περιθώρια για αφέλεια. Όταν προκύπτουν στοιχεία για ακραία βία κατά παιδιών, για πρακτικές που υπερβαίνουν οποιαδήποτε συμβατική ποινική κατηγορία, η συζήτηση παύει να είναι νομική και γίνεται πολιτισμική.
Το διακύβευμα δεν είναι πλέον ποιος «επισκέφθηκε το νησί» ή ποιος «πήγε μια βόλτα με το αεροπλάνο του Έπσταϊν». Διακύβευμα αποτελεί το γεγονός ότι δίκτυα αυτού του είδους υφίστανται μόνο εφόσον στηρίζονται σε βαθιά θεσμική προστασία. Δεν μπορεί να υπάρξει τελετουργική παιδοφιλία, δεν μπορεί να υπάρξει εμπορία ανθρώπων σε διακρατική κλίμακα, δεν μπορεί να υπάρξει συστηματική παραγωγή ακραίου υλικού χωρίς πολιτική, αστυνομική, δικαστική και μιντιακή κάλυψη. Αυτό δεν είναι συνωμοσία: είναι η λογική της εξουσίας.
Από αυτό το σημείο και μετά, η Δύση δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από την ιδέα της σταδιακής παρακμής. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτισμικό εκφυλισμό ή απώλεια αξιών. Είναι κάτι πιο σκοτεινό: μια ελίτ που λειτουργεί εκτός οποιωνδήποτε αναγνωρίσιμων ηθικών ορίων και παρόλα αυτά συνεχίζει να κυβερνά. Άνθρωποι που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με αυτόν τον κόσμο συνεχίζουν να αποφασίζουν για τις εκλογές, τους πολέμους, τις οικονομικές πολιτικές και την τύχη ολόκληρων κοινωνιών.
Ένα άλλο καθοριστικό στοιχείο είναι ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε ποιος κρύβεται πίσω από τη διαρροή. Αυτή η αβεβαιότητα είναι κομβικής σημασίας. Μπορεί να πρόκειται για μια κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ ή τομέων που είναι συνταγμένοι μαζί του, οι οποίοι προσπαθούν να καταστρέψουν οριστικά τους εσωτερικούς τους εχθρούς και να αναδιοργανώσουν την εξουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ελάχιστα θετική κατεύθυνση. Μπορεί να είναι το αντίθετο: μια ελεγχόμενη απελευθέρωση υλικού που αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης στον Τραμπ ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των Δημοκρατικών και του Βαθέος Κράτους.
Και η άβολη αλήθεια, που είναι αδύνατο να αγνοηθεί, είναι ότι όλα αυτά μπορεί να αποτελούν μέρος ενός ακόμη βαθύτερου και πιο μακάβριου σχεδίου του Βαθέος Κράτους – που περιλαμβάνει τόσο Δημοκρατικούς όσο και Ρεπουμπλικάνους – για να «επιλύσει το ζήτημα του Έπσταϊν» μέσω μιας βάναυσης εκστρατείας συλλογικής απευαισθητοποίησης, «εξοικειώνοντας» την κοινή γνώμη με την ιδέα ότι η δυτική ελίτ αποτελείται από παιδεραστές, σατανιστές και κανίβαλους.
Αυτό ενισχύει ένα κρίσιμο σημείο: η αλήθεια αποκαλύφθηκε μόνο επειδή έπαψε να είναι χρήσιμο να κρατιέται κρυφή. Για δεκαετίες, όλα αυτά ήταν γνωστά στο παρασκήνιο. Η σιωπή δεν ήταν αποτέλεσμα αποτυχίας της έρευνας, αλλά μιας απόφασης υψηλού επιπέδου. Ο Τύπος παρέμενε σιωπηλός. Οι υπηρεσίες παρέμεναν σιωπηλές. Τα δικαστήρια παρέμεναν σιωπηλά. Το σύστημα λειτούργησε ακριβώς όπως έπρεπε για να αυτοπροστατευτεί.
Οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν τώρα ένα δίλημμα που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω εκλογών, κοινοβουλευτικών επιτροπών ή ενθαρρυντικών ομιλιών. Πώς μπορεί κανείς να συνεχίσει να αποδέχεται την εξουσία θεσμών που προστάτευσαν αυτό το επίπεδο φρίκης; Πώς μπορεί να διατηρηθεί ο σεβασμός για τους νόμους που εφαρμόζονται επιλεκτικά από ανθρώπους που ζουν πάνω από αυτούς; Πώς μπορεί κανείς να μιλάει για «δυτικές αξίες» μετά από αυτό;
Το πρόβλημα είναι ότι η σύγχρονη Δύση έχει ξεχάσει πώς να αντιδρά σε οτιδήποτε είναι απαίσιο και θεμελιακά κακό. Στις δυτικές κοινωνίες, οι άνθρωποι δεν ξέρουν πλέον πώς να αντιμετωπίσουν το απόλυτο κακό – ειδικά όταν αυτό βρίσκεται στην κορυφή της κοινωνίας. Όλα καταντάνε διαδικασία, όλα καταντάνε διαμεσολάβηση, όλα καταντάνε τεχνική γλώσσα. Εν τω μεταξύ, η κοινωνική εμπιστοσύνη εξατμίζεται.
Δεν πρόκειται πλέον για αριστερά και δεξιά, φιλελευθερισμό και συντηρητισμό. Πρόκειται για μια ρήξη μεταξύ ανθρώπων και ελίτ. Μεταξύ κοινωνιών που διατηρούν ακόμη κάποια αίσθηση ορίων και μιας άρχουσας τάξης που λειτουργεί σαν να βρίσκεται έξω από το κοινό ανθρώπινο είδος.
Αν υπάρχει κάτι θετικό σε αυτή τη συγκυρία, είναι το τέλος της αφέλειας. Δεν είναι πλέον δυνατό να προσποιούμαστε ότι το σύστημα είναι «άρρωστο αλλά θεραπεύσιμο». Ό,τι έχει απομείνει από το δυτικό (αντι)πολιτισμικό σχέδιο έχει διαβρωθεί εκ των έσω. Το τι θα ακολουθήσει είναι ακόμα αβέβαιο – και θα αντιπαλευτεί με όλα τα δυνατά και απαραίτητα μέσα.
Αλλά ένα πράγμα είναι σαφές: μετά τον Έπσταϊν, τίποτα δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως πριν. Όποιος ενεργεί σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, είτε δεν καταλαβαίνει τη σοβαρότητα αυτού που έχει έρθει στο φως, είτε προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει.
* Ο Lucas Leiroz είναι Βραζιλιάνος δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων BRICS, ερευνητής στο Κέντρο Γεωστρατηγικών Σπουδών και στρατιωτικός εμπειρογνώμονας, απόφοιτος της Σχολής Πολέμου της Βραζιλίας.
Πηγή: strategic-culture.su
Αφήστε ένα σχόλιο