Μετά τον Έπσταϊν, τίποτα δεν μπορεί να συνεχίσει όπως πριν: ούτε οι αξίες του «ποτέ ξανά», ούτε η διπολική οικονομία των ακραίων ανισοτήτων, ούτε η εμπιστοσύνη.

του Alastair Crooke*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε

Strategic-Culture, 09/02/2026

Μετά τον Έπσταϊν, τίποτα δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως πριν: Ούτε οι μεταπολεμικές αξίες του «ποτέ ξανά» – που αντανακλούν το συναίσθημα στο τέλος αιματηρών πολέμων – και την ευρεία λαχτάρα για μια «δικαιότερη» κοινωνία. Ούτε η διπολική οικονομία των ακραίων ανισοτήτων στον πλούτο. Ούτε η εμπιστοσύνη – μετά την αποκαλυμμένη αργυρωνησία, τους σάπιους θεσμούς και τις διαστροφές που τα αρχεία του Έπσταϊν έδειξαν ότι ενδημούν σε ορισμένες από τις δυτικές ελίτ.

Πώς να μιλήσουμε για «αξίες» μέσα σε αυτό το πλαίσιο;

Στο Νταβός, ο Μαρκ Κάρνεϊ[1] ξεκαθάρισε ότι η «τάξη βασισμένη σε κανόνες» δεν ήταν παρά μια άθλια πρόσοψη. Ήταν πλήρως γνωστό ότι είναι ψεύτικη κι όμως η πρόσοψη διατηρήθηκε. Γιατί; Απλώς επειδή η απάτη ήταν χρήσιμη. Ήταν «επιτακτική ανάγκη» να κρυφτεί η κατάρρευση του συστήματος μέσα σε έναν ριζοσπαστικό, αντι-αξιακό μηδενισμό. Να κρυφτεί η πραγματικότητα ότι οι κύκλοι της ελίτ – γύρω από τον Έπσταϊν – λειτουργούσαν πέρα ​​από ηθικούς, νομικούς ή ανθρώπινους περιορισμούς κι αποφάσιζαν μεταξύ ειρήνης και πολέμου, με βάση τα ζωώδη τους ένστικτα.

Οι ελίτ κατάλαβαν ότι μόλις η πλήρης ανηθικότητα των κυβερνόντων γινόταν γνωστή στους πολλούς[2], η Δύση θα έχανε την δομή των ηθικών αφηγημάτων, ακριβώς αυτών που θεμελιώνουν μια οργανωμένη ζωή. Αν γίνει γνωστό πως το Κατεστημένο αποποιείται την ηθική, γιατί κάποιος άλλος να συμπεριφέρεται διαφορετικά; Ο κυνισμός θα κατρακυλούσε προς τα κάτω. Τι θα κρατούσε λοιπόν ένα έθνος ενωμένο;

Λοιπόν, πιθανότατα, μόνο ο ολοκληρωτισμός.

Η μεταμοντέρνα «πτώση» στον μηδενισμό κατέληξε τελικά στο αναπόφευκτο «αδιέξοδό» της (όπως προέβλεψε ο Νίτσε το 1888). Το πρότυπο του «Διαφωτισμού» μεταμορφώθηκε τελικά στο αντίθετό του: Ένας κόσμος χωρίς αξίες, νόημα ή σκοπό (πέρα από τον άπληστο αυτοπλουτισμό). Αυτό υποδηλώνει και το τέλος της ίδιας της έννοιας της Αλήθειας που βρισκόταν στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού, από την εποχή του Πλάτωνα.

Η κατάρρευση υπογραμμίζει, επίσης, τις αποτυχίες της δυτικής μηχανιστικής λογικής: «Αυτό το είδος a priori[3], κλειστού κύκλου συλλογισμού είχε πολύ μεγαλύτερη επίδραση στη δυτική κουλτούρα από ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε… Οδήγησε στην επιβολή κανόνων που πιστεύεται ότι είναι αδιάψευστοι, όχι επειδή έχουν αποκαλυφθεί, αλλά επειδή έχουν αποδειχθεί επιστημονικά και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει ένσταση εναντίον τους», σημειώνει ο Aurelien.

Αυτός ο μηχανιστικός τρόπος σκέψης έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο τρίτο επίπεδο της «Ρήξης του Νταβός» (μετά την πνευματική παρακμή και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στην ηγεσία). Η μηχανιστική σκέψη, βασισμένη σε μια ντετερμινιστική ψευδοεπιστημονική κοσμοθεωρία, οδήγησε σε οικονομικές αντιφάσεις που εμπόδισαν τους δυτικούς οικονομολόγους να δουν αυτό που βρίσκονταν κάτω από τη μύτη τους: ένα υπερ-χρηματιστικοποιημένο οικονομικό σύστημα που τέθηκε εξ ολοκλήρου στην υπηρεσία των ολιγαρχών και των δικτυωμένων.

Καμία αποτυχία του οικονομικού μας μοντέλου, όσο μεγάλη κι αν είναι, «δεν έχει αποδυναμώσει τη σφιχτή μέγγενη των τεχνοκρατών στις πολιτικές των κυβερνήσεων. Το πρόβλημα είναι ότι η Επιστήμη, σε αυτή τη δυαδική λειτουργία αιτίας-αποτελέσματος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε το χάος, ούτε την πολυπλοκότητα της ζωής» (Aurelien). Άλλες θεωρίες – εκτός από τη Νευτώνεια φυσική – όπως οι κβαντικές θεωρίες ή οι θεωρίες του χάους [ή η διαλεκτική] έχουν σε μεγάλο βαθμό αποκλειστεί από τον τρόπο σκέψης μας.

Η σημασία του «Νταβός» – ακολουθούμενη από τις αποκαλύψεις για τον Έπσταϊν – είναι ότι ο Χάμπτι-Ντάμπτι[4] της Εμπιστοσύνης. Έχει πέσει από τον τοίχο και δεν μπορεί να ξανασυναρμολογηθεί.

Αυτό που είναι επίσης προφανές είναι ότι οι κύκλοι του Έπσταϊν δεν αφορούσαν μόνο σε διεστραμμένα άτομα. «Ό,τι έχει αποκαλυφθεί υποδηλώνει συστηματικές, οργανωμένες, τελετουργικές πρακτικές». Και αυτό αλλάζει τα πάντα, όπως παρατηρεί ο σχολιαστής Lucas Leiroz:

«Δίκτυα αυτού του είδους υφίστανται μόνο εφόσον στηρίζονται σε βαθιά θεσμική προστασία. Δεν μπορεί να υπάρξει τελετουργική παιδοφιλία, δεν μπορεί να υπάρξει εμπορία ανθρώπων σε διακρατική κλίμακα, δεν μπορεί να υπάρξει συστηματική παραγωγή ακραίου υλικού χωρίς πολιτική, αστυνομική, δικαστική και μιντιακή κάλυψη. Αυτό δεν είναι συνωμοσία: είναι η λογική της εξουσίας.»[5]

Ο Έπσταϊν αναδύεται μέσα από τα μυριάδες email ως παιδόφιλος και σίγουρα ως εντελώς ανήθικος, αλλά και ως εξαιρετικά έξυπνος και σοβαρός γεωπολιτικός παράγοντας, του οποίου οι πολιτικές γνώσεις εκτιμήθηκαν από υψηλόβαθμα στελέχη σε όλο τον κόσμο. Ήταν ένας αριστοτέχνης του παρασκηνίου της γεωπολιτικής, όπως περιέγραψε ο Μάικλ Γουλφ (ήδη από το 2018, καθώς και σε πρόσφατα δημοσιευμένη αλληλογραφία μέσω email), αλλά και του πολέμου μεταξύ της εβραϊκής εξουσίας και των εθνών.

Αυτό υποδηλώνει ότι ο Έπσταϊν υπήρξε λιγότερο εργαλείο των Μυστικών Υπηρεσιών και περισσότερο «ομότιμος» τους. Δεν είναι περίεργο που επιδίωκαν την παρέα του ηγέτες (και για κατάφωρα ανήθικους λόγους, τους οποίους δεν μπορούμε να αγνοήσουμε). Και σαφώς το Βαθύ (δικομματικό) Κράτος ελίχθηκε μέσω αυτού. Και στο τέλος, ο Έπσταϊν γνώριζε πάρα πολλά.

Ο Ντέιβιντ Ρόθκοπφ, ο ίδιος πρώην σύμβουλος πολιτικών υποθέσεων στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, εικάζει τι σημαίνει ο Έπσταϊν για την Αμερική:

«[Οι νέοι Αμερικανοί] συνειδητοποιούν ότι οι θεσμοί τους απογοητεύουν και θα πρέπει να [σώσουν τους εαυτούς τους]… υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στη Μινεάπολη, που λένε πως δεν πρόκειται πλέον για συνταγματικά ζητήματα ή για το κράτος δικαίου ή τη δημοκρατία – που μπορεί να ακούγονται καλά, αλλά είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα του μέσου ανθρώπου στο μέσο νοικοκυριό».

«Οι άνθρωποι λένε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν πρόκειται να μας προστατεύσει. Το Κογκρέσο δεν πρόκειται να μας προστατεύσει. Ο Πρόεδρος είναι ο εχθρός, στέλνει τον δικό του στρατό στις πόλεις μας. Οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν να μας προστατεύσουν – είμαστε: Εμείς οι ίδιοι».

«Είναι ‘οι δισεκατομμυριούχοι ηλίθιε’» [αναφορά στο παλιό άμορφο σύνθημα: «Είναι η οικονομία, ηλίθιε»] εξηγεί ο Ρόθκοπφ:

«Το σημείο που προσπαθώ να τονίσω είναι ότι – αν δεν συνειδητοποιείτε ότι η ισότητα και η ατιμωρησία της ελίτ αποτελούν κεντρικά ζητήματα για όλους, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως το σύστημα είναι στημένο και δεν λειτουργεί γι’ αυτούς… δεν πιστεύουν πια ότι το αμερικανικό όνειρο είναι πραγματικό – και ότι ο έλεγχος της χώρας έχει κλαπεί από μια χούφτα υπερπλούσιων ανθρώπων, οι οποίοι δεν φορολογούνται και γίνονται όλο και πλουσιότεροι – ενώ οι υπόλοιποι από εμάς μένουμε όλο και πιο πίσω – [τότε δεν μπορείτε να κατανοήσετε τη σημερινή απελπισία ανάμεσα στους κάτω των 35 ετών]».

Ο Ρόθκοπφ λέει ότι το επεισόδιο Νταβός/Έπσταϊν σηματοδοτεί τη ρήξη μεταξύ του λαού και των κυρίαρχων στρωμάτων.

«Οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν τώρα ένα δίλημμα που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω εκλογών, κοινοβουλευτικών επιτροπών ή ενθαρρυντικών ομιλιών. Πώς μπορεί κανείς να συνεχίσει να αποδέχεται την εξουσία θεσμών που προστάτευσαν αυτό το επίπεδο φρίκης; Πώς μπορεί να διατηρηθεί ο σεβασμός για τους νόμους που εφαρμόζονται επιλεκτικά από ανθρώπους που ζουν πάνω από αυτούς;» λέει ο Leiroz.

Η απώλεια σεβασμού, ωστόσο, δεν αγγίζει τον πυρήνα του αδιεξόδου. Κανένα συμβατικό πολιτικό κόμμα δεν έχει απάντηση στην αποτυχία της οικονομίας του «νοικοκυριού» – την έλλειψη αξιοπρεπώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας, πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες, δαπανηρής εκπαίδευσης και στέγασης.

Κανένα συστημικό κόμμα δεν μπορεί να δώσει μια αξιόπιστη απάντηση σε αυτά τα υπαρξιακά ζητήματα, επειδή, επί δεκαετίες, η οικονομία ήταν ακριβώς «στημένη» — δομικά προσανατολισμένη σε μια χρηματιστικοποιημένη οικονομία βασισμένη στο χρέος, σε βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Θα απαιτούσε την πλήρη εκρίζωση της τρέχουσας αγγλοφιλελεύθερης δομής της αγοράς και την αντικατάστασή της από μια άλλη. Θα απαιτούνταν μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων – και οι ολιγάρχες θα αντιτάσσονταν ευθύς.

Ιδανικά, μπορεί να αναδυθούν νέα πολιτικά κόμματα. Στην Ευρώπη, ωστόσο, οι «γέφυρες» που ενδεχομένως θα μπορούσαν να μας βγάλουν από τις βαθιές δομικές μας αντιφάσεις έχουν καεί σκόπιμα, στο όνομα του τοίχου απομόνωσης[6] που σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την ανάδυση οποιασδήποτε μη «κεντρώας» πολιτικής σκέψης.

Αν η διαμαρτυρία δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα στην αλλαγή του status quo[7] και οι εκλογές παραμείνουν μεταξύ των ίδιων κι απαράλλακτων κομμάτων Τουίντλ Ντι  και Τουίντλ Νταμ[8] της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, οι νέοι θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «κανείς δεν θα έρθει να μας σώσει» – και ίσως καταλήξουν στην απελπισία τους ότι το μέλλον μπορεί να αποφασιστεί μόνο στους δρόμους.

Υποσημειώσεις της Μεταφράστριας:

[1] Ο Μαρκ Κάρνεϊ είναι Καναδός πολιτικός και οικονομολόγος, πρωθυπουργός του Καναδά από το 2025. Είναι επίσης ο ηγέτης του Φιλελεύθερου Κόμματος. Προηγουμένως, διετέλεσε Διοικητής της Τράπεζας του Καναδά από το 2008 έως το 2013 και Διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας από το 2013 έως το 2020.

[2] Γραμμένο στα ελληνικά στο αγγλικό κείμενο, ως «οι πολλοί» με βάση την αγγλική σύνταξη της πρότασης.

[3] Στα ελληνικά, ο λατινικός όρος a priori αποδίδεται συνήθως ως «εκ των προτέρων». Στη φιλοσοφία και την επιστήμη, αναφέρεται στο συμπέρασμα που βγαίνει ανεξάρτητα από την εμπειρία, μέσω της καθαρής λογικής. Δηλαδή μια κρίση που σχηματίζεται πριν εξεταστούν τα πραγματικά δεδομένα και χωρίς επαλήθευση, στην ουσία ένα αξίωμα.

[4] Ο Χάμπτι Ντάμπτι (Humpty Dumpty) είναι χαρακτήρας ενός αγγλικού παιδικού τραγουδιού, πιθανώς αρχικά ήταν ένα αίνιγμα και συνήθως απεικονίζεται ως ένα ανθρωπόμορφο αυγό. Οι πρώτες καταγεγραμμένες εκδοχές του τραγουδιού χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία και η μελωδία από το 1870.
Ως χαρακτήρας της λογοτεχνίας ο Χάμπτι Ντάμπτι αναφέρθηκε σε πολλά έργα λογοτεχνίας και λαϊκής κουλτούρας τον δέκατο ένατο αιώνα. Ο Λιούις Κάρολ, ειδικότερα, τον απεικόνισε ως ένα ζωντανό αυγό στο βιβλίο του, του 1871, «Μες στον Καθρέφτη και τι Βρήκε η Αλίκη Εκεί», που πρόκειται για τη συνέχεια του επιτυχημένου του μυθιστορήματος «Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» (1865). Το τραγουδάκι λέει (σε ελεύθερη μετάφραση):
Humpty Dumpty sat on a wall.                                                                   Ο Χάμπτι Ντάμπτι στον τοίχο κάθισε.
Humpty Dumpty had a great fall.                                                              Ο Χάμπτι Ντάμπτι τρανή τούμπα έφαγε.
All the king’s horses and all the king’s men                                     Όλα τα άλογα και οι άντρες του Βασιλιά,
Couldn’t put Humpty together again.                                                   Δεν μπόρεσαν τον Χάμπτι να ενώσουν ξανά.
Ο Χάμπτι Ντάμπτι στο βιβλίο του Κάρολ αντιπροσωπεύει την αυθαιρεσία της γλώσσας στα χέρια της εξουσίας. Στο βιβλίο του Carroll, ο Χάμπτι Ντάμπτι λέει στην Αλίκη τα εξής: «Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, σημαίνει ακριβώς αυτό που εγώ επιλέγω να σημαίνει—ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο». Όταν η Αλίκη τον ρωτάει αν μπορεί να κάνει τις λέξεις να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα, εκείνος απαντά: «Το ερώτημα είναι, ποιος θα είναι το αφεντικό—αυτό είναι όλο». Αυτή είναι η απόλυτη λογική της εξουσίας. Το κατεστημένο και οι μυημένοι του (όπως οι τεχνοκράτες) λειτουργούν ως Χάμπτι Ντάμπτι.
Επαναπροσδιορίζουν όρους όπως «ελευθερία», «σταθερότητα» ή «έκτακτη ανάγκη» ώστε να ταιριάζουν στους δικούς τους σκοπούς, χειραγωγώντας το κοινό ώστε να αποδεχτεί αυτούς τους νέους ορισμούς. Στο ίδιο το τραγουδάκι, η μεγάλη πτώση του Χάμπτι-Ντάμπτι  συμβολίζει μια μη αντιστρέψιμη κρίση: «Όλα τα άλογα και οι άντρες του Βασιλιά/ Δεν μπόρεσαν τον Χάμπτι να ενώσουν ξανά.» Εδώ ο Χάμπτι αντιπροσωπεύει το κατεστημένο πρότυπο. Μόλις ένα πρότυπο θρυμματιστεί από την απώλεια της δημόσιας εμπιστοσύνης, καμία δύναμη του Κατεστημένου («οι άντρες του βασιλιά») δεν μπορεί να αποκαταστήσει την παλιά «κανονικότητα».

[5] Το αποκαλυπτικό αυτό άρθρο του Lucas Leiroz δημοσιεύσαμε στην Ξαστεριά, βλ. Ο Έπσταϊν, η παρακμή της Δύσης και η ηθική κατάρρευση των ελίτ.

[6] Στο κείμενο αναγράφεται ο όρος ‘cordon sanitaire’, δηλαδή υγειονομική ζώνη στα Γαλλικά.

[7] Καθεστώς, καθεστηκυία τάξη.

[8] Οι Tweedledee και Tweedledum (Τουίντλ Ντι και Τουίντλ Νταμ) είναι κι αυτοί φανταστικοί χαρακτήρες που εμφανίζονται στο βιβλίο του Lewis Carroll, «Μες στον Καθρέφτη και τι Βρήκε η Αλίκη Εκεί». Προέρχονται κι αυτοί από ένα παραδοσιακό αγγλικό παιδικό τραγουδάκι του 18ου αιώνα. Πρόκειται για δίδυμα αδέλφια που είναι πανομοιότυπα στην εμφάνιση, τη συμπεριφορά και την ομιλία. Κυριολεκτικά, τα ονόματά τους σημαίνουν ο Φάλτσος Κακός κι ο Φάλτσος Χαζός.
Χρησιμοποιείται στην πολιτική σάτιρα για να περιγράψει δύο πολιτικούς ή δύο κόμματα που ισχυρίζονται ότι είναι διαφορετικά, αλλά είναι στην ουσία πανομοιότυπα ως προς την πολιτική και το αποτέλεσμα. Συνδέεται επίσης με το «τείχος απομόνωσης».  Συχνά στα πολιτικά σχόλια, όταν εφαρμόζεται ένα τείχος απομόνωσης για να αποκλειστεί ένα «ακραίο» κόμμα, οι επικριτές χαρακτηρίζουν τα υπόλοιπα συστημικά κόμματα ως «Tweedledum και Tweedledee» – που σημαίνει ότι δεν προσφέρουν καμία πραγματική επιλογή στον ψηφοφόρο.

* Ο Alastair Crooke είναι πρώην Βρετανός διπλωμάτης, ιδρυτής και διευθυντής του Φόρουμ για τις Συγκρούσεις (Conflicts Forum) με έδρα τη Βηρυτό.

Πηγή: strategic-culture.su