Στην φωτογραφία (επάνω) ο Marat Khairullin
Από το βιβλίο του Μαράτ Χαϊρουλλίν: «Και να πλυθείς με ένα καθαρό δάκρυ».
Σημείωμα του Μεταφραστή από τα Ρωσικά στα Αγγλικά, Zinderneuf: Ενώ επιμελούμουν την επερχόμενη αγγλική μετάφραση του βιβλίου του Μαράτ, έπεσα πάνω σε αυτό το σύντομο δοκίμιο που πιστεύω ότι είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Παρακαλώ διαβάστε το.
Σημείωμα της Μεταφράστριας στα Ελληνικά: Το δοκίμιο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 27 Σεπτεμβρίου 2023, στη ρωσική πλατφόρμα VKontakte. Δηλαδή κατά την περίοδο της Ουκρανικής αντεπίθεσης του 2023. Σύμφωνα με την αρχική δημοσίευση, ήταν μια ανοιχτή επιστολή-απάντηση σε γράμματα που λάμβανε ο Χαϊρουλλίν από μητέρες που ρωτούσαν «γιατί σκοτώθηκε το παιδί μου;». Το δημοσίευμα ξεκινούσε τότε με τη φωτογραφία ενός πρωτοσέλιδου εφημερίδας του 1991, όπου ο Γιέλτσιν ανακοίνωνε στον Μπους τη διάλυση της ΕΣΣΔ.
του Μαράτ Χαϊρουλλίν*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
Marat Khairullin.substack, 10/08/2025
Συχνά με ρωτούν: γιατί ακριβώς μπήκα σε αυτόν τον πόλεμο; Σήμερα, θα προσπαθήσω να εξηγήσω τη στάση μου.
Πριν από πολλά χρόνια, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, μια εθνοτική συμμορία με κυνήγησε —εκείνη την εποχή ήμουν ανταποκριτής μιας κεντρικής εφημερίδας— στους δρόμους μιας μικρής πόλης των Ουραλίων. Είχα έρθει να γράψω για το νεκροταφείο ανώνυμων συνταξιούχων που μεγάλωνε γύρω από εκείνο το μέρος.
Κατά τη διάρκεια αυτού του σύντομου χρονικού διαστήματος, μόλις δύο χρόνια από την εγκαθίδρυση της κυριαρχίας του Γιέλτσιν, έως και 136 μοναχικοί συνταξιούχοι είχαν εξαφανιστεί χωρίς να αφήσουν ίχνη σε αυτή την τυπική βιομηχανική πόλη της εποχής του Στάλιν, ενώ τα διαμερίσματά τους είχαν αρπαχτεί από τους λεγόμενους μαύρους μεσίτες.[1]
Με έκρυψαν μέσα στο τεράστιο διοικητικό κτίριο κάποιου παρατημένου σοβιετικού βιομηχανικού γίγαντα. Καθόμασταν στριμωγμένοι σε ένα εγκαταλελειμμένο γραφείο διευθυντή, με κεριά —αφού όλη η πόλη ήταν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα— όπου ήπιαμε άθλια βότκα. Από τα έπιπλα του δωματίου, το μόνο που θυμάμαι καθαρά είναι μια πληθωρική ελαιογραφία του Λένιν που κρεμόταν ακόμα στον τοίχο.
«Έχουν καταγράψει τους πάντες, ακόμα και τον τελευταίο. Πρώτα, έρχεται οπωσδήποτε ο τοπικός αστυνομικός, μετά το άτομο εξαφανίζεται και το διαμέρισμα καταλαμβάνεται την ίδια μέρα. Οι νέοι ιδιοκτήτες μετακομίζουν το επόμενο πρωί. Το σώμα του προηγούμενου ιδιοκτήτη δεν έχει ακόμα κρυώσει, αλλά ήδη μετακομίζουν. Αχ, γιε μου… πόσο τρομακτικό έγινε να ζεις σε αυτή τη χώρα μας…»
Αυτά ήταν τα λόγια που μου είπε ο Βλαντίμιρ Μιρόνιτς—ένας βετεράνος του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου που είχε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε αυτόν ακριβώς τον βιομηχανικό γίγαντα, το παγωμένο πτώμα του οποίου χρησιμοποιούσαμε τώρα ως μυστική κρυψώνα μας.
Ο αστυνομικός της περιφέρειας είχε ήδη επισκεφτεί τον Βλαντίμιρ Μιρόνιτς,[2] αν και τα σχέδια της συμμορίας γι’ αυτόν, σύμφωνα με πληροφορίες, ανατράπηκαν από την άφιξη αυτού του ανταποκριτή από τη Μόσχα -της αφεντιάς μου- που πιθανά του έσωσε τη ζωή.
Τώρα, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν αυτό ισχύει, αλλά μόλις έφτασα έκανα ένα τρομερό λάθος —πήγα κατευθείαν στον αρχηγό της αστυνομίας της πόλης κρατώντας σφιχτά την επιστολή του Βλαντίμιρ Μιρόνιτς. Με υποδέχτηκαν επιδεικτικά με μεγάλη θέρμη, γούρλωσαν τα μάτια τους, κλάφτηκαν για τους τρελούς ηλικιωμένους που γράφουν ανοησίες στις κεντρικές εφημερίδες και υποσχέθηκαν επίσημα να ερευνήσουν το θέμα.
Και μόλις δύο ώρες αργότερα, εμφανίστηκαν έξω από το ξενοδοχείο μου αυτοί οι τύποι σε μια Μερσεντές – ένα ζευγάρι καλοταϊσμένων, ήρεμων και σκληρών ανδρών με ανησυχητικά αισθητή παρουσία. Ήταν οι απόλυτοι κυρίαρχοι αυτού του μέρους – έπιναν τσάι από το φλιτζάνι της ρεσεψιονίστ ακριβώς μπροστά στον πάγκο, αστειεύονταν φιλικά με τις πόρνες που περιφέρονταν στο λόμπι του ξενοδοχείου, ενώ παράλληλα προσποιούνταν ότι δεν κοιτούσαν καν προς το μέρος μου.
Ο Βλαντίμιρ Μιρόνιτς τους κατάλαβε αμέσως και ενορχήστρωσε μια ολόκληρη επιχείρηση διάσωσης — πρώτα τους ξεφύγαμε και μετά με έκρυψε στο σκοτεινό, άδειο κουφάρι του εργοστασίου της πατρίδας του, όπου, συνοδεύοντας την αφήγησή του με πικρή βότκα, μου έδωσε την πλήρη περιγραφή της συμμορίας που δρούσε στην πόλη:
Ποιος συμβολαιογράφος πλαστογραφούσε και διεκπεραίωνε τα διαμερίσματα των εξαφανισμένων γεράκων;
Αποδείχθηκε ότι ήταν η σύζυγος του ίδιου αυτού αρχηγού της αστυνομίας.
Ποιος χειριζόταν την καταχώριση των ακινήτων στο κτηματολόγιο του δήμου;
Αποδείχθηκε ότι τα έγγραφα τα χειριζόταν η σύζυγος του δημάρχου.
Και ποιος ακριβώς στραγγάλιζε τους άτυχους ηλικιωμένους (μάλιστα ο Μιρόνιτς γνώριζε συγκεκριμένα ότι είχαν στραγγαλιστεί) και έθαβε τα πτώματά τους στο προαστιακό δάσος;
Δεν θα το πιστέψετε —αυτοί οι ίδιοι χαμογελαστοί ψυχοπομποί που είχαν έρθει να με παρακολουθήσουν στο ξενοδοχείο.
Η αφήγηση του Μιρόνιτς ήταν βουτηγμένη σε τρομακτικές λεπτομέρειες, κι όμως, αν πιστεύετε ότι εγώ, σχεδόν παιδί τότε, σοκαρίστηκα από όλα αυτά, κάνετε μεγάλο λάθος. Στο γραφείο της εφημερίδας μας έφταναν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, επιστολές με παρόμοιες σπαρακτικές κραυγές. Εκείνα τα χρόνια, χιλιάδες άνθρωποι, απελπισμένοι από την προσπάθεια να βρουν το δίκιο τους από τις αρχές, έγραφαν σε δημοσιογράφους.
Δεν έφριξα με αυτό που συνέβαινε — το είχα συνηθίσει προ πολλού. Αλλά όταν έφτασε η επιστολή του Βλαντίμιρ Μιρόνιτς, σε μένα ως δημοσιογράφο, απλά δεν μπορούσα να την αγνοήσω — αυτό που ιδιαίτερα με παρακίνησε ήταν η απόλυτη, θρασύτατη βαρβαρότητα της τοπικής συμμορίας.
Σε όλη τη Ρωσία, οι μοναχικοί ηλικιωμένοι, βετεράνοι, στρατιώτες της πρώτης γραμμής που θυμόντουσαν τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, εκδιώκονταν βίαια από τα διαμερίσματά τους. Είχα γράψει τόσα πολλά άρθρα γι’ αυτό το θέμα που η εφημερίδα όπου εργαζόμουν απλώς σταμάτησε να δέχεται τέτοιες ιστορίες – είχαν γίνει κάτι συνηθισμένο, όσο φρικτό κι αν ακούγεται, απλά ένα γεγονός της καθημερινότητας.
Τα ίδια πράγματα συνέβαιναν στη Μόσχα, τη Μπαλασίκχα, την Αγία Πετρούπολη, την Ούφα, το Καζάν, το Βλαδιβοστόκ. Αλλά ενώ στις μεγάλες πόλεις άφηναν τουλάχιστον τους ηλικιωμένους να ζήσουν —αναγκάζοντάς τους να παραδώσουν τα καταραμένα διαμερίσματά τους και εξορίζοντάς τους να περάσουν τις υπόλοιπες μέρες τους σε εγκαταλελειμμένα χωριά— στις μικρές επαρχιακές πόλεις απλώς τους καθάριζαν μια κι έξω.
Νωρίς το επόμενο πρωί, ο Μιρόνιτς έβαλε ένα γνωστό του να με βγάλει έξω από την πόλη κρυμμένο στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του.
«Ξέρεις, στον πόλεμο δεν έκλαψα ούτε μία φορά, αλλά εδώ… έκλαψα από την απόλυτη ανημποριά», μου είπε ο Βλαντίμιρ Μιρόνιτς καθώς χωρίζαμε. «Σε ευχαριστώ, γιε μου… Γράψε για όλα όσα είδες εδώ…»
Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ.
Τόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε, κι όμως το πρόσωπο του Μιρόνιτς – γεμάτο δάκρυα, με μάτια γεμάτα ύστατη απελπισία – παραμένει έντονα καθαρό μπροστά μου: εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αυτός ο πραγματικά δυνατός άντρας ήταν σίγουρος πως ήταν ήδη καταδικασμένος και ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένος γι’ αυτό – ο παλιός μαχητής της πρώτης γραμμής ετοιμαζόταν να πεθάνει περήφανα, χωρίς παράπονα. Και το μόνο πράγμα που ζητούσε ακόμα από τον Θεό ήταν να ακούσει επιτέλους κάποιος την ιστορία του.
Μόνο με το πέρασμα των χρόνων, στην πραγματικότητα πολύ πρόσφατα, ήρθε σιγά σιγά η κατανόηση ότι η γενιά του Βλαντίμιρ Μιρόνιτς -τότε καθόλου γερασμένη, γεμάτη ζωντάνια και θυμούμενη έντονα τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο- ήταν ανεκτίμητη. Κι όμως δεν καταφέραμε να τη διατηρήσουμε, δεν τους αφήσαμε να ζήσουν τις υπόλοιπες μέρες τους με αξιοπρέπεια. Ανταλλάξαμε το εθνικό μας μεγαλείο με φθηνή μπύρα και εισαγόμενα τζιν.
Όσο για μένα προσωπικά, όλη αυτή η ιστορία τελείωσε κάθε άλλο παρά καλά. Δεν μπήκα καν στον κόπο να γράψω το άρθρο. Ο αρχισυντάκτης μου απλώς κούνησε κουρασμένα το χέρι του σε ένδειξη απόρριψης:
«Ξέχνα το, έτσι κι αλλιώς δεν θα αποδείξεις τίποτα, δεν υπάρχουν έγγραφα, θα μας τραβάνε στα δικαστήρια μέχρι να πεθάνουμε…»
Λίγο καιρό αργότερα, ο καλός μου φίλος, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Πολ Χλέμπνικοφ,[3] ισχυρίστηκε στο βιβλίο του ότι ο Μπόρις Γιέλτσιν έπρεπε να θεωρηθεί προσωπικά υπεύθυνος για εκατοντάδες χιλιάδες δολοφονημένους συνταξιούχους. Συναντήθηκε μαζί μου αρκετές φορές, μιλήσαμε πολύ και σκληρά για αυτό ακριβώς το θέμα και του παρέδωσα μέρος του αρχείου μου. Θυμάμαι τότε να αστειεύομαι πικρά:
«Φυλάξου – θα σε σκοτώσουν στο τέλος γι’ αυτό.»
Ο Πάσα μου απάντησε απλά με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Και μετά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του, όντως τον σκότωσαν. Και για κάποιο λόγο η πρώτη μου σκέψη ήταν: ακριβώς για αυτά τα λόγια – ότι δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον Μπόρις Γιέλτσιν για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ηλικιωμένων ανθρώπων που εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους.
Γι’ αυτό, αγαπημένοι μου, όλοι όσοι χάνονται στον σημερινό πόλεμο, δεν πεθαίνουν για το τίποτα. Και όχι μόνο για να μην δολοφονούνται πλέον οι μοναχικοί ηλικιωμένοι μας κατά χιλιάδες για τα άθλια διαμερίσματά τους. Γιατί αν η Ουκρανία και η Δύση που στέκεται πίσω της νικήσουν και έρθουν εδώ στη γη μας, εμείς -εσείς και εγώ- θα είμαστε οι επόμενοι που θα σκοτώσουν. Πιστέψτε με, όλα αυτά θα ξαναγυρίσουν σαν πλημμύρα, όλη αυτή η φρίκη που εμείς, έχοντας βυθιστεί στην άνετη λήθη μας, τολμάμε να ξεχνάμε.
Ω, ναι, ξεχάσαμε πως στη Ρωσία της δεκαετίας του ’90 ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν από το σαμαγκόν[4] και αιτίες που συνδέονται άμεσα με το αλκοόλ – κυρίως άνδρες, οι πολύτιμοι γιοι, πατέρες, σύζυγοι κι αδέρφια κάποιου. Ξεχάσαμε ότι κάθε χρόνο 30 έως 50 χιλιάδες άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους σε τροχαία ατυχήματα και η πλειοψηφία των οδηγών -αυτών που στην πραγματικότητα προκάλεσαν τα ατυχήματα- δεν αντιμετώπισαν καμία νομική συνέπεια.
Αρχής γενομένης, όπως φαίνεται, από το 1997 και μετά, μια ειδική έκθεση αφιερωμένη στα βασανιστήρια εντός των αστυνομικών τμημάτων («πολιτοφυλακή» τότε) εμφανιζόταν τακτικά υπό την αιγίδα του ΟΗΕ – φυσικά, μια μη φιλική πράξη από τις ΗΠΑ, ωστόσο, έλεγε πολλά για την πραγματική κατάσταση του συστήματος επιβολής του νόμου στη Ρωσία, στην πρωτεύουσα της οποίας, κατά τη διάρκεια ορισμένων ετών πάνω από χίλιοι πολίτες πυροβολήθηκαν θανάσιμα από μισθωμένους δολοφόνους, εκεί έξω στους δρόμους της πρωτεύουσας της αγωνιζόμενης χώρας μου.
Την ίδια χρονιά που ο Πούτιν έγινε πρωθυπουργός (1999), δημοσιεύθηκε μια ακόμη τερατώδης μελέτη, στην οποία αναφερόταν ψυχρά ότι κάθε τρίτο κορίτσι στην αχανή χώρα μας, πριν φτάσει τα 18 του χρόνια, είχε εμπειρία με το λεγόμενο «εμπορικό σεξ». Έτσι ονόμαζαν οι ευγενικοί Δυτικοί ερευνητές την πορνεία στη χώρα μας.
Μέχρι το λυκόφως του αιώνα, η μαύρη αγορά μεταμοσχεύσεων στη Ρωσία είχε αποτιμηθεί σε ένα τερατώδες ποσό για εκείνη την εποχή – ένα ολόκληρο δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ. Περίπου 20 χιλιάδες Ρώσοι «αποσυναρμολογούνταν για ανταλλακτικά» ετησίως. Τα πάντα συλλέγονταν για χρήση, ακόμη και το λεμφικό υγρό – το οποίο άρπαζαν με ενθουσιασμό οι δυτικοί γίγαντες αρωμάτων. Και πάλι αυτή η ανατριχιαστικά ευγενική διατύπωση – «χωρίς τη συγκατάθεση του δότη».
Επίσης τότε, στη Ρωσία υπήρχε μια πραγματική αγορά σκλάβων —περίπου 15 χιλιάδες Ρώσοι πωλούνταν ετησίως— και μια παράλληλη αγορά σεξουαλικής δουλείας: σε ξένους οίκους ανοχής σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις ειδικών, κρατούνταν αυστηρά «ενάντια στη θέλησή τους» έως και μισό εκατομμύριο νεαρά κορίτσια μας. Υπήρχε επίσης ο πόλεμος στην Τσετσενία, για τον οποίο θα μπορούσα να γράφω επ’ αόριστον. Και ούτω καθεξής.
Για εσάς, αγαπημένοι μου αναγνώστες, όλα αυτά μπορεί κάλλιστα να είναι απλά αφηρημένοι αριθμοί, αλλά πέρασα όλα αυτά τα χρόνια διασχίζοντας πόλεις και απομακρυσμένα χωριά, γράφοντας το ένα άρθρο μετά το άλλο για διαλυμένες ζωές και σακατεμένες μοίρες… Κοίταξα αυτές τις ψυχρές στατιστικές κατάματα, τους χαμογέλασα, ήπια βότκα μαζί τους. Τότε ήμουν ένας πολύ ασυγκίνητος άνθρωπος, σκληραγωγημένος, σχεδόν ποτέ δεν έχυνα δάκρυα. Θυμάμαι μόνο μία και μοναδική τέτοια στιγμή.
Βρισκόταν επίσης σε κάποια ξεχασμένη από τον Θεό, ρημαγμένη κωμόπολη, ένα αιώνιο πολουστάνοκ[5] σε μια έρημη ύπαιθρο της Ρωσίας.
Ο Μίσα ο γεωλόγος, καταλαβαίνετε, ήταν ένας από εκείνους τους πραγματικά έξυπνους και ήσυχους Ρώσους ιδεαλιστές – αυτούς τους βαθιά ευσυνείδητους ανθρώπους που πονά η ψυχή τους για τους συνανθρώπους τους και εμφανίζονται αυθόρμητα σε όλες τις γωνιές της άγιας μας χώρας. Έστειλε μια επιστολή στο γραφείο μου. Πήγα να τον συναντήσω και μαζί πήγαμε να δούμε τον τοπικό Ανίσκιν[6] – έναν ηλικιωμένο αξιωματικό της αστυνομίας ονόματι Κουζμίτς. Άκουσε πολύ προσεκτικά το αρχικό μου ψηστήρι, μετά χαμογέλασε κάπως στραβά και πρότεινε:
«Λοιπόν, θέλεις να ρίξεις μια ματιά, ανταποκριτή; Ωραία, πάμε να ρίξουμε μια ματιά…»
Περπατούσαμε σε μια ξάστερη, τσουχτερή κρύα νύχτα ανάμεσα σε δύο παγωμένες σιδηροδρομικές γραμμές, πάνω στις οποίες στέκονταν ακίνητα εμπορευματικά τρένα. Ξαφνικά ο Κουζμίτς πήδηξε στο πλάι, στριμώχτηκε στο στενό κενό ανάμεσα στα βαγόνια και τράβηξε έξω από κάποια σκοτεινή τρύπα ένα σωρό από κουρέλια που κλωτσούσε βίαια.
«Έλα τώρα, σταμάτα να με γρατζουνάς, μικρό διαβολάκι, ξέρεις πολύ καλά ότι δεν θα σου κάνω τίποτα κακό», γρύλισε βαριά ο Κουζμίτς, κρατώντας γερά ένα βρώμικο αγόρι 8-10 ετών περίπου.
«Προχώρα τώρα», έδωσε στο αγόρι μια απότομη, αλλά όχι αγενή σπρωξιά στην πλάτη και το παιδί σύρθηκε υπάκουα μπροστά.
Κάτω σε μια υπόγεια καπτυόρκα[7], ο Κουζμίτς γρύλισε θυμωμένα:
«Αυτός εδώ είναι ο Άσκα. Άντε, βγάλε το πανωφόρι σου. Και εσύ, κύριε ανταποκριτή, καλύτερα να προσέχεις —είναι γεμάτος ψείρες.»
Έπειτα έβγαλε χωριάτικο ψωμί, φτηνό λουκάνικο και έφτιαξε σχολαστικά χοντρά σάντουιτς.
«Φάε, αγόρι μου.»
Κάθισε σε μια καρέκλα, άναψε ένα τσιγάρο και μου είπε:
«Περίμενε, δεν τα είδες όλα…»
Το αγόρι άρχισε να τρώει ήσυχα και υπάκουα, ενώ εμείς, τρεις ενήλικες άντρες καθόμασταν σε βαριά σιωπή παρακολουθώντας το.
Απροσδόκητα, η πόρτα έτριξε ελαφρώς και μέσα από το στενό άνοιγμα γλίστρησε αθόρυβα ένα κορίτσι περίπου έξι ετών. Κάθισε ακριβώς δίπλα στον Άσκα και πήρε σφιχτά το μικρό του χέρι στο δικό της.
«Λοιπόν, επιτρέψτε μου τώρα να σας συστήσω — αυτή εδώ είναι η Σίμα», σχολίασε ο Κουζμίτς με ένα βλοσυρό μειδίαμα.
«Έχω ίσως τριάντα από αυτά τα ποντίκια του δρόμου να τρέχουν σε τούτο τον σταθμό, αλλά αυτά τα δύο… αυτό που έχουν είναι αληθινή αγάπη, καταλαβαίνεις; Κρατιούνται ο ένας από τον άλλον απεγνωσμένα — αυτή δουλεύει στα διερχόμενα βαγόνια με τους πλανόδιους εργάτες πετρελαίου και αυτός ο μικρός ανόητος εδώ, προσπαθεί να την προστατέψει… Έτσι δεν είναι, μικρή Σεραφίμα;»
Η Σίμα απλώς έγειρε το κεφάλι της προς τα κάτω κι έσκασε ένα τρυφερό, κρυφό χαμόγελο στο βρώμικο πάτωμα. Παρατήρησα αμέσως πόσο καλοσυνάτο, γνήσια παιδικό χαμόγελο είχε.
«Έτσι έχουν τα πράγματα εδώ, κύριε ανταποκριτή. Το πλησιέστερο κρατικό ορφανοτροφείο απέχει πεντακόσια βέρστια[8]. Κι έτσι κι αλλιώς, οπωσδήποτε θα το έσκαγαν από εκεί… Πού να τα βάλουμε… Κανείς σε αυτόν τον κόσμο δεν νοιάζεται για αυτά.»
Τα παιδιά τελείωσαν το φαγητό, ήπιαν λίγο χλιαρό τσάι και αμέσως κουλουριάστηκαν και κοιμήθηκαν ακριβώς εκεί, πάνω στις ξύλινες καρέκλες, ενώ εμείς οι ενήλικες μιλούσαμε μέχρι την παγωμένη αυγή, που ο καπνός από τις γύρω αγροτικές καλύβες κρεμόταν στον κατακόκκινο ουρανό της σαν παγωμένο πέπλο. Έφυγα αμέσως με το πρώτο πρωινό τρένο.
Κάποιους μήνες αργότερα έφτασε ένα δεύτερο γράμμα από τον Μίσα. Κατά τη διάρκεια μιας από τις ζοφερές «βάρδιες εργασίας» της, περνώντας από ένα βαγόνι, διερχόμενοι εργάτες τράβηξαν βίαια τη Σίμα μέσα. Ο Άσκα όρμησε αμέσως πάνω τους με το μικρό του μαχαίρι προσπαθώντας να την υπερασπιστεί. Τα πέταξαν βάναυσα και τα δύο από το τρένο που κινούνταν με πλήρη ταχύτητα… Τα βασανισμένα, διαλυμένα μικρά κορμάκια των παιδιών ανακαλύφθηκαν τελικά σε ένα χαντάκι, τριάντα χιλιόμετρα μακριά από εκείνο τον ξεχασμένο από τον Θεό σιδηροδρομικό σταθμό. Και όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έγινε ποτέ καμία ποινική δίωξη. Και ο Κουζμίτς; Απολύθηκε συνοπτικά από την αστυνομία για υποτιθέμενη χρόνια μέθη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή – τότε ήταν που τελικά έσπασα και έκλαψα. Αυτό το μοναδικό γράμμα παραμένει, ως φαίνεται, το μόνο για το οποίο έκλαψα ποτέ σε όλη μου την καριέρα.
Αν κάποιος τολμήσει να μου πει ότι ένας αγαπημένος γιος, ένας πατέρας, ένας σύζυγος ή ένας αδελφός πέθανε μάταια σε αυτόν τον πόλεμο που του φαντάζει ξένος — μάθετε με απόλυτη βεβαιότητα πως δεν χάθηκαν άδικα. Πέθαναν για να εξαφανιστούν, όσο είναι ανθρώπινα δυνατό, τέτοια και τόσα τερατώδη φαινόμενα από την πληγωμένη χώρα μας. Γιατί αν ο εχθρός πάρει τελικά το πάνω χέρι, θα επιστρέψει η ίδια αυτή καταραμένη δημοκρατία και θα μας συντρίψει ξανά. Και τότε, σας το ορκίζομαι, ο Μιρόνιτς, ο Άσκα, η Σίμα και όλες οι άλλες, οι αμέτρητες προδομένες ψυχές που δολοφονήθηκαν από το απάνθρωπο καθεστώς του Γιέλτσιν δεν θα μας συγχωρήσουν ποτέ.
Εγώ προσωπικά, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, αγωνίζομαι εδώ ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Επειδή ονειρεύομαι απεγνωσμένα να ξεχάσω επιτέλους εκείνη την καταραμένη Ρωσία της νιότης μου, μέσα στην οποία περιπλανήθηκα βυθισμένος αέναα σε μια ατελείωτη, ασφυκτική ανθρώπινη θλίψη.
Κι εσείς… ο καθένας σας ας αποφασίσει μόνος του…
Υποσημειώσεις:
[1] Ο όρος «μαύροι μεσίτες» (чёрные риелторы στα ρωσικά) αναφέρεται σε εγκληματικές ομάδες ή αδίστακτους διαχειριστές ακινήτων που αρπάζουν παράνομα περιουσιακά στοιχεία —συχνά από ευάλωτους ιδιοκτήτες, όπως ηλικιωμένους ή μοναχικά άτομα— μέσω εξαναγκασμού, απάτης ή βίας.
[2] Το «Μιρόνιτς» είναι μια συντομευμένη και χαϊδευτική εκδοχή του «Μιρόνοβιτς», που αντιπροσωπεύει το πατρωνυμικό (το όνομα του πατέρα) ενός ατόμου.
[3] Ο Paul Klebnikov (1963–2004) ήταν Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός για τη Ρωσία, με καταγωγή από αριστοκράτες Ρώσους εμιγκρέδες. Εργάστηκε για το περιοδικό Forbes πάνω από 10 χρόνια και κατά τη στιγμή του θανάτου του ήταν αρχισυντάκτης της ρωσικής έκδοσης του Forbes. Σύμφωνα με τη δημοφιλέστερη εκδοχή, ο Χλέμπνικοφ δολοφονήθηκε από την οργανωμένη εγκληματική συμμορία Lazansky, που συνδεόταν με τον Μπορίς Μπερεζόφσκι, έναν Ρώσο ολιγάρχη. Το βιβλίο που αναφέρει ο Χαϊρουλλίν, εκδόθηκε το 2000, με τίτλο “Ο Νονός του Κρεμλίνου: Ο Μπορίς Μπερεζόφσκι και η Λεηλασία της Ρωσίας”. Το βιβλίο αποκαλούσε τις ιδιωτικοποιήσεις του Γιέλτσιν ως “τη ληστεία του αιώνα” και περιέγραφε λεπτομερώς τη διαφθορά διαφόρων Ρώσων επιχειρηματιών, εστιάζοντας ιδιαίτερα στον Μπερεζόφσκι. Ο Μπερεζόφσκι κλήθηκε το 2000 από τη Ρωσική εισαγγελία για απάτη και υπεξαίρεση. Διέφυγε αμέσως στο Λονδίνο, όπου του χορηγήθηκε «πολιτικό άσυλο». Τα περιουσιακά του στοιχεία απαλλοτριώθηκαν από το κράτος και καταδικάστηκε ερήμην. Η Βρετανία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το ένταλμα σύλληψής του από την Ιντερπόλ. Το 2013, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στη Νότια Αγγλία. (ΣτΜ).
[4] Το “Σαμαγκόν” (самогон) είναι ένα παραδοσιακό ρωσικό σπιτικό αλκοόλ από απόσταξη, παρόμοιο με το τσίπουρο.
[5] Το Πολουστάνοκ (Полустанок) αναφέρεται σε έναν μικρό, δευτερεύοντα σιδηροδρομικό σταθμό όπου τα τρένα σταματούν μόνο με σήμα του σταθμάρχη ή σε μια μικρή πόλη που έχει έναν τέτοιο σταθμό.
[6] Αναφορά στον Φιόντορ Ιβάνοβιτς Ανίσκιν, έναν περιφερειακό αξιωματικό της αστυνομίας ή «ντετέκτιβ του χωριού» –φανταστικό χαρακτήρα στα μυθιστορήματα του Βιλ Λιπάτοφ.
[7] Η «Καπτυόρκα» (Каптерка) είναι ένα λεβητοστάσιο ή μια αποθήκη.
[8] Το βέρστι (верста στα ρωσικά) είναι μια παλιά ρωσική μονάδα μέτρησης απόστασης που χρησιμοποιούνταν ευρέως πριν από την υιοθέτηση του μετρικού συστήματος. Ένα βέρστι ισοδυναμεί περίπου με ένα χιλιόμετρο (1, 067 χλμ.)
* Ο Μαράτ Χαϊρουλλίν (Мараτ Хайруллин/Marat Khairullin) γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1969, στο Στεπνογκόρσκ του Καζακστάν της τότε ΕΣΣΔ. Είναι στρατιωτικός ανταποκριτής, ντοκυμαντερίστας και δημοσιογράφος. Από τον Μάρτιο του 2022 βρίσκεται συνεχώς στη ζώνη της Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης. Στον τομέα της πληροφόρησης και της ανθρωπιστικής βοήθειας, ο Μαράτ Χαϊρουλλίν συνεργάζεται με την 1η Σλαβική Ταξιαρχία Φρουρών, η οποία διεξάγει επί του παρόντος πολεμικές επιχειρήσεις στον τομέα του Κρασνοαρμέισκ (Ποκρόφσκ). Δημοσιεύει καθημερινές ανταποκρίσεις και χάρτες από το μέτωπο στη σελίδα του Marat Khairullin Substack. Ως στρατιωτικός ανταποκριτής, εργάστηκε στο Αφγανιστάν, τη Συρία, το Ιράκ και την Τσετσενία.
Εκπληκτικό!!!! Απίστευτο!!!! Είναι πραγματικό?