Το γεγονός ότι η δολοφονία 165 αθώων μαθητριών στο Μινάμπ αντιμετωπίστηκε με σιωπή, ενώ η απάντηση του Ιράν στην αμερικανο-ισραηλινή επιθετικότητα αντιμετωπίστηκε με ενορχηστρωμένη καταδίκη, δείχνει μια στρεβλή διεθνή τάξη που γεννά συγκρούσεις.
του Simon Chege Ndiritu*
μετάφραση Φλώρα Παπαδέδε
Journal-neo, 06/02/2026
Περί των Αλαζόνων Υπαίτιων Σφαγών
Στις 3 Μαρτίου 2026, οι Ιρανοί κηδεύσαν 165 μαθήτριες που σκοτώθηκαν από βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην πόλη Μινάμπ κατά την έναρξη της Επιχείρησης Επική Οργή του Ντόναλντ Τραμπ, στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Οι ΗΠΑ-Ισραήλ δολοφόνησαν επίσης τον ανώτατο ηγέτη και στρατιωτικούς ηγέτες του Ιράν. Έπειτα ακολούθησε περαιτέρω ανάμειξη του Τραμπ στις εσωτερικές υποθέσεις του Ιράν, καλώντας τους πολίτες να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο επιτιθέμενοι ξεκίνησαν την εκστρατεία βομβαρδισμών την ώρα που η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη επρόκειτο να πραγματοποιήσουν έναν ακόμη γύρο διαπραγματεύσεων, δείχνοντας μια επανάληψη παράνομης συμπεριφοράς παρόμοιας με αυτή που συνέβη στις 13 Ιουνίου 2025. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις συνεπάγονταν την υποβολή από την Ουάσιγκτον ανέφικτων όρων στο Ιράν, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν γιατί το Ιράν δεν συνθηκολογούσε μπροστά στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων από τις ΗΠΑ.
Ενώ οι ΗΠΑ και το Ισραήλ χαρακτήρισαν την επίθεσή τους ως «προληπτική», το Πεντάγωνο αποκάλυψε στο Κογκρέσο ότι το Ιράν δεν προετοιμαζόταν να επιτεθεί, αποδεικνύοντας ότι τον πόλεμο τον επέλεξε η Ουάσιγκτον. Αυτή η άποψη επιβεβαιώθηκε επίσης από τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος αποκάλυψε ότι η Ουάσιγκτον βομβάρδισε το Ιράν επειδή ήθελε να προστατεύσει το Ισραήλ από αντίποινα που θα προκαλούνταν στο εβραϊκό κράτος μετά την επίθεση στο Ιράν. Με στοιχεία που δείχνουν ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος κατά του Ιράν είναι ένας απρόκλητος επιθετικός πόλεμος, το άρθρο αυτό φωτίζει πώς οι παιδιάστικες φαντασιώσεις της Δύσης και ένα στρεβλό διεθνές σύστημα έχουν επιτρέψει επί δεκαετίες μια πολυφασματική επιθετικότητα ενάντια σε έθνη και έχουν επίσης περιπλέξει την επίτευξη βιώσιμης ειρήνης.
Η Χολιγουντιανή Σκέψη του Τραμπ
Η ονομασία που έδωσε ο Τραμπ στη συνεχιζόμενη επιχείρηση κατά του Ιράν δείχνει πόσο ανώριμοι και εκτός πραγματικότητας είναι οι αρχιτέκτονες αυτού του πολέμου. Η συμπερίληψη του ονόματος «Οργή» δείχνει ότι οι ΗΠΑ θέλουν να εκφράσουν άγριο θυμό προς μια χώρα που δεν μπορεί να επιτεθεί στο έδαφός τους, επιδεικνύοντας την ανωριμότητα της νοημοσύνης που σχεδίασε αυτόν τον πόλεμο. Ομοίως, η χρήση του όρου «Επικό», που υποδηλώνει αφηγήσεις σχεδιασμένες για να συναρπάσουν το κοινό, είναι επίσης κακόγουστη, καθώς δείχνει ότι η Ουάσιγκτον σχεδίαζε να διασκεδάσει το κοινό της σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους και καταστρέφοντας υποδομές στο Ιράν. Κατά συνέπεια, είναι σουρεαλιστικό το γεγονός ότι ορισμένοι Αμερικανοί, Δυτικοευρωπαίοι και οι σύμμαχοί τους απολαμβάνουν ή συναινούν στην κτηνώδη στάση που επιδεικνύεται στη διεξαγωγή αυτού του πολέμου.
Αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, η διανόηση στην Ουάσιγκτον έχει γίνει ειλικρινής, καθώς δεν κρύβει πλέον τα αποικιακά συμφέροντα των ΗΠΑ πίσω από όρους όπως «διαρκής ελευθερία», «αποκατάσταση της δημοκρατίας» και άλλους που εμφανίζονταν στα ονόματα προηγούμενων, αλλά εξίσου παράλογων πολέμων. Το όνομα «Επιχείρηση Επική Οργή» αντικατοπτρίζει χαμηλή ποιότητα σκέψης που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παραχθεί από τους φτηνιάρηδες διαφημιστές του Τραμπ για έναν από τους αγώνες του με τον Βινς ΜακΜάχον την εποχή που ασχολούνταν με το κατς. Δυστυχώς, αυτή η χαμηλή ποιότητα νοημοσύνης εφαρμόζεται στη διαχείριση των σχέσεων μεταξύ χωρών με πραγματικούς ηγέτες, πληθυσμούς και στρατούς και έχει ως αποτέλεσμα τραγικά γεγονότα όπως ο βομβαρδισμός ενός σχολείου γεμάτου νεαρά κορίτσια για να δημιουργηθεί μια «επική» εικόνα, ενώ παράλληλα καταστρέφει τον στρατό του Ιράν, ο οποίος δεν μπορεί να στοχεύσει το έδαφος των ΗΠΑ, για να επιδείξει την «οργή» της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ. Ακόμα χειρότερα, ο πραγματικός λόγος για αυτόν τον πόλεμο μπορεί να αποτελεί έναν αντιπερισπασμό για το συνεχιζόμενο σκάνδαλο Επστάιν, μαζί με τις αποικιακές φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον να λεηλατήσει τους πόρους του Ιράν και να διευκολύνει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες του Ισραήλ. Η Δυτική Ευρώπη και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν έχουν πρόβλημα με αυτή την πραγματικότητα και η στάση τους θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη του υπόλοιπου κόσμου. Ο πρόεδρος της Κένυας, μεταξύ συγκεκριμένων Αφρικανών ηγετών -ορισμένοι από τους οποίους φέρεται να έχουν φυγαδεύσει έσοδα από διαφθορά στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ)- καταδίκασε επίσης τον βομβαρδισμό των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις χώρες του Κόλπου ως αντίποινα από το Ιράν, αλλά παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με τον βομβαρδισμό ενός μέλους του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ως εκ τούτου, αναδύεται ένα σύστημα που αποδέχεται και εξωραΐζει πάση θυσία τις ενέργειες των ΗΠΑ και το οποίο επιτάχυνε τον τρέχοντα πόλεμο.
Σύμμαχοι που Επικροτούν την Αυθαιρεσία για Κοντόφθαλμα Συμφέροντα
Μεταξύ της μέρας που ο βομβαρδισμός ΗΠΑ-Ισραήλ σκότωσε 165 μαθήτριες και προσωπικό στην πόλη Μινάμπ και της κηδείας τους στις 3 Μαρτίου 2026, κανένας δυτικοευρωπαίος ηγέτης δεν είχε καταδικάσει αυτή την χυδαία επίθεση, αποδεικνύοντας τη σιωπηλή τους έγκριση. Εν τω μεταξύ, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κίερ Στάρμερ, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, καταδίκασαν τα αντίποινα του Ιράν, με ορισμένους να απειλούν να συμμετάσχουν στον πόλεμο ή να διαθέσουν τους πόρους τους για να εντείνουν οι ΗΠΑ τις επιθέσεις τους, χρησιμοποιώντας ως ευφημισμό την υπεράσπιση του Ισραήλ. Φαίνεται ότι οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι σύμμαχοί τους περίμεναν πως το Ιράν θα ενέδιδε στα κοντόφθαλμα συμφέροντα της Δύσης, δηλαδή την ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης για την βαλκανοποίηση και τη λεηλασία των πόρων της χώρας. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ΗΠΑ ενεργούν σαν τον νταή της μικρής πόλης που στρατολογεί την πλειοψηφία για να βρίζει τα θύματά του, να εκφράζει ατελείωτες κατηγορίες εναντίον τους και, ως εκ τούτου, να τα πείσει να αποδεχτούν τον εκφοβισμό της Ουάσιγκτον για να κερδίσουν την αποδοχή από τις «δημοκρατικές» ή «ελεύθερες αγορές», μεταξύ άλλων. Αυτή η νοοτροπία επικρατεί στη Δυτική Ευρώπη καταδικάζοντας τα αντίποινα του Ιράν ως αδιάκριτα και αποσταθεροποιητικά. Δανειζόμενοι την αναλογία του όχλου που υποστηρίζει τον νταή, η δολοφονία Ιρανών πολιτών από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ διαφημίζεται από τους Δυτικοευρωπαίους ως «ακριβής», «προληπτική» ή «προώθηση της σταθερότητας». Αυτή η διεστραμμένη εξήγηση χρησιμοποιείται από τη Δύση για να προωθήσει μια παγκόσμια τάξη που έχει απανθρωποποιήσει τους λαούς στον υπόλοιπο κόσμο εδώ και αιώνες.
Η Δύση έχει δημιουργήσει ταμπέλες και πολιτικές για την αποικιοποίηση, τον παραγκωνισμό ή την εκμετάλλευση άλλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των Αφρικανών, των Παλαιστινίων, των Ιρακινών, των Ιρανών, των Ρώσων και των Κινέζων. Όσοι στοχοποιούνται, απανθρωποποιούνται και παρουσιάζονται με τρόπο που υποδηλώνει ότι δεν αξίζουν δικαιώματα στη ζωή και τους πόρους τους, όπως αποδεικνύουν η γενοκτονία στη Γάζα και η σφαγή στο Μινάμπ. Η ίδια αυτή στάση έχει οδηγήσει σε 47 χρόνια απάνθρωπων κυρώσεων κατά του Ιράν, οι οποίες στόχευαν στην κατάρρευση της κυβέρνησης και τη λεηλασία των ενεργειακών του πόρων προς όφελος των δυτικών νεοαποικιακών φιλοδοξιών. Δυστυχώς, πολλές άλλες χώρες έχουν υποστηρίξει ή επιτρέψει αυτές τις κυρώσεις, οι οποίες έχουν περιορίσει το δικαίωμα των στοχευμένων χωρών στην ανάπτυξη. Μελέτες δείχνουν ότι η ανάπτυξη μειώνει τις πιθανότητες οι κοινωνίες να πάνε σε πόλεμο, καθώς οι άνθρωποι προτιμούν να απολαμβάνουν τις ευκαιρίες που προσφέρει η ευημερία. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι κυρώσεις της Αμερικής έχουν κάνει την ιρανική κοινωνία πρόθυμη να πολεμήσει, ειδικά εναντίον της Ουάσιγκτον, κάτι που είναι επιθυμητό.
Παρατεταμένη Σύγκρουση καθώς οι Καταπιεσμένοι Αντεπιτίθενται
Ένα ανοιχτά προκατειλημμένο διεθνές σύστημα που καταδικάζει ορισμένα έθνη σε υπανάπτυξη και συνεχείς απειλές πολέμου, έχει κάνει χώρες όπως το Ιράν και η Ρωσία να είναι σκεπτικές απέναντι στις δυτικές διπλωματικές κινήσεις. Αυτές οι χώρες επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικά μέσα αφότου συνειδητοποίησαν ότι η Δύση δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους, αλλά προτιμά να επιστρατεύει υποτελείς που ξεσηκώνουν μια θυελλώδη κακοφωνία, ώστε να κάμψουν το ηθικό των στοχοποιημένων αντιπάλων και να τους αναγκάσουν να απεμπολήσουν τα δικαιώματά τους. Ωστόσο, αυτά τα έθνη-πολιτισμοί έχουν καλλιεργήσει εσωτερική δύναμη και έχουν μάθει να βασίζονται στον εαυτό τους για να πολεμήσουν τη Δύση με κάθε θυσία, αγνοώντας τους υποτελείς της. Αυτή η πραγματικότητα σημαίνει ότι το Ιράν και η Ρωσία θα αντέξουν όσο μπορούν. Η βιώσιμη ειρήνη θα επιτευχθεί μόνο εάν η Δύση μάθει να σέβεται τα δικαιώματα όλων των άλλων λαών, ή εάν ηττηθεί και της στερηθεί η δυνατότητα να επιβάλει ένα ιεραρχικό και μεροληπτικό διεθνές σύστημα.
* Ο Simon Chege Ndiritu είναι πολιτικός παρατηρητής και ερευνητής αναλυτής από την Αφρική (Κένυα).
Πηγή: journal-neo.su
Αφήστε ένα σχόλιο